ΚΑΙΡΟΣ

ΝΑΤΟ: Η Ευρώπη προετοιμάζεται για μια νέα εποχή χωρίς την αμερικανική «ομπρέλα» όπως την ξέραμε

Η επανεξέταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, η άνοδος των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών και τα κενά που παραμένουν

Η Ευρώπη μπαίνει σε μια νέα και εξαιρετικά αβέβαιη φάση για την ασφάλειά της, καθώς οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να μειώσουν σημαντικά τον στρατιωτικό τους ρόλο στην ήπειρο.

Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηρίχθηκε σε μια απλή αλλά θεμελιώδη πραγματικότητα: οι ευρωπαϊκές χώρες διέθεταν μεγάλες ένοπλες δυνάμεις, αλλά η Ουάσιγκτον παρείχε κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες, από δορυφορικές πληροφορίες και εναέριο ανεφοδιασμό έως στρατηγικές μεταφορές, πυραυλική άμυνα, διοίκηση και – πάνω απ’ όλα – την αμερικανική πυρηνική αποτροπή.

Αυτό το μοντέλο δεν έχει καταρρεύσει. Όμως, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, οι Ευρωπαίοι σχεδιάζουν σοβαρά την άμυνά τους με την παραδοχή ότι δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένο πως η αμερικανική στρατιωτική παρουσία θα παραμείνει στα επίπεδα που γνώριζαν.

Η αλλαγή επιταχύνεται από την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ και την απαίτησή του οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν πολύ μεγαλύτερο μέρος του κόστους και της ευθύνης για την άμυνά τους. Την ίδια ώρα, όμως, η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί την κύρια στρατιωτική απειλή για την ευρωπαϊκή πτέρυγα της Συμμαχίας και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποκαλύψει σοβαρές αδυναμίες στις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες.

Το αμερικανικό «τεστ» στην Ευρώπη

Το πιο άμεσο ερώτημα αφορά την τύχη των περίπου 80.000 Αμερικανών στρατιωτικών που βρίσκονται σήμερα στην Ευρώπη.

Το Πεντάγωνο πραγματοποιεί από τον Ιούνιο εξάμηνη επανεξέταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην ήπειρο, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του έτους. Σύμφωνα με το Reuters, εξετάζονται διαφορετικά σενάρια για την ανάπτυξη των αμερικανικών δυνάμεων, ενώ έχει συζητηθεί ακόμη και πιθανή μείωση κατά περίπου 25.000 στρατιωτικούς.

Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα σήμαινε αυτομάτως αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Θα αποτελούσε όμως σημαντική μεταβολή της στρατιωτικής ισορροπίας στο εσωτερικό της Συμμαχίας.

Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει στην Ευρώπη κρίσιμες βάσεις και υποδομές. Γερμανία, Ιταλία, Βρετανία, Ισπανία, Πολωνία και Ρουμανία φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις και εγκαταστάσεις που επιτρέπουν στις ΗΠΑ να επιχειρούν γρήγορα στην Ευρώπη και στις γειτονικές περιοχές.

Στη Ρουμανία, μάλιστα, η αποχώρηση περίπου των μισών από τους περίπου 2.000 Αμερικανούς στρατιωτικούς που βρίσκονταν εκεί προκάλεσε ανησυχία, καθώς η χώρα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και έχει δεχθεί επανειλημμένες παραβιάσεις του εναέριου χώρου της από ρωσικά drones.

Η αβεβαιότητα δεν αφορά μόνο τον αριθμό των στρατιωτών. Αφορά κυρίως το εάν η Ευρώπη μπορεί να αντικαταστήσει τις αμερικανικές δυνατότητες που δεν αγοράζονται εύκολα και δεν δημιουργούνται μέσα σε λίγους μήνες.

Το μεγάλο πρόβλημα: δεν είναι μόνο τα χρήματα

Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν αρχίσει να ξοδεύουν πολύ περισσότερα για την άμυνα. Το 2025 οι χώρες της ΕΕ έφτασαν συνολικά περίπου τα 381 δισ. ευρώ σε αμυντικές δαπάνες, ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στο 2,1% του ΑΕΠ, ενώ όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ που ανήκουν στο ΝΑΤΟ ξεπέρασαν πλέον το όριο του 2%.

Στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Χάγη το 2025, οι Σύμμαχοι δεσμεύθηκαν να αυξήσουν τις συνολικές δαπάνες για άμυνα και ασφάλεια στο 5% του ΑΕΠ ετησίως έως το 2035, με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά καθαρά στρατιωτικές ανάγκες.

Όμως το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανά. Είναι τι μπορεί να κάνει με αυτά.

Οι ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από αμερικανικές δυνατότητες στους τομείς των πληροφοριών και επιτήρησης, του εναέριου ανεφοδιασμού και της στρατηγικής μεταφοράς στρατευμάτων και εξοπλισμού. Αυτές οι δυνατότητες αποτελούν τα λεγόμενα «enablers» μιας σύγχρονης στρατιωτικής επιχείρησης και είναι πολύ δυσκολότερο να αναπτυχθούν από την αγορά περισσότερων μαχητικών ή αρμάτων μάχης.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε και μια δεύτερη αδυναμία: η Ευρώπη και συνολικά το ΝΑΤΟ πρέπει να προσαρμοστούν πολύ ταχύτερα σε έναν πόλεμο όπου τα drones, η ηλεκτρονική warfare, οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και η συνεχής συλλογή δεδομένων αλλάζουν τις επιχειρήσεις με ρυθμούς που τα παραδοσιακά συστήματα προμηθειών δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.

Η Γερμανία επιστρέφει στη στρατιωτική ισχύ

Στο νέο ευρωπαϊκό αμυντικό τοπίο, η Γερμανία επιχειρεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το Βερολίνο έχει αποφασίσει μια μεγάλη αύξηση των αμυντικών δαπανών, με στόχο να μετατρέψει τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις σε μία από τις ισχυρότερες συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης.

Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται άμεσα τόσο με την απειλή από τη Ρωσία όσο και με την αβεβαιότητα για τη μελλοντική αμερικανική παρουσία.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της γερμανικής κυβέρνησης, οι αμυντικές δαπάνες πρόκειται να αυξηθούν δραστικά τα επόμενα χρόνια, ενώ το Βερολίνο έχει χαλαρώσει τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που επί χρόνια περιόριζαν τις στρατιωτικές επενδύσεις. Το σχέδιο προβλέπει ότι οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 188,4 δισ. ευρώ το 2030, ή 3,7% του ΑΕΠ.

Η αλλαγή είναι ιστορική για μια χώρα που μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αντιμετώπισε με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα την ανάπτυξη μεγάλης στρατιωτικής ισχύος.

Γαλλία και Βρετανία αναζητούν ευρωπαϊκό πυλώνα

Παράλληλα, Γαλλία και Βρετανία προσπαθούν να ενισχύσουν τον δικό τους ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα.

Η Γαλλία διαθέτει τη σημαντικότερη ανεξάρτητη πυρηνική δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης και ο Εμανουέλ Μακρόν έχει ανοίξει συζήτηση για μια ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής.

Η πρωτοβουλία έχει ήδη αρχίσει να αποκτά πρακτική διάσταση. Η Φινλανδία εντάχθηκε τον Σεπτέμβριο στη γαλλική Forward Nuclear Deterrence Initiative, μαζί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η συμμετοχή δεν αντικαθιστά το πυρηνικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ και η Γαλλία διατηρεί την αποκλειστική πολιτική αρμοδιότητα για τη χρήση των πυρηνικών όπλων της. Ωστόσο, δείχνει ότι ορισμένοι Ευρωπαίοι σύμμαχοι εξετάζουν πλέον και ευρωπαϊκές μορφές πυρηνικής αποτροπής.

Η Βρετανία, από την πλευρά της, παραμένει βασική στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη, με πυρηνικό οπλοστάσιο, ισχυρό ναυτικό και αεροπορία και στενή στρατιωτική συνεργασία με τη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε προειδοποίησε μόλις αυτή την εβδομάδα ότι η Συμμαχία βρίσκεται αντιμέτωπη με το «πιο επικίνδυνο και σύνθετο περιβάλλον ασφαλείας» εδώ και μια γενιά και ζήτησε ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτική προσπάθεια από την Ευρώπη και τη Βρετανία.

Οι Βρυξέλλες χτίζουν παράλληλο δίχτυ ασφαλείας

Η αλλαγή δεν περιορίζεται στο ΝΑΤΟ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δημιουργήσει ένα ευρύτερο σχέδιο αμυντικής ετοιμότητας με ορίζοντα το 2030. Το σχέδιο Readiness 2030 προβλέπει την κινητοποίηση έως και 800 δισ. ευρώ σε αμυντικές επενδύσεις και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, ώστε οι χώρες της ΕΕ να μπορούν να παράγουν περισσότερα όπλα, πυρομαχικά και κρίσιμες στρατιωτικές τεχνολογίες.

Στόχος είναι επίσης να περιοριστούν οι στρατηγικές εξαρτήσεις από τρίτες χώρες.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έκανε ένα ακόμη βήμα αυτή την εβδομάδα, προτείνοντας τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας με τη συμμετοχή, εκτός από τις χώρες της ΕΕ, της Βρετανίας, της Νορβηγίας, της Ουκρανίας και του Καναδά.

Παράλληλα, πρότεινε ένα ευρωπαϊκό «counter-hybrid playbook», έναν μηχανισμό συντονισμένης αντίδρασης σε κυβερνοεπιθέσεις, σαμποτάζ, εμπρησμούς, παρεμβάσεις και άλλες επιθέσεις που βρίσκονται κάτω από το όριο ενός συμβατικού πολέμου.

Η πρωτοβουλία δείχνει ότι η ευρωπαϊκή συζήτηση έχει μετακινηθεί από το ερώτημα «πώς αυξάνουμε τις αμυντικές δαπάνες» στο πολύ ευρύτερο «πώς προστατεύουμε την Ευρώπη εάν οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον διαθέσιμες με τον ίδιο τρόπο».

Το ΝΑΤΟ δεν εγκαταλείπεται – αλλά αλλάζει

Παρά την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, δεν υπάρχει σήμερα σχέδιο αντικατάστασης του ΝΑΤΟ από έναν ευρωπαϊκό στρατό.

Το Άρθρο 5 εξακολουθεί να αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή της Συμμαχίας: επίθεση εναντίον ενός μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Ωστόσο, το Άρθρο 5 δεν προβλέπει αυτομάτως συγκεκριμένο τύπο στρατιωτικής αντίδρασης. Κάθε σύμμαχος αναλαμβάνει «τη δράση που κρίνει αναγκαία», συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ένοπλης βίας.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή συγκυρία.

Το ερώτημα που απασχολεί πλέον τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν είναι τόσο εάν οι ΗΠΑ παραμένουν τυπικά μέλος του ΝΑΤΟ. Είναι πόσο γρήγορα και σε ποιο βαθμό θα ήταν διατεθειμένες να αναλάβουν το κόστος μιας μεγάλης σύγκρουσης στην Ευρώπη.

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία λειτουργούσε επί δεκαετίες και ως αποτρεπτικό μήνυμα: η επίθεση σε ευρωπαϊκό έδαφος σήμαινε ότι ο αντίπαλος θα ερχόταν αντιμέτωπος όχι μόνο με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις αλλά και με την πλήρη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ.

Η αβεβαιότητα γύρω από αυτό το μήνυμα είναι που αλλάζει σήμερα τους ευρωπαϊκούς υπολογισμούς.

Η Ρωσία παραμένει ο βασικός παράγοντας

Η ανάγκη για ευρωπαϊκή στρατιωτική αυτονόμηση δεν προκύπτει μόνο από την πολιτική Τραμπ.

Η Ρωσία αποτελεί τον βασικό λόγο για τον οποίο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες και επενδύουν σε νέες δυνατότητες.

Οι επανειλημμένες παραβιάσεις εναέριου χώρου από drones, οι υβριδικές επιθέσεις και οι επιχειρήσεις σαμποτάζ στην Ευρώπη ενισχύουν την αντίληψη ότι η απειλή δεν περιορίζεται πλέον σε ένα υποθετικό μελλοντικό συμβατικό πόλεμο.

Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτουργεί ως εργαστήριο νέων μορφών πολέμου. Το ΝΑΤΟ προσπαθεί να αντλήσει μαθήματα από την ουκρανική εμπειρία, όμως το Reuters επισημαίνει ότι η ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται τα drones και άλλες τεχνολογίες στο πεδίο της μάχης υπερβαίνει συχνά τους χρόνους με τους οποίους η Συμμαχία σχεδιάζει και προμηθεύεται νέα συστήματα.

Τι δεν μπορεί ακόμη να αντικαταστήσει η Ευρώπη

Εδώ βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο κομμάτι της μετάβασης.

Η Ευρώπη μπορεί να αυξήσει γρήγορα τις δαπάνες της, να παραγγείλει περισσότερα πυρομαχικά, να αυξήσει την παραγωγή πυραύλων και drones και να ενισχύσει τις χερσαίες δυνάμεις της.

Πολύ δυσκολότερο είναι να δημιουργήσει μέσα σε λίγα χρόνια το σύνολο των δυνατοτήτων που παρέχει ο αμερικανικός στρατός.

Η συλλογή και ανάλυση πληροφοριών από δορυφόρους και άλλα μέσα, ο εναέριος ανεφοδιασμός, η στρατηγική αερομεταφορά, η παγκόσμια στρατιωτική διοίκηση, οι προηγμένες δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου και ορισμένα συστήματα πυραυλικής άμυνας είναι τομείς στους οποίους οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικό πλεονέκτημα.

Αυτό σημαίνει ότι η «Ευρώπη χωρίς την αμερικανική ομπρέλα» δεν είναι ένα σενάριο που μπορεί απλώς να υλοποιηθεί με περισσότερα χρήματα.

Απαιτεί βιομηχανική παραγωγή, κοινές προμήθειες, ενιαίο σχεδιασμό, υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό και – κυρίως – πολιτική συμφωνία για το πώς θα χρησιμοποιηθεί η στρατιωτική ισχύς.

Η νέα ισορροπία

Η Ευρώπη δεν εγκαταλείπει το ΝΑΤΟ. Αντίθετα, επιχειρεί να δημιουργήσει μέσα στη Συμμαχία έναν πολύ ισχυρότερο ευρωπαϊκό πυλώνα.

Αυτό όμως σημαίνει ότι η παλιά κατανομή ρόλων – με τις ΗΠΑ να παρέχουν μεγάλο μέρος των κρίσιμων δυνατοτήτων και την Ευρώπη να στηρίζεται σε αυτές – βρίσκεται υπό αμφισβήτηση.

Η αμερικανική επανεξέταση της στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, η αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών προϋπολογισμών, η γερμανική επανεξοπλιστική προσπάθεια, η γαλλική πρωτοβουλία για την πυρηνική αποτροπή και τα σχέδια των Βρυξελλών για Readiness 2030 αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας μετάβασης.

Το κρίσιμο ερώτημα για τα επόμενα χρόνια δεν είναι εάν η Ευρώπη θα αποκτήσει μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ. Αυτό έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει.

Το ερώτημα είναι εάν θα προλάβει να δημιουργήσει τις απαραίτητες δυνατότητες και την πολιτική συνοχή ώστε η ευρωπαϊκή άμυνα να μπορεί να λειτουργήσει αξιόπιστα ακόμη και σε μια κρίση κατά την οποία η αμερικανική υποστήριξη θα είναι μικρότερη, πιο αργή ή περισσότερο αβέβαιη από ό,τι στο παρελθόν.

Και αυτό είναι μια πολύ διαφορετική Ευρώπη από εκείνη που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.


 

Πηγή: skai.gr