ΚΑΙΡΟΣ

Fitch: Αμετάβλητο το ελληνικό αξιόχρεο - Διατηρεί την αξιολόγηση BBB, με σταθερές προοπτικές

Ο οίκος αναγνωρίζει τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και την ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, αν και επισημαίνει ότι παραμένουν διαρθρωτικές αδυναμίες - Οι προβλέψεις για ανάπτυξη, πλεονάσματα

Αμετάβλητη στη βαθμίδα BBB, με σταθερές προοπτικές, διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας ο οίκος Fitch Ratings, επιλέγοντας να μην προχωρήσει σε νέα αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου. Στην ετυμηγορία του, ο οίκος αναγνωρίζει τη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων, την ανθεκτικότητα της οικονομικής ανάπτυξης και την ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους, επισημαίνοντας ωστόσο ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες.

Σύμφωνα με τη Fitch, η αξιολόγηση της Ελλάδας στηρίζεται στο κατά κεφαλήν εισόδημα και στους δείκτες διακυβέρνησης, οι οποίοι βρίσκονται πάνω από τη διάμεση τιμή των χωρών με αξιολόγηση BBB, καθώς και στο αξιόπιστο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής που εξασφαλίζει η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.

Ο οίκος επισημαίνει ότι οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, η συνετή οικονομική πολιτική και η ανθεκτική ανάπτυξη έχουν ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, επιταχύνοντας παράλληλα την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.

Ωστόσο, τα θετικά αυτά στοιχεία αντισταθμίζονται από αδυναμίες που κληροδότησε η οικονομική κρίση. Μεταξύ αυτών, η Fitch ξεχωρίζει το δημόσιο χρέος, το οποίο παραμένει εξαιρετικά υψηλό, παρά την ταχεία μείωσή του, τις επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και τους διαρθρωτικούς περιορισμούς που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.

Στο 124,6% του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος το 2028

Το εξαιρετικά υψηλό δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει βασικός περιοριστικός παράγοντας για την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας, ωστόσο η ταχεία αποκλιμάκωσή του συνεχίζει να ενισχύει τη βιωσιμότητά του και να στηρίζει τη βαθμίδα BBB.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Fitch, το χρέος της γενικής κυβέρνησης, το οποίο διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω στο 124,6% το 2028.

Η μείωση αυτή στηρίζεται στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, στην ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, στην ευνοϊκή διαφορά μεταξύ του επιτοκίου εξυπηρέτησης του χρέους και του ρυθμού ανάπτυξης, καθώς και στην ενεργητική διαχείριση του χρέους, η οποία περιλαμβάνει πρόωρες αποπληρωμές δανείων.

Παρότι το ελληνικό χρέος θα παραμείνει πολύ υψηλότερο από τη διάμεση τιμή του 56,9% του ΑΕΠ για τις χώρες με αξιολόγηση BBB, η Fitch εκτιμά ότι, με βάση τις προβλέψεις της, η Ελλάδα δεν θα έχει πλέον τον υψηλότερο λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη καθώς έως το τέλος του 2026 θα υποχωρήσει κάτω από της Ιταλίας.

Το «μαξιλάρι» ρευστότητας και τα επιτόκια

Η Fitch εκτιμά ότι το ευνοϊκό κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους και η ισχυρή θέση ρευστότητας περιορίζουν τους κινδύνους που συνδέονται με το ιδιαίτερα υψηλό ύψος του.

Όπως σημειώνει, η Ελλάδα επωφελείται από την πολύ μεγάλη μέση διάρκεια του χρέους, η οποία φτάνει τα 19 έτη, το υψηλό ποσοστό δανείων με ευνοϊκούς όρους και σταθερό επιτόκιο, καθώς και από τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα, τα οποία προβλέπεται να διαμορφωθούν περίπου στο 12% του ΑΕΠ το 2026.

Παράλληλα, το μέσο τεκμαρτό επιτόκιο του υφιστάμενου χρέους παραμένει χαμηλό, περίπου στο 1,5%, έναντι αναμενόμενης ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ κοντά στο 4%.

Αυτό αντανακλά την περιορισμένη μετακύλιση των επιτοκίων της αγοράς στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, συμπεριλαμβανομένου μέρους των επίσημων δανείων, για τα οποία ο επιτοκιακός κίνδυνος έχει αντισταθμιστεί.

Τα χαρακτηριστικά αυτά περιορίζουν τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, στηρίζουν την πρόσβαση της χώρας στις αγορές και ενισχύουν την ανθεκτικότητά της απέναντι στις διακυμάνσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% το 2026

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η Fitch στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας, οι οποίες ξεχωρίζουν σε σύγκριση με τις αντίστοιχες των χωρών της ίδιας πιστοληπτικής κατηγορίας.

Ο οίκος προβλέπει ότι το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης θα διαμορφωθεί στο 0,6% του ΑΕΠ το 2026, όταν η τρέχουσα προβλεπόμενη διάμεση τιμή για τις χώρες με αξιολόγηση BBB αντιστοιχεί σε έλλειμμα 3,1% του ΑΕΠ. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας εκτιμά ότι θα φτάσει το 3,6% του ΑΕΠ.

Οι προβλέψεις αυτές, όπως σημειώνει, ενσωματώνουν ήδη τα μόνιμα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ, συνολικού ύψους περίπου 0,8% του ΑΕΠ, τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως φορολογικές ελαφρύνσεις και στοχευμένες παρεμβάσεις στις δαπάνες.

Παράλληλα, έχουν ληφθεί υπόψη τα προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια και οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες της χώρας.

Η Fitch επισημαίνει ότι ο ρυθμός αύξησης των δημοσίων εσόδων εξακολουθεί να υπερβαίνει εκείνον των δαπανών, χάρη στις ισχυρές φορολογικές εισπράξεις, την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.

Δημοσιονομική πειθαρχία

Η Fitch επισημαίνει ότι η προσήλωση της Ελλάδας στη διατήρηση υγιών δημόσιων οικονομικών αποτελεί πλέον ένα πιο σταθερό πλεονέκτημα για την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις μετά την πανδημία καταδεικνύουν ένα ισχυρό ιστορικό συνετής διαχείρισης, το οποίο στηρίζεται σε ευρεία πολιτική και κοινωνική αποδοχή της συντηρητικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Η αξιοπιστία του δημοσιονομικού πλαισίου ενισχύεται επίσης από θεσμικές δικλίδες, όπως ο εγχώριος δημοσιονομικός κανόνας του 2025 που απαιτεί την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, καθώς και το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τον οίκο, οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και την εμπιστοσύνη ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική χαλάρωση θα παραμείνει περιορισμένη.

Η Fitch αντιμετωπίζει τη χαλαρότερη δημοσιονομική κατεύθυνση του προϋπολογισμού για το 2027 ως μετριασμό των προηγούμενων, καλύτερων από τις αναμενόμενες επιδόσεων και όχι ως ένδειξη εξασθένησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Ανάπτυξη 2% έως το 2028 

Ο οίκος σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, παρά το δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον και την αυξημένη αβεβαιότητα.

Προβλέπει μάλιστα ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί στο 2% την περίοδο 2026-2028, με την Ελλάδα να συνεχίζει να καταγράφει υψηλότερες επιδόσεις από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Βασικός μοχλός της ανάπτυξης παραμένει η εγχώρια ζήτηση και ιδιαίτερα οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση.

Τα έργα που συνδέονται με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Next Generation EU, οι δημόσιες επενδύσεις και οι επακόλουθες χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου και τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη.

Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν καθοδικοί κίνδυνοι, κυρίως λόγω του εξωτερικού περιβάλλοντος, αλλά και εξαιτίας εγχώριων κινδύνων που σχετίζονται με την υλοποίηση των επενδύσεων, δεδομένου της σημαντικής στάθμισής τους στο βασικό σενάριο ανάπτυξης.

Τα διαρθρωτικά εμπόδια στην ανάπτυξη

Παρά τη βελτίωση των αναπτυξιακών προοπτικών, η Fitch επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικούς διαρθρωτικούς περιορισμούς.

Η αύξηση των επενδύσεων συμβάλλει στην αναπλήρωση του παραγωγικού κεφαλαίου, έπειτα από μια μακρά περίοδο υποεπένδυσης, και στηρίζει τη μεσοπρόθεσμη σύγκλιση της οικονομίας.

Ωστόσο, οι επιπτώσεις της κρίσης χρέους παραμένουν σημαντικές. Το πραγματικό ΑΕΠ εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα από τα προ κρίσης υψηλά επίπεδα, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει χαμηλό σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η εικόνα της αγοράς εργασίας έχει βελτιωθεί σημαντικά, με την ανεργία να συνεχίζει να υποχωρεί. Παρ' όλα αυτά, οι ελλείψεις σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και άλλα διαρθρωτικά εμπόδια εξακολουθούν να περιορίζουν την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας.

Οι κίνδυνοι από τις εξωτερικές ανισορροπίες

Επιπλέον, σημειώνει ότι η εξωτερική θέση της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να αποτελεί βασική αδυναμία για την πιστοληπτική της αξιολόγηση, παρότι η συμμετοχή στην Ευρωζώνη περιορίζει τους κινδύνους εξωτερικής χρηματοδότησης.

Η Fitch προβλέπει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα διαμορφωθεί στο 6,5% του ΑΕΠ το 2026 και αναμένει απλώς σταδιακή αποκλιμάκωσή του μεσοπρόθεσμα.

Τα υψηλά εξωτερικά ελλείμματα, όπως σημειώνει, αντανακλούν το διαρθρωτικά χαμηλό επίπεδο εγχώριας αποταμίευσης, ενώ οι επενδύσεις με υψηλή εξάρτηση από τις εισαγωγές εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να ασκούν πιέσεις στο εξωτερικό ισοζύγιο.

Επιπλέον, αν και οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις, οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων και οι άμεσες ξένες επενδύσεις στηρίζουν τη χρηματοδότηση της οικονομίας, δεν αναμένεται ότι θα επιφέρουν ουσιαστική βελτίωση στους δείκτες εξωτερικής θέσης της χώρας.

Παράλληλα, η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη σε εισαγόμενες ανατιμήσεις, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση πληθωρισμού υψηλότερου από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης το 2026.

Ισχυρότερες και πιο ανθεκτικές οι τράπεζες, αλλά με αδυναμίες

Όσον αφορά το τραπεζικό σύστημα, η Fitch εκτιμά ότι οι κίνδυνοι που απορρέουν για το ελληνικό Δημόσιο παραμένουν περιορισμένοι, καθώς ο κλάδος είναι πλέον σημαντικά ισχυρότερος και πιο ανθεκτικός σε σύγκριση με το παρελθόν.

Η κερδοφορία, η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών διατηρούνται σε ικανοποιητικά επίπεδα, περιορίζοντας την πιθανότητα να απαιτηθεί κρατική στήριξη.

Η ποιότητα του ενεργητικού έχει επιδεινωθεί μόνο οριακά, λόγω της αναδιάρθρωσης παλαιών ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής, ενώ οι τράπεζες συνεχίζουν να διαθέτουν ισχυρή χρηματοδοτική βάση και πρόσβαση στις αγορές.

Παράλληλα, το πλαίσιο μακροπροληπτικής εποπτείας και τα μέτρα που εφαρμόζονται με κριτήριο τα χαρακτηριστικά των δανειοληπτών συμβάλλουν στον περιορισμό της συσσώρευσης συστημικών κινδύνων.

Ωστόσο, παραμένουν διαρθρωτικές αδυναμίες, μεταξύ των οποίων η συνεχιζόμενη σημαντική εξάρτηση από τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και η έκθεση σε εξωτερικούς κραδασμούς ή σε απότομη ανατιμολόγηση των κινδύνων στις αγορές.

Τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποβάθμιση του αξιόχρεου

Η Fitch προσδιορίζει δύο βασικές κατηγορίες κινδύνων, οι οποίοι, είτε μεμονωμένα είτε συνδυαστικά, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αρνητική ενέργεια αξιολόγησης ή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας.

Η πρώτη αφορά τα δημόσια οικονομικά και ειδικότερα το ενδεχόμενο να μην καταστεί δυνατή η διατήρηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ σε πτωτική τροχιά. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκύψει, για παράδειγμα, από διαρθρωτική χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής ή από την ενεργοποίηση σημαντικών ενδεχόμενων υποχρεώσεων του Δημοσίου.

Η δεύτερη αφορά τη μακροοικονομική και εξωτερική θέση της χώρας. Ένας δυσμενής κραδασμός που θα επηρέαζε τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας ή θα επιδείνωνε τις εξωτερικές ανισορροπίες θα μπορούσε επίσης να ασκήσει αρνητική πίεση στην αξιολόγηση.

Οι λόγοι για αναβάθμιση

Αντίστοιχα, ο οίκος επισημαίνει δύο βασικούς παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, να οδηγήσουν σε θετική αξιολόγηση ή αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας.

Ο πρώτος αφορά την περαιτέρω σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Καθοριστικό στοιχείο θα ήταν η ενίσχυση της εμπιστοσύνης ότι η μείωση αυτή θα συνεχιστεί με ταχύ ρυθμό, στηριζόμενη σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και στη διατήρηση της ανθεκτικής οικονομικής ανάπτυξης.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά τη βελτίωση των διαρθρωτικών θεμελιωδών μεγεθών που επηρεάζουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, όπως η ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας και η επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στην αγορά εργασίας.

Ολοκληρώθηκε ο χορός των αξιολογήσεων για φέτος

Η ετυμηγορία της Fitch ήταν η τελευταία για το 2026, ολοκληρώνοντας τον κύκλο των αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας από τους πέντε αναγνωρισμένους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) οίκους αξιολόγησης.

Τον Σεπτέμβριο, η Scope αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+, ενώ τον ίδιο μήνα η Moody’s και η DBRS αναβάθμισαν τις προοπτικές του ελληνικού αξιόχρεου από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας την αξιολόγηση της χώρας στις βαθμίδες Baa3 και BBB, αντίστοιχα.

Τον Οκτώβριο ακολούθησε η S&P, η οποία ήταν ο τέταρτος κατά σειρά οίκος που αξιολόγησε την ελληνική οικονομία στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, με τη Fitch να κλείνει τον κύκλο των αξιολογήσεων για το 202

Πηγή: skai.gr