ΚΑΙΡΟΣ

FT: Η Γερμανία, η αναδιάρθρωση και το μέλλον της ευρωζώνης

Σε μια σειρά νέων δημοσιευμάτων για την ελληνική οικονομία οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς διατυπώνουν επιφυλάξεις για τη γερμανική αλλαγή στάσης και την απομάκρυνση του ενδεχομένου αναδιάταξης χρέους, ενώ εξετάζουν και τη σκοπιμότητα μελλοντικής εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη.

FT: Πολιτικά σημαντική η αναδιάταξη χρέους

Σε κύριο άρθρο τους οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς υπερασπίζονται το επιχείρημα υπέρ μιας αναδιάταξης του ελληνικού χρέους με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των ελληνικών οφειλών. Όπως λέει η εφημερίδα, η πρόταση αυτή βασίζεται στην αρχή που καθοδηγεί τους Ευρωπαίους πολιτικούς από την πρώτη στιγμή της κρίσης, ότι δηλαδή η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να αποπληρώσει το χρέος της και να μην παρασυρθεί σε αδυναμία πληρωμών από τις αγορές ομολόγων. Υπό αυτό το πρίσμα, η παράταση της ωρίμανσης των ομολόγων ίσως λειτουργούσε ως χρήσιμη λύση για την επικείμενη χρηματοδοτική πρόκληση της χώρας.

Η λύση της αναδιάταξης, ωστόσο, έχει ακόμα μεγαλύτερη πολιτική σημασία, προσθέτει το άρθρο. Από τη στιγμή που για να «αποτοξινωθεί» η νέα βοήθεια προς την Ελλάδα οι Γερμανοί θέλουν κάποιας μορφής θυσία από τους ιδιώτες, η αναδιάταξη που δεν συνοδεύεται από μείωση του χρέους θα μπορούσε να κάνει πιο εύκολα αποδεκτό το νέο δάνειο. Την ίδια ώρα και στην Ελλάδα η πολιτική κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη, προσθέτουν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Τόσο στην περίπτωση των περικοπών δαπανών – είσπραξης φόρων όσο και στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων «υπενδεδυμένα συμφέροντα αποδεικνύεται ότι αντιστέκονται επίμονα».

Το άρθρο καταλήγει με την επισήμανση ότι λίγες κυβερνήσεις, αν όχι καμία, δε θα αποδέχονταν χωρίς να καταρρεύσουν μία τόσο ακραία απώλεια εθνικής κυριαρχίας όσο αυτή που συνιστά η ανάθεση του ελέγχου των ιδιωτικοποιήσεων και της είσπραξης φόρων από ξένους, όπως ακούγεται.

Αμφιβολίες για την αλλαγή της γερμανικής στάσης

Σε ανταπόκριση από το Βερολίνο οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τονίζουν ότι οι χθεσινές φήμες περί αλλαγής στάσης της Γερμανίας σε σχέση με τη συμμετοχή ιδιωτών σε μια ενδεχόμενη αλλαγή όρων που διέπουν το ελληνικό χρέος διαψεύδονταν στη γερμανική πρωτεύουσα από επίσημα χείλη. Σημειώνεται ότι μια συμφωνία επιμήκυνσης της ωρίμανσης των ελληνικών ομολόγων ιδιωτών πιστωτών θεωρείται «πολιτική αναγκαιότητα» από τους Γερμανούς πολιτικούς και όχι μόνο τον υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Το άρθρο εξηγεί ότι η καγκελάριος Μέρκελ προσπαθεί να κρατήσει ενωμένο το συνασπισμό που τη διατηρεί στην εξουσία, ιδίως από τη στιγμή που οι φιλελεύθεροι Ελεύθεροι Δημοκράτες φαίνεται να μετατρέπονται σε πιο ευρωσκεπτικιστικό κόμμα. Στο πλαίσιο αυτό θεωρείται ότι ενισχύεται η πρόθεση για συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών τόσο στις ενέργειες για το ελληνικό χρέος όσο και στη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας.

Την ίδια ώρα πάντως, επικαλούμενη σε άλλο δημοσίευμα αναλυτές του Σίτι, η εφημερίδα αναφέρει ότι το περιεχόμενο του χθεσινού δημοσιεύματος της WSJ περί αλλαγής της γερμανικής στάσης είναι θετικό για την Ελλάδα και ολόκληρη την ευρωζώνη, καθώς απομακρύνει και τους φόβους για εξάπλωση της κρίσης. Αυτό το θετικό κλίμα ωστόσο θα μπορούσε να ανατραπεί, προειδοποιούν οι FT, αν η Ελλάδα δεν καταφέρει να συγκεντρώσει χρήματα από τις ιδιωτικοποιήσεις ή αν δεν υιοθετήσει σκληρά μέτρα για τη βελτίωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

FT: Πρόχειρες λύσεις τώρα, έξοδος από το ευρώ αργότερα

Σε άρθρο του συντάκτη των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς Τζον Πλέντερ σημειώνεται ότι η άποψη αυτών, όπως το στέλεχος της ΕΚΤ Λορέντσο Μπίνι Σμάγκι, που λένε ότι η Ελλάδα μπορεί να αποφύγει την πτώχευση/αναδιάρθρωση έχει βάση αν θεωρήσει κανείς πως μια χώρα με τόσο κακοδιαχείριση δεν έχει παρά περιθώρια ανάκαμψης. Αυτό, σημειώνει ο συντάκτης, ισχύει τόσο για τον υπερμεγέθη και σπάταλο δημόσιο τομέα όσο και για τον αναποτελεσματικό ιδιωτικό τομέα.

Παρόλα αυτά στην περίπτωση της Ελλάδας το πρόβλημα είναι ότι καλείται να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα του ΔΝΤ χωρίς τη βοήθεια της υποτίμησης του νομίσματος ή της αναδιάρθρωσης χρέους. Αυτό, σχολιάζει ο συντάκτης, απαιτεί πολλά από τον πληθυσμό της χώρας που υφίσταται βαθιά ύφεση, με αποτέλεσμα της διάβρωση της φορολογικής βάσης και την αύξηση του χρέους.

Αν μέσα σε όλα αυτά συνυπολογίσει κανείς τη μείωση μισθών, τις αντιδράσεις σε μια ενδεχόμενη προσπάθεια εξωτερικού ελέγχου του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και της συλλογής φόρων, καθώς και τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, ο κ. Πλέντερ τονίζει ότι οι αγορές μάλλον έχουν δίκιο να θεωρούν αναπόφευκτη την ελληνική αναδιάρθρωση. «Μπορεί η ΕΚΤ να αντιτίθεται με μανία σε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση, αλλά η ανακεφαλαιοποίηση των ισολογισμών της έχει ερμηνευθεί ως αναγνώριση της πιθανότητας αδυναμίας πληρωμών από την Ελλάδα», προστίθεται.

Το άρθρο καταλήγει πάντως λέγοντας ότι με τα δεδομένα ως έχουν πάντως και με το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα να είναι ευάλωτο, ο κ. Τρισέ έχει δίκιο να αντιστέκεται σε μια αναδιάρθρωση τώρα. Επομένως, για την ώρα δεν υπάρχει άλλη επιλογή από την πρόχειρη κάλυψη των προβλημάτων, κάτι που σημαίνει κάλυψη του άμεσου χρηματοδοτικού κενού της Ελλάδας. Όταν η χώρα καταγράψει πρωτογενές πλεόνασμα, θα είχε νόημα η έξοδός της από το ευρώ και η αξιοποίηση της υποτίμησης του νέου νομίσματός της, ενώ προηγουμένως οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα έχουν φροντίσει να ενισχύσουν το κεφάλαιό τους.

Οι μη-ανεκτές επιλογές της «αποτυχημένης ευρωζώνης»

Στην ανάλυσή του ο επικεφαλής οικονομικός συντάκτης των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, Μάρτιν Γουλφ τονίζει αρχικά ότι «η ευρωζώνη, όπως έχει σχεδιαστεί, έχει αποτύχει». Οι αρχές στις οποίες βασίστηκε έχουν αποδειχθεί ανεδαφικές στην πρώτη χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική κρίση. Οι επιλογές πλέον είναι είτε η στενότερη ένωση των χωρών μελών ή η έστω μερική διάλυση, σχολιάζει ο κ. Γουλφ.

Συνοψίζοντας τη σημερινή κατάσταση την ευρωζώνη, αναφέρει ότι αυτό που έχει συμβεί είναι η χρηματοδότηση των εθνικών κρατών από τις κεντρικές τράπεζες, μέσω της αποδοχής κρατικών ομολόγων που προσφέρουν ως εγγυήσεις οι εμπορικές τράπεζες. Παράλληλα οι κεντρικές τράπεζες διακινούν χρήμα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα η γερμανική Μπούντεσμπανκ να έχει μεγάλες σωρευμένες πιστώσεις προς άλλες τράπεζες, με τον Χανς Βέρνερ Ζιν να έχει επισημάνει τη «συμμετρία» μεταξύ αυτών των πιστώσεων και των ελλειμμάτων σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία. Κατά συνέπεια, η απειλή πτώχευσης μιας χώρας μέλους απειλεί την αντίστοιχη κεντρική τράπεζα και επιφέρει απώλειες στις κεντρικές τράπεζες των πιστωτών χωρών, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση των φορολογούμενων των χωρών αυτών, μία «δημοσιονομική μεταφορά από την πίσω πόρτα».

Όπως σημειώνει ο κ. Βολφ επικαλούμενος τον κ. Ζιν, αυτή η έμμεση χρηματοδότηση οφειλετών κρατών δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ καιρό ακόμα, καθώς έχει οδηγήσει σε απόσυρση πιστώσεων προς τις εμπορικές τράπεζες, με αποτέλεσμα σε δύο χρόνια οι κεντρικές τράπεζες να χρωστούν λεφτά στις εμπορικές. Την ίδια ώρα είναι ανάγκη να αποκατασταθεί η ομαλή κατάσταση κατά την οποία ο ιδιωτικός τομέας δανείζει τόσο τις τράπεζες όσο και τις κυβερνήσεις, αν και αυτό θα πάρει χρόνια, εφόσον δεν είναι πλέον αδύνατο να γίνει με τα υπέρογκα σημερινά χρέη.

Το συμπέρασμα του κ. Βολφ είναι ότι η αναδιάρθρωση χρέους μοιάζει αναπόφευκτη, αν και εύκολα καταλαβαίνει κανείς γιατί θα επρόκειτο για «εφιάλτη», ειδικά σε περίπτωση υλοποίησης της απειλής της ΕΚΤ για διακοπή παροχής ρευστότητας που θα οδηγούσε σε κατάρρευση τραπεζών, πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών και νέο νόμισμα, καθώς και διάλυση της ευρωζώνης.

Ο συντάκτης των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς καταλήγει λέοντας ότι αν οι αρμόδιοι θέλουν να διατηρήσουν το ισχύον μοντέλο της ευρωζώνης θα πρέπει να απομακρύνουν κάποια μέλη, αποστολή σχεδόν αδύνατη. Ούτως ή άλλως, προσθέτει, τρεις αλλαγές είναι αναπόδραστες: οι τράπεζες πρέπει να πάψουν να είναι εθνικές και αντίθετα να υπαχθούν σε ένα ενιαίο υπουργείο Οικονομικών ή σε μια σταθερή χώρα μέλος, η χρηματοδότηση της κρίσης πρέπει να περάσει από τις κεντρικές τράπεζες σε ένα μεγάλο δημόσιο ταμείο και οι αδύναμες χώρες θα πρέπει να μείνουν εκτός αγορών για περισσότερο διάστημα, ίσως μία δεκαετία, με τη χρηματοδότησή τους από την ευρωζώνη να συνοδεύεται από διαχειρίσιμους όρους και σκληρές μεταρρυθμίσεις.
Πηγή: Θανάσης Γκαβός, Λονδίνο