ΚΑΙΡΟΣ

Φρήντριχ Νίτσε: «Η ζωή είναι μια αστείρευτη πηγή ηλιθιότητας»

Στις 15 Οκτωβρίου του 1844 γεννήθηκε ο αφοριστικός Φρήντριχ Νίτσε, ο οποίος με το έργο του έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας, θέτοντας νέες βάσεις για υπαρξιακές αναζητήσεις και δημιουργία νέων κανόνων ηθικής και αξιών.

Εμπνευσμένος από τη φιλοσοφία του Σοπενχάουερ και τη μουσική του Βάγκνερ, ο Νίτσε αναζήτησε την αλήθεια πίσω από τον άνθρωπο, τη λογική, και τη λειτουργία των αξιών στην ανθρώπινη ύπαρξη. Έμαθε να χορεύει στις σκέψεις και να σκέφτεται με μουσική, να αμφισβητεί κάθε δεδομένο και να αντιτίθεται σε κάθε τι που του επέβαλαν.

“”.

Ο Νίτσε ήταν εκείνος που αναγνώρισε πως το καλό και το κακό είναι απλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο Αντίχριστος μάχεται το ίδιο δυνατά με το Χριστό, πονάει το ίδιο βασανιστικά, και ματώνει το ίδιο θανατηφόρα.

“”.

Το θρησκόληπτο οικογενειακό περιβάλλον που μεγάλωσε υπήρξε μάλλον το έναυσμα για την φιλοσοφική αναζήτησή του σχετικά με το Θεό και το χριστιανισμό. Πίστεψε από νεαρή ηλικία πως ο χριστιανισμός δυσφημεί τη ζωή και την ύπαρξη της, με το φόβο μίας άλλης ζωής, κολαστήριο ή παράδεισο, και με τις έννοιες τιμωρία και αμαρτία να καταστρέφουν το ανθρώπινο σώμα και πνεύμα.

“».”

Η δύναμη για θέληση ήταν για το Νίτσε το χαρακτηριστικό εκείνο που έκανε τον άνθρωπο να επιβληθεί και να βρεθεί στην κορυφή της πυραμίδας της ζωής. Όμως τη θέληση για δύναμη τη διαχώριζε σε θετική (εκείνη δηλαδή που χαρακτηρίζει τους μεγάλους εφευρέτες καινούριων αξιών, εκείνους που δεν εμπνέονται αλλά εμπνέουν) και αρνητική (εκείνη τη θέληση για δύναμη που δεν σέβεται, δεν εκτιμά και δεν αναδεικνύει την αξία της ζωής).

“;”



Ο Νίτσε ίσως να μην ήταν όμως άθεος. Ίσως να ήταν οι άνθρωποι εκείνοι που σκότωσαν το Θεό. Ίσως ήταν η κοινωνία που κατέστρεφε τη θετική θέληση για δύναμη. Ίσως ήταν οι ανίεροι που επέβαλαν την αρνητική θέληση για δύναμη και σκότωναν το Θεό.

“;”

Παρά τη λανθασμένη άποψη πως ήταν αμοραλιστής, ο Νίτσε αναζητούσε τους δημιουργούς που θα κατάφερναν με τη θετική τους θέληση να αλλάξουν την κοινωνία.

“”

Ήταν εκείνος που εξέφρασε την έννοια του παθητικού μηδενισμού της κοινωνίας, με τις υψηλές αξίες να καταβαραθρώνονται και να υποτιμούνται. Χρησιμοποιώντας την αλαζονεία, τον σαρκασμό και τον κυνισμό, έγινε η εκκωφαντική φωνή που θα τρύπαγε τα αυτιά της ανθρωπότητας με την αλήθεια της.

“”.

Και ακριβώς αυτή την τάση επικράτησης της αρνητικής θέλησης για δύναμη ήθελε να εξηγήσει με τη μηδενιστική έκφρασή του. Την παρακμιακή Δύση του 19ου αιώνα έκρινε με τα λόγια του ενώ φώναζε την ανάγκη για εγκαθίδρυση μιας καινούργιας ηθικής, που θα στηρίζεται στην επαναξιολόγηση όλων των δεδομένων μέχρι τώρα αξιών, με μόνη προϋπόθεση την αυτοβελτίωση και την αγάπη για τον εαυτό μας. Πίστευε πως μόνο αν θεραπεύσεις τον εαυτό σου θα θεραπεύσεις και τον κόσμο γύρω σου.

“”.

Τέλος με τη θεωρία του για την αιώνια επιστροφή, ο Νίτσε προσπάθησε να περιγράψει με έναν αρνητικό τρόπο τη ζωή, της οποίας η κάθε στιγμή που ζεις αυτόματα πεθαίνει και εξαφανίζεται, και όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν ήταν, αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα, μιας και η ίδια η ζωή είναι μια σκιά χωρίς υπόσταση.

«;» ήταν το ερώτημα του Νίτσε για να διαμορφώσει τη θεωρία ενός ομοιώματος πραγματικότητας, ενός αντιγράφου που αναπαράγεται αιωνίως.

‘’.

Εκείνος που θα επιθυμεί την επανάληψη της ίδιας ζωής, χωρίς αλλαγές, χωρίς διορθώσεις, θα ήταν για το Νίτσε υπεράνθρωπο ον, αφού ο μέσος άνθρωπος δεν επιθυμεί την αέναη επανάληψη της δυστυχίας του, αλλά την διορθωμένη εκδοχή της ζωής του, όπως πολύ εύστοχα περιγράφεται στο Τάδε έφη Ζαρατούστρα.

“”.

Για το Νίτσε, το ευ ζην είναι η συνεχής αλλαγή, οι προκλήσεις, η απουσία μεταμέλειας, η ένταση, η δημιουργικότητα και η διακινδύνευση, γι αυτό και αντιτάχθηκε σε κάθε θρησκεία και φιλοσοφία που προωθούσε την ταπεινότητα, τον οίκτο, την αυτολύπηση, την ενοχή και την υποτακτικότητα.

“”

Και μπορεί ο υπαρξιστής φιλόσοφος Φρήντριχ Νίτσε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να έχασε τη διαύγεια και την οξύτητα του νου του όμως όπως ο ίδιος είχε γράψει “μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μετά το θάνατό τους”. Έτσι και εκείνος...

Με το έργο του, ο Φρήντριχ Νίτσε επηρέασε τον Ρίχαρντ Στράους, τον Αλμπέρ Καμύ, τον Αντρέι Ταρκόφσκι, ακόμα και τον ίδιο τον Χϊτλερ ενώ έκανε το Νίκο Καζατζάκη να γράψει για εκείνον:

“”.

Η παραλυτική ψυχική διαταραχή και τα μετέπειτα εγκεφαλικά επεισόδια έκαναν τον μηδενιστή, υπεράνθρωπο, αντίχριστο Ζαρατούστρα, προτού φύγει, να γραφτεί με χρυσά γράμματα στο βιβλίο της ζωής.

“”.Πηγή: Ματίλντα Καλλιοντζή