ΚΑΙΡΟΣ

Ο «Πόλεμος μνήμης» στη Γερμανία: Η AfD επιχειρεί ιστορική αναθεώρηση διεκδικώντας την εξουσία στην ανατολή

Your browser doesn’t support HTML5 audio

Λιγότερος Χίτλερ, περισσότερος Μπίσμαρκ, περιορισμός της κρατικής χρηματοδότησης για την «αντιγερμανική» τέχνη και έμφαση σε μια «πατριωτική» πολιτική 

Η Γερμανία βρίσκεται μπροστά σε μια εκλογική αναμέτρηση που δεν αφορά μόνο το μεταναστευτικό, την οικονομία ή την ασφάλεια.

Στη Σαξονία-Άνχαλτ συγκρούονται δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το ίδιο το γερμανικό παρελθόν: από τη μία η μεταπολεμική παράδοση της διαρκούς αντιμετώπισης των εγκλημάτων του ναζισμού και από την άλλη η προσπάθεια της ακροδεξιάς AfD να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται και θυμάται η γερμανική ιστορία.

Η Alternative für Deutschland (Εναλλακτική για τη Γερμανία) προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενόψει των κρατιδιακών εκλογών της 6ης Σεπτεμβρίου και διεκδικεί για πρώτη φορά την ανάληψη της διακυβέρνησης ενός γερμανικού κρατιδίου στη μεταπολεμική εποχή. 

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις την τοποθετούν περίπου στο 40%, ενώ ο επικεφαλής υποψήφιός της, Ούλριχ Ζίγκμουντ, εμφανίζεται ως το πρόσωπο μιας εκστρατείας που επιχειρεί να συνδυάσει τον εθνικισμό με ένα πιο «φιλικό» και επικοινωνιακά σύγχρονο προφίλ.

Στο επίκεντρο βρίσκεται όμως κάτι βαθύτερο: η Erinnerungskultur, δηλαδή η γερμανική «κουλτούρα μνήμης» γύρω από τον ναζισμό, το Ολοκαύτωμα και τα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ.

«Ένα σύμπλεγμα ενοχής»

Στο προεκλογικό της πρόγραμμα η AfD επιτίθεται στην κυρίαρχη αντίληψη της γερμανικής μνήμης, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει εγκλωβιστεί σε μια αντίληψη «ενοχής» και ότι απαιτείται μια νέα, περισσότερο πατριωτική προσέγγιση της ιστορίας.

Η πρόταση δεν αφορά την κατάργηση της διδασκαλίας του Εθνικοσοσιαλισμού. Αφορά, όμως, την αλλαγή της αναλογίας και της έμφασης.

Ο Χανς-Τόμας Τίλσναϊντερ, από τα πιο επιδραστικά στελέχη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ και βασικός διαμορφωτής της πολιτιστικής της πολιτικής, έχει συνοψίσει την προσέγγιση με τη φράση: «Περισσότερος Μπίσμαρκ, λιγότερος Χίτλερ».

Με άλλα λόγια, το κόμμα θέλει να δώσει μεγαλύτερο βάρος στην ιστορία της Γερμανίας πριν από τον 20ό αιώνα, στην ενοποίηση του 1871 και σε πρόσωπα όπως ο Ότο φον Μπίσμαρκ, ενώ παράλληλα να περιορίσει τον κεντρικό ρόλο που έχει αποκτήσει η ναζιστική περίοδος στη γερμανική ιστορική εκπαίδευση.

Η ίδια η AfD παρουσιάζει την πρόταση ως προσπάθεια να αποκατασταθεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της γερμανικής ιστορίας. Οι επικριτές της, ωστόσο, τη θεωρούν μέρος ενός ευρύτερου ιστορικού αναθεωρητισμού, με στόχο να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους από τα εγκλήματα του ναζισμού προς μια περισσότερο εθνικιστική αφήγηση.

Από την «κουλτούρα ενοχής» στην «πατριωτική» ιστορία

Η AfD θέλει παράλληλα να ενισχύσει την προβολή της γερμανικής εθνικής ιστορίας στα σχολεία, να υψώνεται η γερμανική σημαία κάθε εργάσιμη ημέρα στα δημόσια σχολεία και να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στη διατήρηση μνημείων προς τιμήν των Γερμανών στρατιωτών.


Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος σε μια χώρα όπου η μεταπολεμική δημοκρατία οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω στην αντίληψη ότι η αντιμετώπιση του ναζιστικού παρελθόντος δεν αποτελεί απλώς ιστορική υποχρέωση αλλά βασικό στοιχείο της δημοκρατικής της ταυτότητας. Η AfD αμφισβητεί ακριβώς αυτή την ισορροπία.

Ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, ο 35χρονος υποψήφιος του κόμματος για την πρωθυπουργία της Σαξονίας-Άνχαλτ, υποστηρίζει ότι οι Γερμανοί πρέπει να μπορούν να αισθάνονται υπερήφανοι για τη χώρα τους και να διδάσκονται ολόκληρη την ιστορία της, «με όλα τα υψηλά και τα χαμηλά της».

«Θέλουμε να το πάρουμε πίσω», έχει δηλώσει, υποστηρίζοντας ότι η γερμανική ιστορία εκτείνεται εκατοντάδες χρόνια πριν από τον ναζισμό και δεν μπορεί να περιορίζεται σε αυτόν.

Η τέχνη ως νέο πεδίο μάχης

Η ίδια σύγκρουση μεταφέρεται από τα σχολικά βιβλία στα μουσεία, τα θέατρα και τις αίθουσες τέχνης.

Στο πρόγραμμα της AfD υπάρχει ειδική ενότητα με τίτλο «Προώθηση του πατριωτισμού – όχι κρατικό χρήμα για αντιγερμανική τέχνη και πολιτισμό».

Το κόμμα υποστηρίζει ότι οι κρατικές επιχορηγήσεις θα πρέπει να κατευθύνονται σε πολιτιστικές δράσεις που συμβάλλουν στην ενίσχυση της γερμανικής ταυτότητας και ζητά από τους αποδέκτες δημόσιας χρηματοδότησης να δηλώνουν ότι σέβονται τη γερμανική εθνική κουλτούρα.

Εδώ βρίσκεται και ένας από τους πιο ευαίσθητους ιστορικούς παραλληλισμούς.

Όταν οι ναζί αποφάσιζαν ποια τέχνη ήταν «γερμανική»

Το ναζιστικό καθεστώς δεν περιορίστηκε στον πολιτικό και κοινωνικό έλεγχο. Επιχείρησε να επιβάλει και το δικό του πρότυπο για το τι θεωρείται «γερμανική» τέχνη.
Το 1937 οι ναζί οργάνωσαν στο Μόναχο την περίφημη «Έκθεση Εκφυλισμένης Τέχνης» – Entartete Kunst –, παρουσιάζοντας ως παρακμιακά, «αντιγερμανικά» και πολιτισμικά ανεπιθύμητα έργα μοντερνιστών καλλιτεχνών.

Στο στόχαστρο βρέθηκαν καλλιτέχνες όπως ο Πάουλ Κλέε, ο Βασίλι Καντίνσκι και ο Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, ενώ έργα κατασχέθηκαν από μουσεία και πολλές φορές καταστράφηκαν ή πωλήθηκαν στο εξωτερικό.

Η ιστορική αναλογία δεν σημαίνει ότι η AfD εφαρμόζει ακριβώς τη ναζιστική πολιτική. Σημαίνει, όμως, ότι η σημερινή συζήτηση για το ποια τέχνη είναι αρκετά «γερμανική» αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια χώρα με αυτό το ιστορικό παρελθόν.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο οι επικριτές της AfD θεωρούν την πολιτιστική της ατζέντα ιδιαίτερα ανησυχητική.

Το κόμμα δεν προτείνει την απαγόρευση της τέχνης, αλλά θέλει να αλλάξει τα κριτήρια με τα οποία το κράτος επιλέγει ποια έργα και ποιοι πολιτιστικοί οργανισμοί θα χρηματοδοτούνται.

Στη Σαξονία-Άνχαλτ, στο στόχαστρο έχει βρεθεί μεταξύ άλλων το Bauhaus του Ντέσαου, ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της γερμανικής και ευρωπαϊκής μοντέρνας τέχνης και αρχιτεκτονικής. 

Η AfD έχει επικρίνει την αισθητική και τον διεθνιστικό χαρακτήρα του κινήματος, αν και στελέχη της έχουν δηλώσει ότι το Bauhaus δεν θα κλείσει εάν το κόμμα αναλάβει την εξουσία.

Η ειρωνεία είναι ότι το Bauhaus είχε βρεθεί ήδη στο στόχαστρο των ναζί. Το 1933 έκλεισε υπό την πίεση του καθεστώτος και πολλοί από τους εκπροσώπους του κινήματος εκδιώχθηκαν, ενώ η μοντέρνα τέχνη και αρχιτεκτονική αντιμετωπίστηκαν ως αντίθετες προς την αισθητική και την ιδεολογία του ναζιστικού κράτους.

Η σημερινή αντιπαράθεση γύρω από το Bauhaus επαναφέρει έτσι μια ιδιαίτερα φορτισμένη ιστορική μνήμη.

Από τον Χίτλερ στον Μπίσμαρκ

Η αλλαγή στην εκπαίδευση και στον πολιτισμό αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας της AfD να αναδιαμορφώσει το γερμανικό εθνικό αφήγημα.
Η λογική είναι σαφής: η Γερμανία δεν πρέπει να αντιμετωπίζει την ιστορία της αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα του ναζισμού και των εγκλημάτων του.

Αντίθετα, πρέπει να αναδεικνύει περισσότερο τις περιόδους κατά τις οποίες η χώρα γνώρισε πολιτική, επιστημονική και πολιτιστική ανάπτυξη.

Ο Μπίσμαρκ, η γερμανική ενοποίηση του 1871, ο Λούθηρος, ο Νίτσε και άλλες μορφές της γερμανικής ιστορίας αποκτούν έτσι μεγαλύτερη θέση στην αφήγηση που προτείνει το κόμμα.
Για τους υποστηρικτές της AfD πρόκειται για προσπάθεια απαλλαγής από μια διαρκή εθνική αυτοϋποτίμηση.

Για τους επικριτές της, πρόκειται για μια προσπάθεια να αποδυναμωθεί η μεταπολεμική «κουλτούρα μνήμης» και να δημιουργηθεί μια περισσότερο εθνικιστική εκδοχή της γερμανικής ταυτότητας.

Το παρελθόν του κόμματος ρίχνει τις σκιές του

Οι ανησυχίες δεν προκύπτουν μόνο από το σημερινό εκλογικό πρόγραμμα.
Στο παρελθόν, ανώτερα στελέχη της AfD έχουν προκαλέσει αντιδράσεις με δηλώσεις για τον τρόπο με τον οποίο η Γερμανία αντιμετωπίζει τη ναζιστική περίοδο.

Το 2018 ο τότε συν-αρχηγός του κόμματος Αλεξάντερ Γκάουλαντ είχε χαρακτηρίσει τη ναζιστική περίοδο «κουτσουλιά» στην κατά τα άλλα ένδοξη ιστορία της Γερμανίας. 

Έναν χρόνο νωρίτερα, ο Μπιορν Χέκε είχε χαρακτηρίσει το Μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο «μνημείο ντροπής» και είχε ζητήσει μια «στροφή» στη γερμανική κουλτούρα μνήμης.
Η AfD απορρίπτει τις συγκρίσεις με τον Εθνικοσοσιαλισμό και χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς περί εξτρεμισμού πολιτικά υποκινούμενες επιθέσεις.

Ωστόσο, στη Σαξονία-Άνχαλτ το τοπικό παράρτημα του κόμματος χαρακτηρίζεται από τις γερμανικές υπηρεσίες προστασίας του Συντάγματος ως «σίγουρα ακροδεξιό εξτρεμιστικό».

Σε εθνικό επίπεδο, η γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πολιτικής Αγωγής περιγράφει την AfD ως κόμμα που τοποθετείται από τον δεξιό λαϊκισμό έως την ακροδεξιά, με εθνικιστικές και εθνοφυλετικές τάσεις στο εσωτερικό της.

Η υπόθεση Σέλνερ και η «επανεμετανάστευση»

Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τις επαφές στελεχών της AfD με τον Αυστριακό ακροδεξιό ακτιβιστή Μάρτιν Σέλνερ, ο οποίος συμμετείχε σε συνάντηση στο Πότσνταμ το 2023, στην οποία βρέθηκαν και στελέχη της AfD, μεταξύ των οποίων ο Ζίγκμουντ.

Ο Σέλνερ έχει συνδεθεί με την ιδέα της «επανεμετανάστευσης», όρο που στην ευρύτερη ακροδεξιά ρητορική χρησιμοποιείται για πολιτικές μαζικής επιστροφής ή απομάκρυνσης μεταναστών και ανθρώπων με μεταναστευτικό υπόβαθρο.

Η AfD υποστηρίζει ότι οι σχετικές πολιτικές της θα εφαρμόζονται στο πλαίσιο του νόμου και αφορούν κυρίως παράτυπους μετανάστες και εγκληματίες.
Ο Ζίγκμουντ έχει δηλώσει ότι δεν διατηρεί πλέον επαφή με τον Σέλνερ και ότι η συνάντηση στο Πότσνταμ ήταν η μοναδική φορά που τον είχε συναντήσει.

Η κρίσιμη μάχη της 6ης Σεπτεμβρίου

Η Σαξονία-Άνχαλτ μπορεί να αποτελέσει το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα τεστ για το κατά πόσο η AfD μπορεί να μετατρέψει την εκλογική της επιτυχία σε πραγματική κυβερνητική εξουσία.
Τα υπόλοιπα κόμματα έχουν αποκλείσει τη συμμετοχή σε κυβέρνηση συνασπισμού με την AfD.

Εάν, όμως, το κόμμα εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία, θα αποκτήσει τον έλεγχο κρίσιμων τομέων όπως η εκπαίδευση, ο πολιτισμός και η αστυνομία.
Και τότε η συζήτηση για την ιστορία δεν θα είναι πλέον θεωρητική. 

Για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Γερμανία, ένα ακροδεξιό κόμμα που βρίσκεται στην κορυφή των δημοσκοπήσεων διεκδικεί τη δυνατότητα να εφαρμόσει από την κυβέρνηση τη δική του εκδοχή για το παρελθόν, τον πολιτισμό και την εθνική ταυτότητα.

Η AfD θα έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει σε κυβερνητική πολιτική την πρότασή της για μια «πατριωτική στροφή»: από τον τρόπο που διδάσκεται ο Χίτλερ και ο Εθνικοσοσιαλισμός μέχρι τη χρηματοδότηση θεάτρων και μουσείων, τη διαχείριση των μνημείων και το τι θεωρείται τμήμα της γερμανικής εθνικής ταυτότητας.

Αυτό είναι ένα ακόμη θέμα εκτός των άλλων προτάσεων της AfD για τη μετανάστευση και την οικονομία, που κάνει τις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ σημαντικές πολύ πέρα από τα όρια του συγκεκριμένου κρατιδίου.

Πηγή: skai.gr