ΚΑΙΡΟΣ

Τζίλο Ποντεκόρβο: Η «Μάχη του Αλγερίου», ο Μπράντο και το σινεμά της εξέγερσης

Ο Ποντεκόρβο, που πέθανε στη Ρώμη, σε ηλικία 86 ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια, άφησε στον γιο του, Μάρκο και σε όλους εμάς μία σπουδαία κληρονομιά, ανεξίτηλη στον χρόνο

Αν και το όνομα του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη Τζίλο Ποντεκόρβο μπορεί να είναι σήμερα σχεδόν άγνωστο στους νεότερους σινεφίλ και να μοιάζει ως ένα απομεινάρι μίας άλλης εποχής, όπου οι ιδέες έδιναν μάχη και στις κινηματογραφικές αίθουσες, το κεφάλαιό του στον παγκόσμιο κινηματογράφο, παραμένει ένα από τα σημαντικότερα, προκαλώντας απεριόριστη συγκίνηση στους παλαιότερους λάτρεις του πολιτικού σινεμά.

Υπήρξε ιδιαιτέρως επιδραστικός σε σημαντικότατους σκηνοθέτες, όπως ο Κώστας Γαβράς και ειδικά στις ταινίες του «Ζ» και «Σε Κατάσταση Πολιορκίας», ο Κεν Λόουτς, ο Όλιβερ Στόουν, ο Μάρτιν Σκορτσέζε, ο Σπάικ Λι, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ενώ ο Στίβεν Σόντερμπεργκ παραδέχθηκε ότι δανείστηκε τις στιλιστικές προτάσεις του Ποντεκόρβο, στο έξοχο «Traffic».

Η φήμη του Ποντεκόρβο εκτινάχτηκε όταν πριν 60 χρόνια παρουσίασε το αριστούργημά του «Η Μάχη του Αλγερίου», μια συνταρακτική ταινία, που προκάλεσε ενθουσιασμό ανάμεσα στους Ευρωπαίους κινηματογραφόφιλους και την κριτική, κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία και προτάθηκε για τρία Όσκαρ, ενώ σημαντική ήταν η απήχησή της και στην Αμερική. Ένα πολιτικό θρίλερ, ένα χρονικό του αγώνα ενός λαού ενάντια στην αποικιοκρατική στυγνή επιβολή της Γαλλίας, με καταιγιστικό ρυθμό και απαράμιλλη αφήγηση, που άλλαξε τη δομή και τη φιλοσοφία του πολιτικού σινεμά, «συνομιλώντας» με τα αριστουργήματα του Σεργκέι Αϊζενστάιν, «Το Θωρηκτό Ποτέμκιν» και «Απεργία».

Ο Τζίλο Ποντεκόρβο, που πέθανε πριν 20 χρόνια (12 Οκτωβρίου 2006), εκτός από το κινηματογραφικό του έργο, που ακόμη και σήμερα μελετάται από τους νέους και ανήσυχους σκηνοθέτες ή στις σχολές κινηματογραφίας, είχε και μια μυθιστορηματική ζωή, γεμάτη αντιφασιστικούς αγώνες και πολιτικές μάχες.

Από τα τρία εργοστάσια στο Κόμμα

Γεννημένος στην Πίζα, στις 19 Νοεμβρίου του 1919, ο Ποντεκόρβο ήταν γιος μιας κοσμικής εύπορης ιταλοεβραϊκής οικογένειας, που είχε τρία εργοστάσια υφαντουργίας, με περισσότερους από 1.000 εργαζόμενους. Μια κληρονομιά που απαρνήθηκε από τα νιάτα του. Είχε ακόμη εφτά αδέλφια, μεταξύ των οποίων ο Μπρούνο, ένας μετέπειτα σημαντικός πυρηνικός επιστήμονας, μέλος της ερευνητικής ομάδας του Νομπελίστα Ενρίκο Φέρμι, γνωστός για τις έρευνές του στην πειραματική σωματιδιακή φυσική και ιδίως στα νετρίνα, αλλά και τη φυγή του στη Μόσχα το 1950. Μαζί με τις τρεις αδελφές του και τον μικρότερο Τζίλο, είχαν ενταχθεί νωρίτερα στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Επίσης, ο αδελφός τους Γκουίντο Ποντεκόρβο, ήταν γνωστός γενετιστής, που εγκαταστάθηκε στη Βρετανία.

Από τη χημεία στη δημοσιογραφία και το σινεμά

Ο μόνος απ' τα αδέλφια που είχε καλλιτεχνικές ανησυχίες ήταν ο Τζίλο Ποντεκόρβο, αν και αυτός ξεκίνησε σπουδάζοντας χημεία στο Πανεπιστήμιο της Πίζας. Τα παράτησε πολύ γρήγορα και ήρθε σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες. Το 1938, αντιμέτωπος με τον αυξανόμενο αντισημιτισμό στην Ιταλία, από την άνοδο των φασιστών, ακολούθησε τον μεγαλύτερο αδελφό του Μπρούνο στο Παρίσι, όπου δούλεψε ως δημοσιογράφος. Εκεί, όμως, ήρθε σε επαφή και με τον κόσμο του κινηματογράφου και ξεκίνησε γυρίζοντας ντοκιμαντέρ μικρού μήκους. Έγινε βοηθός του Γιόρις Ίβενς, ενός Ολλανδού ντοκιμαντερίστα και γνωστού μαρξιστή, ενώ ήταν και βοηθός σκηνοθέτη του Ιβ Αλεγκρέ, που έκανε κυρίως φιλμ νουάρ. Στο Παρίσι, γνώρισε και καλλιτέχνες και διανοητές, που διεύρυναν τις απόψεις του, μεταξύ των οποίων και οι Πάμπλο Πικάσο, Ίγκορ Στραβίνσκι και Ζαν Πολ Σαρτρ, ενώ φίλοι του πήγαν να πολεμήσουν στο πλευρό των δημοκρατών στον ισπανικό εμφύλιο.

Ηγέτης του αντάρτικου στο Μιλάνο

Ο Τζίλο Ποντεκόρβο επέστρεψε στη χώρα του το 1941, για να μπει ενεργά στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Βρέθηκε στη Βόρεια Ιταλία, όπου οργάνωσε αντιφασιστικές αντάρτικες οργανώσεις, ενώ από το 1943 έως το τέλος του Πολέμου, αναδείχθηκε σε ηγέτη, με το ψευδώνυμο «Βαρνάβας», στο Μιλάνο. Στα ταραγμένα μεταπολεμικά χρόνια, έγινε συνεκδότης του εβδομαδιαίου κομμουνιστικού περιοδικού «Pattuglia» με τον Ντάριο Βολάρι, ενώ το 1956 διέκοψε κάθε δεσμό με το Κομμουνιστικό Κόμμα, έπειτα από τη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία, χωρίς, ωστόσο, να απαρνηθεί ποτέ την αφοσίωσή του στον μαρξισμό.

Ο Ροσελίνι και το ντεμπούτο

Βλέποντας την ταινία- σταθμό του Ρομπέρτο Ροσελίνι «Αυτοί που Έμειναν Ζωντανοί», παίρνει την απόφαση να στραφεί στον κινηματογράφο. Αγόρασε μία κάμερα 16 χιλιοστών και γύρισε αρκετά ντοκιμαντέρ, ενώ το 1957, έκανε το ντεμπούτο του σε μεγάλου μήκους ταινία, γυρίζοντας ένα επεισόδιο στη σπονδυλωτή ταινία «La Rosa dei Venti». Αμέσως μετά γύρισε την πρώτη δική του ταινία, «Ο Πλατύς Γαλάζιος Δρόμος», με την οποία προαναγγέλλει το ξεχωριστό στιλ των μεταγενέστερων δημιουργιών του και κερδίζει το πρώτο του βραβείο, στο διεθνές φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι.

Το Ολοκαύτωμα στην οθόνη

Χρειάστηκε πάνω από δυο χρόνια γυρισμάτων για το επόμενό του φιλμ, «Καπό», ένα ιστορικό δράμα γύρω από το Ολοκαύτωμα και την απόπειρα απόδρασης μίας νεαρής Εβραίας από ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ένας αντιπολεμικός ύμνος, που ξεχωρίζει για το σκληρό και τολμηρό, για την εποχή του, σκηνοθετικό βλέμμα και τις αυθεντικές συγκινητικές σκηνές του. Το φιλμ, παρά την έντονη κριτική που δέχθηκε από ορισμένους συναδέλφους του, προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Η ώρα του αριστουργήματος

Γνωστός για την ενδελεχή έρευνα των θεμάτων του και τελειομανής στο σενάριο, ο Ποντεκόρβο χρειάζεται πάνω από έξι χρόνια για να παρουσιάσει το αριστούργημά του, τη «Μάχη του Αλγερίου». Ο Ιταλός σκηνοθέτης, καταγράφει, χωρίς ωραιοποιήσεις ή μελοδραματισμούς, την οργανωμένη αντίσταση ενάντια στους Γάλλους και τον ηγέτη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, Σάαντι Γιάσεφ, που συνελήφθη, καταδικάστηκε σε θάνατο και πήρε χάρη, όταν ο πρόεδρος Ντεγκόλ έδωσε αμνηστία, λίγο πριν τη φυγή των στρατιωτικών δυνάμεων.

Ο πρωταγωνιστής ο λαός της Κάσμπα και το απαγορευμένο φιλμ

Ο Ποντεκόρβο, που έψαχνε καιρό ένα σενάριο για να καταγγείλει την ευρωπαϊκή αποικιοκρατική πολιτική, απόρριψε το κείμενο των απομνημονευμάτων του Γιάσεφ ως ακραία προπαγανδιστικό και προτίμησε να απλώσει την ιστορία του στα τέσσερα χρόνια του ξεσηκωμού και να κάνει πρωταγωνιστή όλο τον αφανή λαό, αυτόν που κρυβόταν στα στενοσόκακα του Αλγερίου κι έδινε την άνιση μάχη με τα γαλλικά στρατεύματα. Πυροδοτεί στη μεγάλη οθόνη σκηνές και πλάνα ανυπέρβλητης δύναμης, συνταράσσοντας κοινό και κριτική. Και αφού είχε συμβουλευτεί αμέτρητα ντοκουμέντα και μελετώντας τις τακτικές του ανταρτοπόλεμου των κατοίκων της Κάσμπα. Επιμένοντας στον ρεαλισμό, ο Ποντεκόρβο χρησιμοποίησε αποκλειστικά φυσικούς χώρους και φωτισμούς. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία ήταν ίδια με αυτή των επικαίρων της εποχής, η αφήγηση ντοκιμαντερίστικη, το σενάριο βασίστηκε σε αληθινά περιστατικά, ενώ για ηθοποιούς χρησιμοποίησε κυρίως ερασιτέχνες, πρώην αγωνιστές στον απελευθερωτικό αγώνα. Μοναδικός επαγγελματίας ήταν ο επιβλητικός Ζαν Μαρτέν, στον ρόλο του στρατηγού Ματιέ.

Μοναδικός δεξιοτέχνης, ο Ποντεκόρβο, παραδίδει μία αποστομωτική ταινία-σταθμό, τόσο επιδραστική, καλλιτεχνικά και πολιτικά, που συγκλονίζει και ταυτόχρονα αναδεικνύει την απόγνωση ενός λαού που δεν έχει να χάσει τίποτα και είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για την ελευθερία του, απέναντι στις πανίσχυρες στρατιωτικές δυνάμεις. Σημειώνεται ότι το φιλμ παρέμεινε απαγορευμένο στη Γαλλία μέχρι το 1971…

Ο αγαπημένος ρόλος του Μπράντο

Μετά την τεράστια φήμη που απέκτησε, ο Μάρλον Μπράντο, βρίσκεται πρωταγωνιστής στο επόμενο κινηματογραφικό εγχείρημα του Ποντεκόρβο. Είναι το εξαιρετικό πολιτικό δράμα «Queimada», γνωστό και ως «Burn!», που παρουσίασε το 1969. Ο Ποντεκόρβο μιλά καθαρά και αποκαλυπτικά για τις αποικιοκρατικές και ιμπεριαλιστικές τακτικές, τοποθετώντας την ιστορία του στον 19ο αιώνα και σε ένα νησί της Καραϊβικής, όταν στέλνεται ένας Άγγλος προβοκάτορας για να χειραγωγήσει την εξέγερση των ντόπιων ενάντια στους Πορτογάλους, υπέρ των μελλοντικών συμφερόντων της Βρετανίας και αποκαλύπτοντας τον ρόλο ξένων δυνάμεων σε φαινομενικά λαϊκές επαναστάσεις ή εξεγέρσεις που χρησιμοποιήθηκαν για το συμφέρον ξένων δυνάμεων. Ο Μπράντο, που όπως είπε ο ίδιος, ήταν ο αγαπημένος του ρόλος, υποδύεται τον Βρετανό πράκτορα -και προβοκάτορα- που χειραγωγεί την εξέγερση και επιστρέφει μετά από χρόνια για να καταστείλει την επανάσταση εναντίον των Άγγλων. Αξέχαστο το συγκλονιστικό φινάλε, καθώς το φτύσιμο στο πρόσωπο του Μπράντο, ήταν χειρότερο από τη μαχαιριά που δέχθηκε αμέσως μετά.

Έξω από καλούπια

Ο Ποντεκόρβο, που πέθανε στη Ρώμη, σε ηλικία 86 ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια, άφησε στον γιο του, Μάρκο και σε όλους εμάς μία σπουδαία κληρονομιά, ανεξίτηλη στον χρόνο και την παρακαταθήκη του σημαντικότερου ίσους διαλεκτικού του κινηματογράφου, αλλά και τη γοητεία ενός αθεράπευτου εραστή του σινεμά, που δεν μπήκε ποτέ στα καλούπια της εμπορικότητας και του ευτελούς.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ