Του Αντώνη Ζήβα
Σοβαρή πολιτική κρίση αντιμετωπίζει ο ακροδεξιός πρόεδρος της Χιλής, Χοσέ Αντόνιο Καστ, μετά την αποκάλυψη ότι η κυβέρνησή του ενέκρινε τη μείωση των ποινών 56 ανθρώπων που είχαν καταδικαστεί για σεξουαλικά εγκλήματα κατά ανηλίκων, μεταξύ των οποίων βιασμοί και σεξουαλική κακοποίηση.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση, οργανώσεις προστασίας των παιδιών και πολιτικούς από διαφορετικούς χώρους, ενώ ο πρόεδρος αναγκάστηκε να παραδεχθεί δημόσια ότι το κράτος απέτυχε απέναντι στα θύματα.
Σύμφωνα με την έρευνα του χιλιανού μέσου Interferencia, το υπουργείο Δικαιοσύνης εξέδωσε 56 διοικητικά διατάγματα από τις 11 Μαρτίου έως τις 13 Σεπτεμβρίου 2026, εκ των οποίων τα 27 αφορούσαν καταδικασθέντες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων και τα 29 για βιασμό.
Κατά το ίδιο δημοσίευμα, οι περισσότερες από τις σχετικές αιτήσεις εγκρίθηκαν, ενώ μόνο μία απορρίφθηκε.
Η υπόθεση πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις όταν έγινε γνωστό ότι αρκετοί από τους καταδικασθέντες έχουν ήδη αποφυλακιστεί, έχοντας επωφεληθεί από τη μείωση της ποινής τους.
Ο Καστ παραδέχεται ότι το κράτος απέτυχε απέναντι στα θύματα
Ο Χοσέ Αντόνιο Καστ αναγνώρισε τη σοβαρότητα της υπόθεσης, ζητώντας συγγνώμη από τα θύματα και τις οικογένειές τους. Σε δημόσια δήλωσή του, παραδέχθηκε ότι οι αποφάσεις της κυβέρνησης έχουν προκαλέσει νέα οδύνη σε ανθρώπους που είχαν ήδη υποστεί σεξουαλική κακοποίηση.
«Σε αυτά τα θύματα, σε αυτά τα παιδιά που είναι τώρα νέοι ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ενήλικες, και που αναγκάζονται να ξαναζήσουν τις χειρότερες στιγμές της ζωής τους, λέω ξεκάθαρα ότι το κράτος τούς απέτυχε», δήλωσε.
Ο Χιλιανός πρόεδρος ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τους χειρισμούς της κυβέρνησής του, χωρίς ωστόσο να απομακρύνει τον υπουργό Δικαιοσύνης, Φερνάντο Ραμπάτ.
«Ως εν ενεργεία πρόεδρος, πρέπει να αναλάβω την ευθύνη που βαρύνει αυτήν την κυβέρνηση, η οποία εκτείνεται πέρα από την εκτελεστική εξουσία. Αναλαμβάνουμε την ευθύνη, όποιο κι αν είναι το κόστος», πρόσθεσε, σύμφωνα με τη χιλιανή εφημερίδα La Tercera.
Ο Καστ ζήτησε από τον υπουργό να αναλάβει τις ενέργειες για τη διόρθωση της κατάστασης και την αποσαφήνιση των συνθηκών υπό τις οποίες εγκρίθηκαν οι μειώσεις των ποινών. Παράλληλα, το υπουργείο ανέστειλε την επεξεργασία νέων μειώσεων για καταδικασθέντες για σεξουαλικά εγκλήματα κατά ανηλίκων και ανακοίνωσε ότι θα επανεξετάσει τις ήδη εκδοθείσες αποφάσεις.
Γιατί εγκρίθηκαν οι μειώσεις των ποινών
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Φερνάντο Ραμπάτ υπερασπίστηκε τις αποφάσεις, υποστηρίζοντας ότι το υπουργείο ακολούθησε τη νομοθεσία και τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας.
Η διαμάχη αφορά το νομικό πλαίσιο για τη μείωση των ποινών κρατουμένων με καλή διαγωγή. Η σχετική νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα μείωσης της διάρκειας κράτησης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ωστόσο, τροποποίηση που τέθηκε σε ισχύ το 2022 απέκλεισε από το σχετικό ευεργέτημα τους καταδικασθέντες για συγκεκριμένα σεξουαλικά εγκλήματα κατά ανηλίκων.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο περιορισμός δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά σε αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της τροποποίησης. Κατά τον Ραμπάτ, προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου είχαν αναγνωρίσει σε καταδικασθέντες το δικαίωμα να ζητήσουν μείωση της ποινής τους, βάσει του προγενέστερου νομικού πλαισίου.
Ωστόσο, η εξήγηση αυτή αμφισβητείται. Σύμφωνα με το Interferencia, οι 56 μειώσεις εγκρίθηκαν με διοικητικά διατάγματα και όχι έπειτα από δικαστικές προσφυγές των συγκεκριμένων καταδικασθέντων. Το γεγονός αυτό έχει τροφοδοτήσει ερωτήματα για το κατά πόσο το υπουργείο ήταν υποχρεωμένο να εγκρίνει τις αιτήσεις ή εάν επέλεξε να εφαρμόσει με συγκεκριμένο τρόπο την ερμηνεία της νομολογίας.
Η πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, Γκλόρια Άνα Τσεβίσεβιτς, διευκρίνισε ότι τα διατάγματα εκδόθηκαν από τον υπουργό Δικαιοσύνης στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του. Επισήμανε επίσης ότι τα δικαστήρια εξετάζουν τέτοιες υποθέσεις όταν υποβάλλονται οι προβλεπόμενες προσφυγές, χωρίς να επιβεβαιώσει ότι υπάρχει ενιαία νομολογιακή ερμηνεία που επιβάλλει τις συγκεκριμένες μειώσεις.
Το υπουργείο δεν έχει διευκρινίσει πόσες από τις 56 περιπτώσεις αφορούν αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την αλλαγή της νομοθεσίας το 2022 ούτε ποια ακριβώς νομική αιτιολογία εφαρμόστηκε σε κάθε περίπτωση.
Απαιτούν την απομάκρυνση του υπουργού Δικαιοσύνης
Η αντιπολίτευση ζητά την παραίτηση του Ραμπάτ και έχει ανακοινώσει ότι εξετάζει την έναρξη διαδικασίας συνταγματικής ευθύνης σε βάρος του. Παράλληλα, βουλευτές ζητούν να εξεταστούν οι διοικητικές αποφάσεις και να αποσαφηνιστεί εάν υπήρξαν παραλείψεις ή εσφαλμένη εφαρμογή του νομικού πλαισίου.
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στην αντιπολίτευση. Βουλευτές της δεξιάς, μεταξύ των οποίων στελέχη της Ανεξάρτητης Δημοκρατικής Ένωσης, έχουν ζητήσει να ανακληθούν οι μειώσεις των ποινών, ενώ η πρόεδρος της Γερουσίας, Παουλίνα Νούνιες, από το κόμμα Εθνική Ανανέωση, έχει ανακοινώσει πρωτοβουλίες για αλλαγές στη νομοθεσία.
«Οι νόμοι πρέπει να προστατεύουν τους πιο ευάλωτους ανθρώπους. Πίσω από αυτά τα εγκλήματα βρίσκονται θύματα και οικογένειες που ζουν με τις συνέπειές τους», δήλωσε η Νούνιες.
Το ζήτημα περιπλέκεται από τις νομικές δυσκολίες που ενδέχεται να προκύψουν στην προσπάθεια ανατροπής των ήδη εκτελεσμένων αποφάσεων. Η αναστολή νέων μειώσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ακύρωση των διαταγμάτων που έχουν ήδη εκδοθεί ούτε την επιστροφή όσων αποφυλακίστηκαν στη φυλακή.
Το πολιτικό κόστος για τον Καστ
Η υπόθεση πλήττει την πολιτική εικόνα του προέδρου, ο οποίος είχε στηρίξει μεγάλο μέρος της προεκλογικής του εκστρατείας στην ασφάλεια, στην αυστηρή αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και στην προστασία των οικογενειών.
Ο Ρομπέρτο Μαρντόνες, διευθυντής της Σχολής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Mayor της Χιλής, εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση απειλεί να υπονομεύσει δύο από τις βασικές πολιτικές δεσμεύσεις του Καστ: την ασφάλεια και την προστασία των παιδιών.
Όπως δήλωσε στο UPI, η υπόθεση μπορεί να έχει σημαντικό πολιτικό κόστος, καθώς ενισχύει την αντίληψη ότι η κυβέρνηση λαμβάνει αποφάσεις που δεν ανταποκρίνονται στις προεκλογικές της δεσμεύσεις και αναγκάζεται να τις διορθώσει υπό την πίεση των αντιδράσεων.
Η διαμάχη εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η δημοτικότητα του προέδρου καταγράφει πτώση. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα Plaza Pública της εταιρείας Cadem, που δημοσιεύθηκε την Κυριακή, η αποδοχή του Καστ μειώθηκε κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες, στο 29%, ενώ η αποδοκιμασία του αυξήθηκε κατά τέσσερις μονάδες, στο 66%.
Στην ίδια έρευνα, το 89% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι γνώριζε την υπόθεση και το 92% τάχθηκε κατά των μειώσεων των ποινών, ανεξάρτητα από τη νομική αιτιολογία που προβλήθηκε. Μόλις το 3% υποστήριξε τα μέτρα.
Οι μειώσεις ποινών και το παρελθόν της δικτατορίας Πινοσέτ
Η υπόθεση αποκτά πρόσθετη πολιτική διάσταση, καθώς η κυβέρνηση του Χοσέ Αντόνιο Καστ - ο οποίος έχει δηλώσει ότι είναι θαυμαστής του χιλιανού δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ - έχει δεχθεί κριτική και για μειώσεις ποινών που αφορούν καταδικασθέντες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Πινοσέτ.
Ο Ραμπάτ υποστήριξε ότι και στην προηγούμενη κυβέρνηση του Γκαμπριέλ Μπόριτς είχαν εγκριθεί περισσότερες από 275 διοικητικές αποφάσεις για μειώσεις ποινών. Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση για να υποστηρίξει ότι η πρακτική δεν ξεκίνησε με την ανάληψη της εξουσίας από τον Καστ. Ωστόσο, ο αριθμός από μόνος του δεν αποσαφηνίζει πόσες από τις προηγούμενες περιπτώσεις αφορούσαν τα ίδια αδικήματα ούτε εάν εφαρμόστηκαν τα ίδια κριτήρια.
Η κρίση αναδεικνύει έτσι μια ευρύτερη αντιπαράθεση για την εφαρμογή της νομοθεσίας, την ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας και την προστασία των θυμάτων. Για την κυβέρνηση Καστ, το πολιτικό διακύβευμα δεν περιορίζεται στη διαχείριση των 56 διαταγμάτων, αλλά επεκτείνεται στην αξιοπιστία των δεσμεύσεών της για την ασφάλεια και την προστασία των ανηλίκων.
Πηγή: skai.grΔιαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.