ΚΑΙΡΟΣ

«Στην πόλη της απόλυτης εποπτείας»

Τα νέα ποιήματα του Ντουρς Γκρύνμπαϊν, σημαντικής φωνής στη γερμανική λογοτεχνία, σκιαγραφούν τον αποξενωμένο άνθρωπο και αναζητούν ισορροπία στη σύγχρονη εποχή. Δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο περιοδικό της Ακαδημίας Καλών Τεχνών Βερολίνου.

Τα νέα ποιήματα του Ντουρς Γκρύνμπαϊν, του κατ’ εξοχήν λογοτέχνη της γερμανικής ενοποίησης, σκιαγραφούν τη μοντέρνα έρημη χώρα. Ο αποξενωμένος άνθρωπος στις δαγκάνες των ελεγκτικών μηχανισμών.Ο Ντουρς Γκρύνμπαϊν γεννήθηκε στη Δρέσδη και έκανε τη θητεία του στον ανατολικογερμανικό στρατό. Μετά ήρθε η ένωση των δύο Γερμανιών και ο νεαρός λογοτέχνης εξελίχθηκε σε έναν από τους αναγνωρισμένους ποιητές της γερμανικής ενοποίησης. Απέδωσε στο πρώιμο έργο του την ασάφεια μεταξύ του φωτός και του ερέβους που ενέσκηψε στην ερμηνεία του κόσμου μετά το τέλος της αντιπαράθεσης Ανατολής και Δύσης, την αμφισημία του καλού και του κακού.

Δεν είναι τυχαίο ότι βραβεύθηκε στα 33 του κιόλας με το βραβείο Μπύχνερ. Ακολούθησε μια άλλη ποιητική φάση με μια σχεδόν πιεστική επίδειξη αρχαιογνωσίας και εννοιολογική υπερφόρτωση με το ποιητικό εγώ να καταπλακώνεται κάτω από τα ερείπια αιώνων. Σημειωτέον ότι ο Ντουρς Γκρύνμπαϊν έχει μεταφραστεί επανειλημμένα στα ελληνικά από τον Θανάση Λάμπρου και τον Γιώργο Λίλλη. Κατ' εξοχήν ποιητής, καλλιέργησε όμως και το δοκίμιο, ενώ συχνά συμμετείχε σε δημόσιες συζητήσεις.

Μήπως στο μεταξύ ο ποιητής μας, στα 64 του πια, δαφνοστεφής poeta doctus και κάτοικος Ρώμης, πέτυχε μια ισορροπία της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας; Αυτή την εντύπωση μας δίνουν τα τελευταία του ποιήματα που μόλις δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Νόημα και φόρμα που εκδίδει η Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βερολίνου.Τίτλος τους: Τραβέρσες. Έτσι λέγονται οι υποδομές, οι οποίες στηρίζουν τις ράγες των τραίνων και απορροφούν τους κραδασμούς των συρμών. Ποιήματα λοιπόν που απορροφούν τους κραδασμούς της ζωής στην έρημη χώρα μας.

Ας διαβάσουμε ένα ποίημα για τον σύγχρονο άνθρωπο που αιωρείται στο κενό μετά την αποψίλωση της εμπειρίας:

ΜΕΡΗ

Πόρτες έκλειναν πίσω του

στα ξενοδοχεία μετά ήταν μόνος

τηλεφωνούσε έστελνε ραβασάκια

στην αγαπημένη στον φίλο

νυχτερινές σκέψεις για το καινούργιο

που δεν μπορούσε να πει κανείς

τι μας φέρνει τι μας παίρνει

όταν κανένα κλειδί δεν μας φυλάει πια

μαγνητικές κάρτες ρυθμίζουν τα πάντα

φθάνοντας ανάμεσα στους τελευταίους

στην αστική ζώνη του κανενός

όπου κανείς δεν κοιτούσε πια κανέναν

το «ενδιαφέρων» δεν έβγαζε νόημα

για τους συγκαιρινούς του τα μέρη

διατηρούνταν μόνο για μέρες Παρίσι

Ελσίνκι Ζυρίχη όπου η επίσκεψη

δεν γινόταν γεγονός εκτός από

ένα σκέτο «ήμουν κι εγώ εκεί»

Κι άλλο ένα ποίημα που μοιάζει να εκτυλίσσεται σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη, όπου η καφκική ατμόσφαιρα είναι πλέον πραγματικότητα, όπου οι επόπτες παρακολουθούν ασταμάτητα τους ανθρώπους με φωτοπαγίδες, τους παίρνουν φωτογραφία μόλις κινηθούν, όπως έκαναν παλιότερα οι φυσιοδίφες μελετώντας στη ζούγκλα την άγρια ζωή:

ΣΤΗΝ ΤΣΙΤΑ

Τη νύχτα όταν τα κέντρα των μεγαλουπόλεων

είναι βιτρίνες αδειανές ακίνητα

του κεφαλαίου που κοιμάται

παλέτες με προϊόντα στοιβαγμένα πυργωτά

κροκόδιλοι από μπετόν στις άκρες

των σιντριβανιών θυμίζουν πώς

αποπλάνησαν τα παιδιά μαθημένα

από μικρά στην κατανάλωση

το βιτουμένιο

έκανε την άσφαλτο να δέσει και

διασφαλίζει πλήρη αδιαφάνεια

φούσκες στις οδικές ζώνες φανάρια

απτικά συστήματα δίνουν σήμα

όχι μόνο στον τυφλό προς τα πού πάει

κάμερες φωτοπαγίδες

στην πόλη της απόλυτης εποπτείας

κρατούν τον κάτοικο τον πανταχού ξένο

στην τσίτα μέχρι αργά τη νύχτα

Πηγή: Deutsche Welle