ΚΑΙΡΟΣ

Η Ταϊβάν ως «διαπραγματευτικό χαρτί» πριν από τη συνάντηση Τραμπ – Σι στις 24 Σεπτεμβρίου

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ ανησυχούν για πιθανές παραχωρήσεις προς το Πεκίνο, ενώ η Ουάσινγκτον διαβεβαιώνει ότι η πολιτική της για την Ταϊβάν δεν έχει αλλάξει

Η Ταϊβάν εξελίσσεται σε ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα ενόψει της συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου, καθώς σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ασία φοβούνται ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να χρησιμοποιήσει την αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη προς την Ταϊπέι ως μοχλό για την επίτευξη ευρύτερων συμφωνιών με το Πεκίνο.

Η ανησυχία εντάθηκε μετά τη δήλωση του Τραμπ τον Μάιο ότι οι αμερικανικές πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν θα μπορούσαν να αποτελέσουν «διαπραγματευτικό χαρτί» στις συνομιλίες του με τον Κινέζο πρόεδρο. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς οι δύο χώρες προσπαθούν παράλληλα να διαχειριστούν τις εμπορικές και τεχνολογικές τους διαφορές, τις σπάνιες γαίες, την τεχνητή νοημοσύνη και άλλα ζητήματα στρατηγικού ανταγωνισμού.

Σύμφωνα με το Reuters, αξιωματούχοι, νομοθέτες και αναλυτές στην Ταϊπέι, το Τόκιο και την Ουάσινγκτον εκφράζουν ανησυχία ότι ακόμη και μια περιορισμένη αλλαγή στη ρητορική της αμερικανικής κυβέρνησης για την Ταϊβάν θα μπορούσε να εκληφθεί από το Πεκίνο ως ένδειξη μεταβολής της αμερικανικής πολιτικής.

Το «διαπραγματευτικό χαρτί» του Τραμπ

Το θέμα των αμερικανικών όπλων προς την Ταϊβάν έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία τους τελευταίους μήνες.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη εγκρίνει τον Δεκέμβριο του 2025 πακέτο όπλων ύψους περίπου 11 δισ. δολαρίων, το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα αμερικανικό εξοπλιστικό πακέτο για την Ταϊβάν. Παράλληλα, παραμένει σε εκκρεμότητα ένα νέο πακέτο, ύψους περίπου 14 δισ. δολαρίων.

Τον Μάιο, ο Τραμπ είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η απόφαση για το νέο πακέτο συνδεόταν με τις ευρύτερες συνομιλίες του με τον Σι. Η στάση αυτή προκάλεσε ανησυχία στην Ταϊπέι, καθώς δημιουργούσε την εντύπωση ότι η αμερικανική πολιτική για την αμυντική ενίσχυση της Ταϊβάν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το Πεκίνο.

Ωστόσο, τον Ιούνιο ανώτερος Αμερικανός διπλωμάτης επιχείρησε να αποσυνδέσει τα δύο ζητήματα. Ο Μάικλ ΝτεΣόμπρ, αρμόδιος υφυπουργός Εξωτερικών για την Ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό, δήλωσε σε ακρόαση στο Κογκρέσο ότι η εκκρεμής πώληση των 14 δισ. δολαρίων δεν εξαρτάται από τις συζητήσεις με την Κίνα και ότι η αμερικανική πολιτική έναντι της Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη.

Τι φοβούνται Ταϊπέι και Τόκιο

Η ανησυχία δεν αφορά μόνο το ενδεχόμενο μιας επίσημης συμφωνίας για την Ταϊβάν. Το Reuters επισημαίνει ότι ακόμη και μια αλλαγή στη διατύπωση της αμερικανικής κυβέρνησης θα μπορούσε να έχει συνέπειες.

Η Ταϊβάν και η Ιαπωνία επιδιώκουν, σύμφωνα με το πρακτορείο, να διασφαλίσουν από την Ουάσινγκτον ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή στη σημερινή στάση της.

Ο προβληματισμός συνδέεται και με τη διαφορετική προσέγγιση Τραμπ και Τζο Μπάιντεν στο ερώτημα εάν οι ΗΠΑ θα υπερασπίζονταν στρατιωτικά την Ταϊβάν σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης. Ο Μπάιντεν είχε κάνει επανειλημμένα δηλώσεις που ερμηνεύθηκαν ως δεσμεύσεις αμερικανικής στρατιωτικής αντίδρασης, ενώ ο Τραμπ έχει αποφύγει αντίστοιχες σαφείς διατυπώσεις.

Η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να εφαρμόζει την πολιτική της «μίας Κίνας». Πρόκειται για μια ιδιαίτερα προσεκτική διπλωματική διατύπωση: οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τη θέση του Πεκίνου ότι υπάρχει μία Κίνα, χωρίς να υιοθετούν την κινεζική διεκδίκηση κυριαρχίας επί της Ταϊβάν.

Η θέση της Ταϊπέι

Η κυβέρνηση της Ταϊβάν έχει επανειλημμένα επιχειρήσει να περιορίσει τις ανησυχίες που δημιουργούν οι δηλώσεις του Τραμπ.

Τον Μάιο, το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν σημείωσε ότι τόσο ο Τραμπ όσο και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχουν επαναλάβει ότι η μακροχρόνια αμερικανική πολιτική για την Ταϊβάν δεν έχει αλλάξει. Η Ταϊπέι υπογραμμίζει επίσης ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να πραγματοποιούν πωλήσεις όπλων προς το νησί και να συνεργάζονται με τους περιφερειακούς εταίρους τους για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν.

Ταυτόχρονα, η Ταϊβάν έχει ενισχύσει τις δικές της αμυντικές δαπάνες. Τον Μάιο το κοινοβούλιο ενέκρινε ειδικό πλαίσιο για την ενίσχυση των ασύμμετρων αμυντικών δυνατοτήτων της, με σχεδιαζόμενες αμερικανικές προμήθειες για την περίοδο 2026-2033.

Ο Σι έχει ισχυρό κίνητρο να πιέσει για τα όπλα

Για το Πεκίνο, η αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη προς την Ταϊβάν αποτελεί πάγια κόκκινη γραμμή.

Η κινεζική κυβέρνηση θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς της και αντιτίθεται στις αμερικανικές πωλήσεις όπλων στο νησί. Σε επίσημες τοποθετήσεις της έχει χαρακτηρίσει τις πωλήσεις παραβίαση της αρχής της «μίας Κίνας» και των σινοαμερικανικών κοινών ανακοινωθέντων, ενώ έχει προειδοποιήσει για αντίμετρα.

Κινέζος ακαδημαϊκός που μίλησε στην Κεντρική Υπηρεσία Ειδήσεων της Ταϊβάν (CNA) στις 13 Σεπτεμβρίου εκτίμησε ότι η μείωση των αμερικανικών πωλήσεων όπλων στην Ταϊβάν αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους του Σι στις φετινές συναντήσεις του με τον Τραμπ.

Σύμφωνα με την ανάλυση που μετέδωσε το CNA, το Πεκίνο επιδιώκει μεταξύ άλλων μια πιο έμμεση αμερικανική δέσμευση ότι δεν θα εμπλακεί στρατιωτικά σε ενδεχόμενη σύγκρουση στα Στενά και προσπάθεια περιορισμού των αμερικανικών εξοπλιστικών πωλήσεων στην Ταϊβάν. Πρόκειται για εκτίμηση ειδικού και όχι για επίσημα διατυπωμένους κινεζικούς στόχους.

Η Ουάσινγκτον προσπαθεί να καθησυχάσει τους συμμάχους

Από την αμερικανική πλευρά, υπάρχουν ωστόσο δημόσιες ενδείξεις ότι η πολιτική δεν έχει αλλάξει.

Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Πιτ Ρίκετς, πρόεδρος της υποεπιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας για την Ανατολική Ασία, τον Ειρηνικό και την κυβερνοασφάλεια, δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι οι ΗΠΑ δεν θα ανεχθούν αλλαγή του καθεστώτος της Ταϊβάν διά της βίας. Παράλληλα τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του διαλόγου με το Πεκίνο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να παραμείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο δυνάμεων.

Ο Ρίκετς ανέφερε επίσης ότι η Ουάσινγκτον έχει καθυστερήσεις περίπου 30 δισ. δολαρίων στις παραδόσεις όπλων που έχουν ήδη συμφωνηθεί με την Ταϊπέι, γεγονός που προσθέτει μία ακόμη διάσταση στη συζήτηση για το πώς θα κινηθεί η κυβέρνηση Τραμπ.

Η Ταϊβάν ανάμεσα στο εμπόριο και την ασφάλεια

Η συγκυρία είναι κρίσιμη επειδή η Ταϊβάν δεν είναι το μοναδικό θέμα στο τραπέζι Τραμπ–Σι.

Οι δύο πλευρές επιχειρούν να σταθεροποιήσουν τις εμπορικές σχέσεις τους, ενώ παράλληλα συζητούν ζητήματα όπως οι εξαγωγές σπάνιων γαιών από την Κίνα, οι αμερικανικοί περιορισμοί στην τεχνολογία και τους ημιαγωγούς, η τεχνητή νοημοσύνη και οι οικονομικές σχέσεις του Πεκίνου με το Ιράν. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ αναμένεται να συναντηθεί την Κυριακή στη Νέα Υόρκη με τον Κινέζο αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Χε Λιφένγκ, πριν από τη σύνοδο των δύο προέδρων.

Έτσι, η Ταϊβάν ενδέχεται να αποτελέσει μέρος ενός πολύ ευρύτερου παζαριού μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν ο Τραμπ θα κάνει κάποια συγκεκριμένη παραχώρηση, αλλά εάν ο τρόπος με τον οποίο θα μιλήσει για την Ταϊβάν θα δημιουργήσει την εντύπωση ότι η αμερικανική δέσμευση προς το νησί μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανταλλαγής.

Για την Ταϊπέι και το Τόκιο, αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία. Για το Πεκίνο, αντίθετα, η συνάντηση αποτελεί ευκαιρία να πιέσει την Ουάσινγκτον σε ένα ζήτημα που θεωρεί θεμελιώδες για την εθνική του κυριαρχία.

Η συνάντηση της 24ης Σεπτεμβρίου αναμένεται έτσι να δείξει εάν η αναφορά του Τραμπ στην Ταϊβάν ως «διαπραγματευτικό χαρτί» θα παραμείνει μια διαπραγματευτική τακτική ή εάν θα μεταφραστεί σε συγκεκριμένη αλλαγή πολιτικής.
 

Πηγή: skai.gr