ΚΑΙΡΟΣ

Δικαιοσύνη vs. Τραμπ: Από τον αποκλεισμό των ΜΜΕ στους δασμούς και την ιθαγένεια – Οι αποφάσεις που μπλόκαραν την ατζέντα του

Από τους δασμούς και την ιθαγένεια έως τα ΜΜΕ και τις απελάσεις, οι αποφάσεις των δικαστηρίων που έβαλαν φρένο σε πολιτικές του Αμερικανού προέδρου

Του Αντώνη Ζήβα

Η απόφαση ομοσπονδιακού δικαστή να υποχρεώσει τον Λευκό Οίκο να αποκαταστήσει την πρόσβαση των δημοσιογράφων του CNN, του MS NOW και του Politico ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά δικαστικών αναμετρήσεων που έχουν σημαδέψει τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.

Από τον Ιανουάριο του 2025, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει βρεθεί επανειλημμένα αντιμέτωπος με ομοσπονδιακούς δικαστές και με το Ανώτατο Δικαστήριο για ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της πολιτικής του: από τη μεταναστευτική πολιτική και τους δασμούς έως την εκτελεστική εξουσία, την ψήφο και την ελευθερία του Τύπου.

Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι μονοδιάστατη. Σε αρκετές άλλες υποθέσεις ο Τραμπ έχει κερδίσει σημαντικές δικαστικές μάχες, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο έχει περιορίσει την εξουσία των κατώτερων δικαστηρίων να μπλοκάρουν σε εθνικό επίπεδο τις προεδρικές αποφάσεις. Επομένως, πρόκειται περισσότερο για μια διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία παρά για μια γραμμική σειρά δικαστικών ηττών του Αμερικανού προέδρου.

Η τελευταία μάχη: CNN, MS NOW και Politico επιστρέφουν στον Λευκό Οίκο

Η πιο πρόσφατη υπόθεση αφορά τα μέσα ενημέρωσης.

Ο ομοσπονδιακός δικαστής Τίμοθι Κέλι διέταξε στις 24 Σεπτεμβρίου την άμεση αποκατάσταση της πρόσβασης των δημοσιογράφων του CNN, του MS NOW και του Politico στον Λευκό Οίκο, μπλοκάροντας προσωρινά την απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να αποκλείσει τα τρία μέσα.

Η απόφαση ισχύει για 14 ημέρες, ενώ η δικαστική διαμάχη συνεχίζεται. Ο Κέλι έκρινε ότι τα μέσα έχουν ισχυρές πιθανότητες να αποδείξουν πως η αφαίρεση των διαπιστεύσεών τους παραβίασε την προβλεπόμενη διαδικασία και την Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι ο Κέλι είχε διοριστεί στο ομοσπονδιακό δικαστήριο από τον ίδιο τον Τραμπ κατά την πρώτη του προεδρία.

Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η πρόσβαση στον Λευκό Οίκο αποτελεί προνόμιο και όχι δικαίωμα και επικαλέστηκε λόγους εθνικής ασφάλειας. Ο δικαστής, ωστόσο, δήλωσε ότι τα στοιχεία της υπόθεσης δεν τεκμηρίωναν ότι η ανάκληση των διαπιστεύσεων έγινε για λόγους εθνικής ασφάλειας.

Η υπόθεση είναι ιδιαίτερα συμβολική, καθώς ο αποκλεισμός των τριών μέσων είχε προκαλέσει ευρύτερη αντίδραση από την αμερικανική δημοσιογραφική κοινότητα.

Το κτίριο του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον.

Οι δασμοί: Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε «όχι» στην επίκληση έκτακτης ανάγκης

Μία από τις σημαντικότερες δικαστικές αναμετρήσεις της δεύτερης θητείας του Τραμπ αφορούσε την εμπορική του πολιτική.

Τον Φεβρουάριο του 2026 το Ανώτατο Δικαστήριο, με ψήφους 6-3, έκρινε ότι ο Τραμπ δεν είχε την εξουσία να επιβάλει τους ευρείς παγκόσμιους δασμούς που είχε θεσπίσει επικαλούμενος τον νόμο International Emergency Economic Powers Act, τον γνωστό IEEPA.

Η πλειοψηφία έκρινε ότι ο συγκεκριμένος νόμος δεν παρείχε στον πρόεδρο την εξουσία να επιβάλλει δασμούς αυτού του εύρους και ότι για μια τόσο σημαντική οικονομική εξουσία απαιτείται σαφής εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο.

Η απόφαση είχε και τεράστιο οικονομικό αποτύπωμα. Εκτιμήσεις που δόθηκαν στο Reuters ανέφεραν ότι περισσότερα από 175 δισ. δολάρια σε δασμούς που είχαν ήδη εισπραχθεί μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπα με διαδικασίες επιστροφής.

Ο Τραμπ δεν εγκατέλειψε την εμπορική του πολιτική. Μετά την απόφαση στράφηκε σε άλλες νομικές βάσεις για την επιβολή δασμών, επιβεβαιώνοντας ότι η δικαστική απόφαση περιόρισε συγκεκριμένο εργαλείο της πολιτικής του και όχι συνολικά τη δυνατότητα της κυβέρνησης να χρησιμοποιεί δασμούς.

Διαδηλωτές συγκεντρώνονται έξω από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, ενώ οι δικαστές εξετάζουν τις προφορικές αγορεύσεις σχετικά με το αν ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να αρνηθεί την υπηκοότητα σε παιδιά που έχουν γεννηθεί από γονείς που βρίσκονται παράνομα ή προσωρινά στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Καπιτώλιο, στην Ουάσινγκτον, τον Απρίλιο.

Ιθαγένεια εκ γενετής: Η μεγάλη ήττα στο Ανώτατο Δικαστήριο

Από την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ επιχείρησε να περιορίσει την πρακτική της απόδοσης αμερικανικής υπηκοότητας σε παιδιά που γεννιούνται στις ΗΠΑ από γονείς που βρίσκονται παράνομα ή προσωρινά στη χώρα.

Η προεδρική εντολή είχε μπλοκαριστεί από ομοσπονδιακά δικαστήρια και τελικά έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Στις 30 Ιουνίου 2026 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την ουσία της προσπάθειας του Τραμπ. Με ψήφους 6-3 το δικαστήριο διατήρησε την ευρεία ερμηνεία της 14ης Τροπολογίας και απέρριψε την προεδρική προσπάθεια να εξαιρεθούν από την υπηκοότητα παιδιά που γεννιούνται στις ΗΠΑ από γονείς χωρίς αμερικανική υπηκοότητα υπό τις προϋποθέσεις του διατάγματος.

Η απόφαση ήταν ιδιαίτερα σημαντική επειδή αφορούσε μια από τις βασικές προεκλογικές και κυβερνητικές δεσμεύσεις του Τραμπ στο μεταναστευτικό.

Τα κατώτερα δικαστήρια είχαν ήδη μπλοκάρει την εφαρμογή της εντολής, με δικαστές να υποστηρίζουν ότι συγκρούεται με το Σύνταγμα και την καθιερωμένη νομολογία για τη 14η Τροπολογία.

H-1B: Το δικαστήριο μπλοκάρει το τέλος των 100.000 δολαρίων

Μία ακόμη σημαντική δικαστική σύγκρουση αφορά το πρόγραμμα H-1B, μέσω του οποίου αμερικανικές επιχειρήσεις προσλαμβάνουν εργαζομένους υψηλής ειδίκευσης από το εξωτερικό.

Τον Ιούνιο του 2026 ομοσπονδιακός δικαστής στη Βοστώνη έκρινε παράνομη την επιβολή τέλους 100.000 δολαρίων για νέες αιτήσεις H-1B.

Ο δικαστής Λίο Σορόκιν έκρινε ότι το ποσό λειτουργούσε ουσιαστικά ως φόρος και ότι η κυβέρνηση δεν είχε λάβει την απαιτούμενη εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο για να τον επιβάλει.

Η κυβέρνηση προσέφυγε, αλλά τον Ιούλιο το 1ο Εφετείο των ΗΠΑ απέρριψε το αίτημά της να «παγώσει» την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου.

Η υπόθεση παραμένει σε δικαστική εκκρεμότητα, ενώ ο Τραμπ έχει ήδη παρατείνει για έναν ακόμη χρόνο την προσπάθεια επιβολής του συγκεκριμένου τέλους.

Οι απελάσεις και ο νόμος του 1798

Το μεταναστευτικό αποτέλεσε από τους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας μία από τις βασικές εστίες δικαστικής αντιπαράθεσης.

Η κυβέρνηση Τραμπ επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον Alien Enemies Act, έναν νόμο του 1798 που είχε θεσπιστεί σε περίοδο πολέμου, για να επιταχύνει την απέλαση φερόμενων μελών της συμμορίας Tren de Aragua από τη Βενεζουέλα.

Τον Μάιο του 2025 ομοσπονδιακός δικαστής μπλόκαρε τη χρήση του νόμου για τις συγκεκριμένες απελάσεις, κρίνοντας ότι η επίκλησή του από την κυβέρνηση δεν μπορούσε να στηρίξει την πρακτική που ακολουθούσε.

Η υπόθεση δεν εξελίχθηκε, ωστόσο, σε καθαρή και οριστική νίκη της Δικαιοσύνης απέναντι στην κυβέρνηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο παρενέβη αρκετές φορές στη συνέχεια, θέτοντας όρους και διαδικαστικές απαιτήσεις, αλλά ταυτόχρονα επιτρέποντας σε σημαντικό βαθμό στην κυβέρνηση να συνεχίσει την επιθετική μεταναστευτική της πολιτική.

Αυτό είναι χαρακτηριστικό της δεύτερης θητείας: οι δικαστές συχνά αμφισβητούν τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται μια πολιτική χωρίς να ακυρώνουν κατ' ανάγκη τον συνολικό στόχο της.

Απελάσεις σε τρίτες χώρες: Νέα δικαστική ήττα τον Σεπτέμβριο

Μόλις στις 18 Σεπτεμβρίου 2026, το 1ο Εφετείο των ΗΠΑ απέρριψε την πολιτική της κυβέρνησης που επέτρεπε την ταχεία απέλαση μεταναστών σε τρίτες χώρες χωρίς να τους παρέχεται ουσιαστική δυνατότητα να προβάλουν λόγους ασφαλείας.

Το δικαστήριο επικύρωσε σε μεγάλο βαθμό απόφαση του ομοσπονδιακού δικαστή Μπράιαν Μέρφι, ο οποίος είχε κρίνει ότι η πολιτική παραβιάζει τις απαιτήσεις της διαδικασίας που προβλέπει το Σύνταγμα.

Σύμφωνα με το Reuters, περισσότεροι από 25.000 μετανάστες έχουν επηρεαστεί από τις απελάσεις σε τρίτες χώρες στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πολιτικής, με προορισμούς όπως το Μεξικό και η Ουγκάντα.

Η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο, επομένως και αυτή η υπόθεση δεν αποτελεί ακόμη την τελική λέξη της αμερικανικής Δικαιοσύνης.

Ψήφος και εκλογές: Νέα δικαστικά εμπόδια

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει βρεθεί αντιμέτωπη με δικαστικές αποφάσεις και στο μέτωπο της εκλογικής διαδικασίας.

Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2026 ομοσπονδιακά δικαστήρια μπλόκαραν επανειλημμένα την προσπάθεια της κυβέρνησης να εφαρμόσει εκτελεστικό διάταγμα που περιόριζε την επιστολική ψήφο.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ομοσπονδιακό εφετείο στην Ουάσιγκτον διατήρησε επίσης την απαγόρευση χρήσης ομοσπονδιακής βάσης δεδομένων για τον έλεγχο της υπηκοότητας των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Η απόφαση ελήφθη με ψήφους 2-1.

Και στις δύο περιπτώσεις η κυβέρνηση έχει υποστηρίξει ότι τα μέτρα αποσκοπούν στην προστασία της εκλογικής διαδικασίας. Τα δικαστήρια, ωστόσο, έχουν εγείρει ζητήματα σχετικά με την εξουσία της εκτελεστικής εξουσίας και τις επιπτώσεις των μέτρων στους ψηφοφόρους.

Η μάχη είναι ιδιαίτερα κρίσιμη ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Η προσπάθεια απομάκρυνσης μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Fed: Το Ανώτατο Δικαστήριο μπλοκάρει τον Τραμπ

Μία από τις πιο θεσμικά ευαίσθητες συγκρούσεις αφορούσε την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.

Ο Τραμπ επιχείρησε να απομακρύνει από το Διοικητικό Συμβούλιο της Federal Reserve τη Λίσα Κουκ. Ήταν η πρώτη φορά από την ίδρυση της κεντρικής τράπεζας το 1913 που πρόεδρος επιχειρούσε να απομακρύνει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.

Τον Ιούνιο του 2026 το Ανώτατο Δικαστήριο, με ψήφους 5-4, αρνήθηκε να επιτρέψει προσωρινά την απομάκρυνσή της, προστατεύοντας τη θέση της μέχρι να κριθεί η υπόθεση.

Η απόφαση είχε ιδιαίτερη σημασία για την ανεξαρτησία της Federal Reserve, αν και την ίδια ημέρα το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε άλλη απόφαση που διεύρυνε την προεδρική εξουσία απέναντι σε επικεφαλής άλλων ανεξάρτητων ομοσπονδιακών υπηρεσιών.

Και αυτό δείχνει ξανά ότι η σχέση Τραμπ και Δικαιοσύνης δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως μια σειρά από δικαστικές ήττες.

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χειροκροτεί τον Κέβιν Γουόρς, αμέσως μετά την ορκωμοσία του ως Προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, την Παρασκευή 22 Μαΐου 2026, στην Ουάσινγκτον.

DOGE και ομοσπονδιακό κράτος: Εκεί όπου η Δικαιοσύνη έβαλε αρχικά φρένο

Στους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας, οι δικαστικές συγκρούσεις επεκτάθηκαν και στην προσπάθεια του Τραμπ και του Έλον Μασκ να συρρικνώσουν δραστικά τον ομοσπονδιακό μηχανισμό.

Τον Φεβρουάριο του 2025 ομοσπονδιακό δικαστήριο μπλόκαρε την πρόσβαση της ομάδας DOGE σε συστήματα του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών που διαχειρίζονται τρισεκατομμύρια δολάρια ομοσπονδιακών πληρωμών.

Η απόφαση αποτελούσε σημαντικό προσωρινό εμπόδιο στην προσπάθεια αναδιάρθρωσης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Ωστόσο, και εδώ η εξέλιξη ήταν διαφορετική από μια οριστική δικαστική ήττα. Τον Ιούλιο του 2025 το Ανώτατο Δικαστήριο άνοιξε τον δρόμο στην κυβέρνηση για την προώθηση μαζικών περικοπών θέσεων εργασίας και τη συρρίκνωση ομοσπονδιακών υπηρεσιών.

Τι δείχνουν τελικά οι δικαστικές μάχες

Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ έχει βρεθεί αντιμέτωπος με ένα πρωτοφανές σε εύρος κύμα δικαστικών προσφυγών.

Σε αρκετές περιπτώσεις, ομοσπονδιακοί δικαστές μπλόκαραν προσωρινά ή οριστικά συγκεκριμένα μέτρα της κυβέρνησης. Σε άλλες, το Ανώτατο Δικαστήριο περιόρισε την εξουσία του προέδρου. Σε αρκετές ακόμη, όμως, το ίδιο δικαστήριο άνοιξε τον δρόμο στην εφαρμογή βασικών τμημάτων της ατζέντας του.

Η πιο καθαρή εικόνα προκύπτει από τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου του 2026: ο Τραμπ έχασε μεγάλες υποθέσεις για τους δασμούς, την ιθαγένεια εκ γενετής και την απομάκρυνση της Λίσα Κουκ, αλλά ταυτόχρονα κέρδισε κρίσιμες μάχες που διεύρυναν την εκτελεστική του εξουσία.

Έτσι, η επιστροφή των δημοσιογράφων του CNN, του MS NOW και του Politico στον Λευκό Οίκο δεν είναι απλώς μια ακόμη διαμάχη ανάμεσα στον Τραμπ και τα μέσα ενημέρωσης.

Είναι το πιο πρόσφατο επεισόδιο μιας ευρύτερης σύγκρουσης για τα όρια της προεδρικής εξουσίας στις ΗΠΑ.

Και το βασικό ερώτημα που διατρέχει όλες αυτές τις υποθέσεις είναι πλέον σαφές: μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας πρόεδρος όταν επικαλείται την εκτελεστική του εξουσία και πού ακριβώς αρχίζουν τα όρια που θέτει το Σύνταγμα, το Κογκρέσο και η αμερικανική Δικαιοσύνη;
 

Πηγή: skai.gr