ΚΑΙΡΟΣ

«Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο»: Γνωρίστε τον Γερμανό που κατηγορείται για εσχάτη προδοσία

Ο πρώην επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών (BND) δημιούργησε μια επικερδή δεύτερη καριέρα αξιοποιώντας την τεχνογνωσία του στην ασφάλεια  

Ο Όγκουστ Χάνινγκ πέρασε επτά χρόνια στην ηγεσία της γερμανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών (BND), έχοντας πρόσβαση σε μερικά από τα πιο καλά φυλαγμένα μυστικά της χώρας. Ακολούθησε μια δεύτερη φάση σταδιοδρομίας: παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, εταιρική κατασκοπεία και επιχειρηματική δραστηριότητα που εκτεινόταν σε όλη την Ευρώπη, καθώς και στη Ρωσία και την Ασία, σχολιάζει το Politico.

Τώρα, ο 80χρονος πρώην επικεφαλής υπηρεσίας πληροφοριών βρίσκεται ο ίδιος στο επίκεντρο έρευνας για κατασκοπεία, αφού οι γερμανικές ομοσπονδιακές εισαγγελικές αρχές τον συνέλαβαν την Τρίτη ως ύποπτο για «προδοτική κατασκοπεία», απόπειρα εσχάτης προδοσίας και άλλα αδικήματα κατασκοπείας. Οι αρχές υποστηρίζουν ότι ο Χάνινγκ λάμβανε διαρκή ροή απόρρητων πληροφοριών από τον πρώην διευθυντή του επιτελείου του και χρησιμοποιούσε το υλικό αυτό προς όφελος της ιδιωτικής συμβουλευτικής του εταιρείας.

«Είναι καταστροφικό για τη Γερμανία και για τις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών. Όλοι είναι σοκαρισμένοι. Η κλίμακα της υπόθεσης είναι τεράστια, ειδικά σε μια τέτοια συγκυρία», δήλωσε αξιωματούχος υπηρεσίας πληροφοριών της ΕΕ, στον οποίο —όπως και σε άλλους που αναφέρονται στο παρόν ρεπορτάζ— παραχωρήθηκε ανωνυμία προκειμένου να μιλήσει για έναν χώρο που διέπεται από μυστικότητα. «Και δεδομένου ότι οι ερευνητές ανακάλυψαν την υπόθεση τυχαία, ενόσω εργάζονταν πάνω σε μια εντελώς διαφορετική υπόθεση, είναι πιθανό να μάθουμε πολλά περισσότερα».

Για την BND, η υπόθεση έρχεται σε μια άβολη στιγμή. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, Γερμανοί βουλευτές άρχισαν να συζητούν ένα νέο νομοσχέδιο —που προτάθηκε από την κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς — με στόχο την παροχή σαρωτικών νέων αρμοδιοτήτων στην υπηρεσία, στο πλαίσιο της προσπάθειας να επανέλθει η γερμανική υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών στην κορυφή της παγκόσμιας κατασκοπείας. Η χρονική συγκυρία είναι εξίσου άβολη για τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών γενικότερα. Καθώς οι ρωσικές υβριδικές επιθέσεις στοχεύουν διαρκώς την Ευρώπη, οι κυβερνήσεις σε όλο το μπλοκ αναθεωρούν νομοθεσίες ασφαλείας δεκαετιών, προκειμένου να δώσουν στις υπηρεσίες πληροφοριών τους μεγαλύτερες εξουσίες και να διασφαλίσουν ότι λαμβάνονται πιο σοβαρά υπόψη.

Οι εισαγγελικές αρχές αναφέρουν ότι ο πρώην διευθυντής του επιτελείου του Χάνινγκ —ο οποίος κατονομάζεται ως Μάνφρεντ Ντ. βάσει των γερμανικών κανόνων περί προστασίας προσωπικών δεδομένων— του παρείχε περίπου 2.000 έγγραφα της BND μεταξύ του 2010 και του Ιουνίου του 2022. Πολλά από αυτά περιείχαν διαβαθμισμένες πληροφορίες που προορίζονταν αποκλειστικά για εσωτερική χρήση από την υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένου υλικού που χρησιμοποιούνταν για την ενημέρωση ανώτατων Γερμανών αξιωματούχων.

Σε δηλώσεις του στη γερμανική εφημερίδα WELT, δικηγόρος που εκπροσωπεί τον Χάνινγκ αναγνώρισε ότι ορισμένες από τις κατηγορίες εναντίον του πρώην επικεφαλής υπηρεσίας πληροφοριών ήταν βάσιμες, αλλά υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν έβλαψε τη Γερμανία. «Κατείχε απόρρητα έγγραφα. Ωστόσο, είναι εσφαλμένη η κατηγορία ότι διαβίβασε πληροφορίες που περιέχονταν σε αυτά εις βάρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας — πόσω μάλλον έναντι αμοιβής. Αυτό θα αποδειχθεί από τις περαιτέρω έρευνες», δήλωσε. 

Σε μία περίπτωση, οι εισαγγελικές αρχές υποψιάζονται ότι ο 80χρονος χρησιμοποίησε διαβαθμισμένο υλικό για να συντάξει μια ανάλυση για λογαριασμό υπαλλήλου ξένης υπηρεσίας πληροφοριών. Ισχυρίζονται επίσης ότι διατηρούσε επί σειρά ετών σχέση με εκπρόσωπο μιας άλλης ξένης υπηρεσίας πληροφοριών, διαβιβάζοντας πολιτικές πληροφορίες που βασίζονταν εν μέρει σε υλικό το οποίο είχε αποκτήσει από τον Μάνφρεντ Ντ.

Οι εισαγγελικές αρχές δεν έχουν κατονομάσει δημόσια καμία από τις δύο ξένες υπηρεσίες, ωστόσο γερμανικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν. Το Αζερμπαϊτζάν έχει διαψεύσει οποιαδήποτε εμπλοκή.

«Στις υπηρεσίες πληροφοριών, τα πάντα καταγράφονται: ποιος έχει πρόσβαση σε ποια έγγραφα και πότε. Αν ένας αναλυτής που ασχολείται με τον δεξιό εξτρεμισμό άρχιζε ξαφνικά να εξετάζει πληροφορίες για την Κίνα, αυτό θα χτυπούσε "καμπανάκι". Ωστόσο, η θέση του επιτελάρχη παρέχει πρόσβαση σχεδόν στα πάντα, οπότε η δραστηριότητα αυτή δεν θα φαινόταν ύποπτη, δεδομένης της υψηλής ιεραρχικής θέσης», δήλωσε δεύτερο στέλεχος υπηρεσίας πληροφοριών της ΕΕ.

Οι επιτελάρχες συχνά παραμένουν στη θέση τους και μετά την αλλαγή διευθυντή, εκτός εάν δεν υπάρχει καλή συνεργασία με τον νέο επικεφαλής, πρόσθεσε το στέλεχος.

«Κάθε υπηρεσία πληροφοριών θα εξετάζει πλέον ποιες πληροφορίες μοιράστηκε με την BND και θα αξιολογεί την πιθανή ζημιά που έχει προκληθεί», είπε.

Το φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας»

Ο Χάνινγκ ηγήθηκε της BND από το 1998 έως το 2005, προτού αναλάβει καθήκοντα υφυπουργού στο γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών έως το 2009. Αμέσως μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση, πέρασε γρήγορα στον ιδιωτικό τομέα.

Τον Ιούλιο του 2010, ο Χάνινγκ και η σύζυγός του ίδρυσαν την εταιρεία Hanning Consult. Την άνοιξη του ίδιου έτους, ο Μάνφρεντ Ντ. συμφώνησε να του παρέχει πληροφορίες από το εσωτερικό της BND έναντι αμοιβής, σύμφωνα με τη δήλωση της εισαγγελίας. Στη συνέχεια, ο Χάνινγκ χρησιμοποίησε αυτές τις πληροφορίες στις ιδιωτικές συμβουλευτικές του δραστηριότητες, πρόσθεσαν οι αρχές. Ο Ρόντεριχ Κίζεβετερ, βουλευτής των Χριστιανοδημοκρατών και μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του γερμανικού κοινοβουλίου, δήλωσε ότι εντός της Γερμανίας υπάρχει ένα «πολύ εκτεταμένο δίκτυο» ατόμων που αξιοποιούν τις επαφές και τις γνώσεις που απέκτησαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, προκειμένου να επηρεάσουν την πολιτική του Βερολίνου προς όφελος ξένων κυβερνήσεων, όπως της Ρωσίας και της Κίνας.

«Δεν είναι μόνο λυπηρό, αλλά πλήττει και τη φήμη της Γερμανίας», δήλωσε ο Κίζεβετερ στο Politico. «Θα μπορούσε κανείς να πει: αν θέλετε να συνομιλήσετε με τη Ρωσία, απευθυνθείτε σε πρώην κυβερνητικά στελέχη ή πρώην μέλη των μυστικών υπηρεσιών».

Ο Χάνινγκ ήρθε επίσης σε επαφή με τον Σάμιουελ Ντανίλοβιτς, έναν Γερμανό επιχειρηματία, ο οποίος ηγήθηκε της ελβετικής εταιρείας παροχής συμβουλών εταιρικής πληροφόρησης Pluteos.

Εκεί, ο Χάνινγκ ανέλαβε τελικά τη θέση του προέδρου, ενώ οι δυο τους καταγράφηκαν να συμμετέχουν σε μια συνάντηση στη Μόσχα το 2019 με επίκεντρο τις σχέσεις Ευρώπης-Ρωσίας —παρουσία Ρώσων πολιτικών και επιχειρηματικών παραγόντων— όπου η προσάρτηση της Κριμαίας παρουσιάστηκε ως «αναγκαιότητα» και όχι ως επιλογή. Η Pluteos δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα του Politico για σχολιασμό.

Περίπου το 2014, ο Χάνινγκ εντάχθηκε στη βρετανική συμβουλευτική εταιρεία G3 ως ανώτερος σύμβουλος, σύμφωνα με αρχειοθετημένες ιστοσελίδες που εξέτασε το Politico. Αργότερα, ανέλαβε την εποπτεία των δραστηριοτήτων της εταιρείας που αφορούσαν τη Ρωσία και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, σύμφωνα με το γερμανικό μέσο ενημέρωσης Correctiv. Η G3 επίσης δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα για σχολιασμό.

Το 2019, ο Χάνινγκ προσκλήθηκε ως «επίτιμος προσκεκλημένος» σε μια εκδήλωση που διοργάνωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας της Ρωσίας για αξιωματούχους και ειδικούς από χώρες του Αρκτικού Συμβουλίου. Της εκδήλωσης προήδρευσε ο πρώην γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, Νικολάι Πατρούσεφ, μία από τις ισχυρότερες προσωπικότητες στον κύκλο ασφαλείας του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν. Στο πλαίσιο του πολιτιστικού προγράμματος, η ομάδα επισκέφθηκε το απομονωμένο μοναστήρι στο νησί Βαλαάμ, όπου ο Χάνινγκ φωτογραφήθηκε δίπλα στον Πατρούσεφ. 

Ο 80χρονος έχει επίσης τοποθετηθεί δημόσια σχετικά με ορισμένα από τα πλέον πολιτικά ακανθώδη ζητήματα που αφορούν τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.

Το 2024, δήλωσε στο τηλεοπτικό δίκτυο WELT TV ότι θεωρούσε «πολύ πιθανό» το ενδεχόμενο ο ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι να γνώριζε για την επιχείρηση του 2022 που οδήγησε στην καταστροφή των αγωγών Nord Stream. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Χάνινγκ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, υπαινισσόμενος ότι πίσω από την επίθεση βρισκόταν συμφωνία μεταξύ ανώτερων Ουκρανών και Πολωνών αξιωματούχων. Έκτοτε, η Γερμανία έχει απαγγείλει κατηγορίες σε βάρος ενός Ουκρανού υπηκόου —που ταυτοποιήθηκε μόνο ως Σέρχιι Κ.—, με τη δίκη του να αναμένεται να ξεκινήσει στο Αμβούργο τον Οκτώβριο.

Καμία από αυτές τις επιχειρηματικές σχέσεις, τις επαφές ή τις δηλώσεις δεν τεκμηριώνει σύνδεση με την υπόθεση κατασκοπείας που αντιμετωπίζει τώρα ο Χάνινγκ, αν και σκιαγραφούν την επιρροή που συνέχισε να αποκτά μετά την αποχώρησή του από τη γερμανική κυβέρνηση. Οι εισαγγελικές αρχές δεν του έχουν απαγγείλει κατηγορίες για κατασκοπεία υπέρ της Ρωσίας.

Η κληρονόμος της αλυσίδας εστιατορίων

Οι ερευνητές έφτασαν στα ίχνη του Χάνινγκ ξεκινώντας από μια ασυνήθιστη διαμάχη για την επιμέλεια τέκνων, στην οποία εμπλεκόταν η Κριστίνα Μπλοκ, κληρονόμος μιας μεγάλης γερμανικής αλυσίδας εστιατορίων.

Η Μπλοκ κατηγορείται από την εισαγγελία του Αμβούργου ότι οργάνωσε την απαγωγή των δύο μικρότερων παιδιών της από τον πατέρα τους στη Δανία. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι η Block και δύο άνδρες ανέθεσαν σε μια ισραηλινή ομάδα ασφαλείας να αποσπάσει τα παιδιά —ηλικίας τότε 10 και 13 ετών— από τον πατέρα τους, Στέφαν Χένσελ. 

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, μασκοφόροι άνδρες χτύπησαν τον Χένσελ, και μετέφεραν τα παιδιά πέρα από τα σύνορα Δανίας-Γερμανίας, στη νότια Γερμανία. Τα παιδιά επέστρεψαν στον πατέρα τους στη Δανία τέσσερις ημέρες αργότερα, κατόπιν δικαστικής εντολής. Η Μπλοκ αρνείται ότι γνώριζε για την απαγωγή.

Τον Σεπτέμβριο του 2025, ερευνητές στο Αμβούργο πραγματοποίησαν έρευνα στην κατοικία και στους επαγγελματικούς χώρους του Χάνινγκ στο πλαίσιο της υπόθεσης Μπλοκ, σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης. Οι εισαγγελικές αρχές υποπτεύονταν ότι ο Χάνινγκ και ένας συνταξιούχος αστυνομικός είχαν αναλάβει συμβόλαιο άνω των 100.000 ευρώ για να απαγάγουν τα παιδιά καθ' οδόν προς το σχολείο τους τον Νοέμβριο του 2022. Το σχέδιο τελικά απέτυχε, καθώς ο πατέρας τους εντόπισε την παρουσία ύποπτων ατόμων και ειδοποίησε τη δανική αστυνομία. 

Το γερμανικό ειδησεογραφικό δίκτυο Tagesschau μετέδωσε ότι, κατά την έρευνα στους χώρους του Χάνιγνκ, οι ερευνητές ανακάλυψαν περίπου 2.000 ψηφιακά έγγραφα της BND, γεγονός που οδήγησε τελικά στον έλεγχο του τρόπου διαχείρισης ευαίσθητων κυβερνητικών πληροφοριών από τον ίδιο. Η ομοσπονδιακή εισαγγελία ανέλαβε την έρευνα που προέκυψε από τα παραπάνω τον Μάιο του 2026.

O Μάνφρεντ Ντ. είχε διατελέσει διευθυντής του επιτελείου του Χάνινγκ στην υπηρεσία πληροφοριών και στη συνέχεια υπηρέτησε αρκετούς από τους διαδόχους του Χάνινγκ, παραμένοντας σε ανώτερη θέση μέχρι τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους.

Και οι δύο άνδρες τελούν πλέον υπό κράτηση.

«Αντικατοπτρίζει τη Γερμανία της περιόδου 1998-2011, οπότε δεν έχει την αίσθηση ότι έκανε κάτι κακό», δήλωσε ο Κίζεβετερ. «Απλώς καθρέφτιζε την κρατική πολιτική της κεντροδεξιάς Χριστιανοδημοκρατικής και συντηρητικής πολιτικής συμμαχίας». 

Πηγή: skai.gr