ΚΑΙΡΟΣ

Πέθανε η Γκλόρια Στέιναμ, εμβληματική μορφή του φεμινιστικού κινήματος στις ΗΠΑ

Ο θάνατός της σηματοδοτεί το τέλος της ζωής μιας από τις πιο αναγνωρίσιμες και επιδραστικές μορφές στον αγώνα για την ισότητα των φύλων.

Σε ηλικία 92 ετών έφυγε από τη ζωή η πρωτοπόρος Αμερικανίδα φεμινίστρια Γκλόρια Στέιναμ.

Η Στέιναμ επηρέασε καθοριστικά το φεμινιστικό κίνημα στις ΗΠΑ -και όχι μόνο- στις δεκαετίες του '60 και του '70.

Ο θάνατός της ανακοινώθηκε στον λογαριασμό της στο Instagram: «Η Στάινεμ πέθανε την Τετάρτη στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, έχοντας κοντά της αγαπημένα της πρόσωπα» αναφέρεται.

Η απώλειά της σηματοδοτεί το τέλος της ζωής μιας από τις πιο αναγνωρίσιμες και επιδραστικές μορφές στον αγώνα για την ισότητα των φύλων.

Η Γκλόρια Στέιναμ γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1934 στο Τολέδο του Οχάιο. Εκείνη και η μεγαλύτερη αδελφή της, Σουζάν, πέρασαν μεγάλο μέρος των παιδικών τους χρόνων ταξιδεύοντας σε ολόκληρη τη χώρα μαζί με τη μητέρα τους, Ρουθ, και τον πατέρα τους, Λίο, ο οποίος έπαιρνε την οικογένεια μαζί του στα ταξίδια του για τη δουλειά του ως πλανόδιος έμπορος αντικών.

Η Στέιναμ δεν φοίτησε τακτικά στο σχολείο μέχρι τα 11 της χρόνια, όταν οι γονείς της πήραν διαζύγιο και εκείνη επέστρεψε στο Οχάιο μαζί με τη μητέρα της.

Η μητέρα της αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας, κάτι που, όπως έχει πει η κόρη της, την επηρέασε βαθιά. Το γεγονός ότι έβλεπε γιατρούς να αδιαφορούν για τις ανάγκες της μητέρας της συνέβαλε στην επιθυμία της να αποκτήσουν οι γυναίκες μεγαλύτερη φωνή στην κοινωνία. Παράλληλα, η υποχρέωσή της να φροντίζει τη μητέρα της την έκανε να μην επιθυμεί να αποκτήσει δικά της παιδιά.

«Είχα ήδη υπάρξει ο πολύ μικρός γονιός ενός πολύ μεγάλου παιδιού, της μητέρας μου» δήλωσε στο περιοδικό People το 1992. «Δεν ήθελα να καταλήξω να φροντίζω κάποιον άλλον».

Το 1956, η Στέιναμ αποφοίτησε από το Smith College, ένα κολέγιο φιλελεύθερων τεχνών αποκλειστικά για γυναίκες στη Μασαχουσέτη, με πτυχίο στις πολιτικές επιστήμες, μια ασυνήθιστη επιλογή για γυναίκα εκείνη την εποχή. Σε ηλικία 22 ετών, μετά την αποφοίτησή της, βρισκόταν στο Λονδίνο όταν ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος.

«Είχα όλες τις συνηθισμένες φαντασιώσεις, ίσως αν πάω για ιππασία, ίσως αν πέσω από τις σκάλες» θυμήθηκε σε συνέντευξή της στο NPR το 2021.

Οι αμβλώσεις ήταν παράνομες εκείνη την εποχή, αλλά, όπως είπε, «από καθαρή τύχη» βρήκε έναν γιατρό που την παρέπεμψε σε έναν άλλο γιατρό ο οποίος έκανε κρυφά αμβλώσεις.

Αφιέρωσε τα απομνημονεύματά της του 2015, My Life on the Road, στον γιατρό που την παρέπεμψε στη γυναίκα που πραγματοποίησε την άμβλωση.

Η εμπειρία της άμβλωσης αποτέλεσε αφετηρία για το δια βίου ενδιαφέρον της Στάινεμ για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, όμως δεν αποκάλυψε δημόσια ότι είχε κάνει άμβλωση μέχρι το 1969.

Το 2019, σε συνέντευξή της στο Al Jazeera, δήλωσε ότι την ενοχλούσε το γεγονός ότι η σχετική συζήτηση παρουσιαζόταν ως αντιπαράθεση μεταξύ «υπέρ της επιλογής» (pro-choice) και «υπέρ της ζωής» (pro-life), υποστηρίζοντας ότι κανείς δεν είναι «υπέρ» της άμβλωσης.

«Κανείς δεν θα επέλεγε κάτι τέτοιο αν δεν ήταν αναγκασμένος», είπε.

Η Στέιναμ πέρασε δύο χρόνια στην Ινδία με υποτροφία μετά την αποφοίτησή της από το κολέγιο και αργότερα πήγε στη Νέα Υόρκη για να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, έναν χώρο στον οποίο δυσκολεύτηκε να γίνει αποδεκτή ως σοβαρή επαγγελματίας επειδή ήταν γυναίκα.

Η αναγνώριση ήρθε το 1963, όταν δημοσιεύτηκε στο Show το πολυσυζητημένο ρεπορτάζ της για τα «κουνελάκια» του Playboy.

Για το ρεπορτάζ, γραμμένο σε μορφή ημερολογίου, η Στέιναμ χρησιμοποίησε ψεύτικο όνομα και εργάστηκε και η ίδια για αρκετές εβδομάδες ως «κουνελάκι».

Όπως έγραψε, από τις γυναίκες αναμενόταν να «σκέφτονται κάτι χαρούμενο», ώστε να υιοθετούν μια εύθυμη συμπεριφορά απέναντι στην ανδρική πελατεία, ενώ τα κλαμπ παρακρατούσαν υπερβολικά μεγάλο μέρος από τα φιλοδωρήματά τους και τις υποχρέωναν να φορούν αποκαλυπτικά ρούχα και τόσο ψηλά τακούνια, ώστε τα πόδια της Στέιναμ πρήστηκαν και μεγάλωσαν κατά μισό νούμερο.

Τα επόμενα χρόνια, καθώς ενίσχυε το προφίλ της ως φεμινίστρια ακτιβίστρια, συνέβαλε στην ίδρυση δύο σημαντικών περιοδικών.

Το 1968 έγινε ιδρυτικό μέλος της συντακτικής ομάδας και πολιτική αρθρογράφος του New York magazine. Το άρθρο της του 1969, «After Black Power, Women’s Liberation» εδραίωσε τη θέση της ως φεμινιστικό σύμβολο.

«Πολύ όμορφη» και άλλες επικρίσεις

Το 1971 συνίδρυσε το περιοδικό Ms., το οποίο ξεκίνησε ως ένθετο στο New York magazine, πριν γίνει ανεξάρτητο περιοδικό την επόμενη χρονιά. Το 1976 έγινε το πρώτο εθνικής κυκλοφορίας έντυπο που ανέδειξε την ενδοοικογενειακή βία στο εξώφυλλό του.

Καθώς η Στέιναμ καθιερώθηκε ως ηγετική μορφή στον αγώνα για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, την ισότητα των φύλων στον χώρο εργασίας, την προστασία των παιδιών από την κακοποίηση και σε άλλους τομείς, δεν έλειψαν οι αντιπαραθέσεις γύρω από το πρόσωπό της.

Ορισμένοι, ακόμη και μέσα στο ίδιο το φεμινιστικό κίνημα, θεωρούσαν ότι ήταν «πολύ όμορφη» για το φεμινιστικό μήνυμα που προσπαθούσε να μεταφέρει και ότι οι μίνι φούστες της δεκαετίας του 1970, τις οποίες φορούσε κάποιες φορές στις τηλεοπτικές συνεντεύξεις της, λειτουργούσαν εις βάρος της εικόνας της.

Το 1992 κυκλοφόρησε το βιβλίο της Revolution From Within: A Book of Self-Esteem («Επανάσταση από μέσα: Ένα βιβλίο για την αυτοεκτίμηση»), το οποίο επικεντρωνόταν στην προσωπική ανάπτυξη. Η ιδέα πίσω από το βιβλίο, εξήγησε, ήταν ότι για να επιτευχθεί αλλαγή σε κοινωνικό επίπεδο, τα άτομα χρειάζονται εσωτερική δύναμη. Ωστόσο, ορισμένοι κριτικοί το επέκριναν, θεωρώντας ότι αποτελούσε στροφή μακριά από τον ακτιβισμό.

Τον Σεπτέμβριο του 2020, όταν πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ, η Στέιναμ μίλησε για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε την κριτική.

«Η πιο επώδυνη κριτική ή οι πιο επώδυνες επιθέσεις προέρχονται από ανθρώπους που μοιράζονται τις αξίες σου, όχι από ανθρώπους που δεν τις μοιράζονται» δήλωσε στους New York Times και πρόσθεσε: «Αν ο Τραμπ μιλούσε θετικά για μένα, θα αυτοκτονούσα».

Η Στέιναμ ενδιαφερόταν βαθιά για την πολιτική και το 1971 συνίδρυσε την οργάνωση National Women’s Political Caucus, με στόχο την αύξηση του αριθμού των γυναικών που εκλέγονταν σε νομοθετικά σώματα.

Λίγα πράγματα κατάφεραν να την επιβραδύνουν, ακόμη και η διάγνωση καρκίνου του μαστού σε ηλικία 52 ετών. Η ασθένεια διαγνώστηκε σε πρώιμο στάδιο και ήταν σε θέση να την αντιμετωπίσει.

Ήταν 79 ετών όταν ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα της απένειμε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας. Η ζωή της μεταφέρθηκε πολλές φορές στην οθόνη, μεταξύ άλλων στη μίνι σειρά του FX Mrs. America, η οποία προβλήθηκε στο Hulu το 2020.

Έλαβε πολλές διακρίσεις στον χώρο της δημοσιογραφίας.

Η Στέιναμ παντρεύτηκε σε ηλικία 66 ετών τον δικηγόρο και επιχειρηματία Ντέιβιντ Μπέιλ, πατέρα του ηθοποιού Κρίστιαν Μπέιλ, το 2000. Πολλοί από τους θαυμαστές της εξεπλάγησαν, καθώς η Στέιναμ επί χρόνια απέρριπτε τον γάμο ως έναν θεσμό που κατέστρεφε τις σχέσεις.

Ο Μπέιλ πέθανε από λέμφωμα τρία χρόνια μετά τον γάμο τους. Όταν αργότερα ρωτήθηκε γιατί άλλαξε γνώμη σχετικά με τον γάμο, απάντησε σε δημοσιογράφο: «Δεν άλλαξα εγώ. Άλλαξε ο γάμος».

«Αν είχα παντρευτεί όταν υποτίθεται ότι έπρεπε να παντρευτώ, θα είχα χάσει το όνομά μου, τη νόμιμη κατοικία μου, την πιστοληπτική μου ικανότητα και πολλά από τα πολιτικά μου δικαιώματα», πρόσθεσε. «Αυτό δεν ισχύει πλέον. Είναι δυνατό να δημιουργηθεί ένας ισότιμος γάμος».

Η ίδια είπε στους New York Times ότι ο Μπέιλ τη βοήθησε να κατανοήσει τη σημασία του να ζει κανείς στο παρόν και να ολοκληρώνει όσα έχει αποφασίσει να πραγματοποιήσει.

«Ακόμη κι αν ζήσω μέχρι τα 100, κάτι που έχω κάθε πρόθεση να κάνω, δεν μου μένει και τόσο πολύς χρόνος» δήλωσε στην εφημερίδα το 2020. «Απλώς ελπίζω να μη φύγω από τη ζωή λέγοντας: “Μα! Περίμενε!”».
 

Πηγή: skai.gr