ΚΑΙΡΟΣ

ΗΠΑ: Οι Ρεπουμπλικάνοι θέλουν «λιγότερο Τραμπ» - Ο πρόεδρος όμως δεν τους κάνει τη χάρη

Your browser doesn’t support HTML5 audio

Ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται αποφασισμένος να παραμείνει «πανταχού παρών» και να διεκδικήσει ο ίδιος το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών του 2026

Οι Ρεπουμπλικάνοι μπαίνουν στην τελική ευθεία για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ έχοντας μπροστά τους μια δύσκολη εξίσωση. 
Χρειάζονται χαμηλότερες τιμές στα καύσιμα, αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και μια εικόνα οικονομικής σταθερότητας, ενώ θα τους βοηθούσε σημαντικά και μια πρόοδος στον πόλεμο με το Ιράν.

Αυτό που δύσκολα θα αποκτήσουν, όμως, είναι  ένα πράγμα που ίσως χρειάζονται περισσότερο: λιγότερο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο, να παρεμβαίνει στην προεκλογική μάχη, να υπερασπίζεται τις επιλογές του και να μετατρέπει τις ενδιάμεσες εκλογές σε δημοψήφισμα για τη δική του δεύτερη θητεία.

Το πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικάνους είναι ότι αρκετοί ψηφοφόροι δεν βιώνουν την περίφημη «χρυσή εποχή» που περιγράφει ο Τραμπ. 
Αντίθετα, αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές στα καύσιμα και στα τρόφιμα, αυξημένο κόστος παραγωγής και αβεβαιότητα εξαιτίας του πολέμου και των εμπορικών συγκρούσεων.

Καύσιμα, τρόφιμα και πληθωρισμός πιέζουν τον Λευκό Οίκο

Οι τιμές της βενζίνης παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ για τους Αμερικανούς που χρησιμοποιούν ντίζελ το κόστος είναι ακόμη μεγαλύτερο. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στις αγροτικές πολιτείες, όπου το κόστος καυσίμων επηρεάζει άμεσα την παραγωγή, τη μεταφορά και τελικά τις τιμές των τροφίμων.

Παράλληλα, ο πληθωρισμός χονδρικής αυξήθηκε τον Αύγουστο, όπως και ο δείκτης τιμών καταναλωτή, ενώ οι τιμές σε αρκετές βασικές κατηγορίες τροφίμων εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ πάνω από τα επίπεδα που είχαν συνηθίσει οι Αμερικανοί καταναλωτές.

Στο οικονομικό μέτωπο προστίθεται και η νέα ένταση στις εμπορικές σχέσεις με τον Καναδά, με τους δασμούς να δημιουργούν τον κίνδυνο περαιτέρω αυξήσεων για επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Για τους Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους, αυτό σημαίνει ότι η οικονομική ατζέντα που θα ήθελαν να αξιοποιήσουν ως πλεονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό βάρος.

Ο πόλεμος με το Ιράν και το μήνυμα της οικονομίας

Την ίδια ώρα, ο Τραμπ δεν έχει καταφέρει να δώσει σαφή ημερομηνία για το τέλος του πολέμου με το Ιράν, μιας σύγκρουσης που παραμένει ιδιαίτερα αντιδημοφιλής και έχει επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Η ενεργειακή αναστάτωση έχει ήδη επιβαρύνει το κόστος για τους Αμερικανούς αγρότες. 

Τα λιπάσματα, για παράδειγμα, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο για την παραγωγή τους και οι ανατιμήσεις μεταφέρονται στο κόστος καλλιέργειας.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής του Κάνσας Ρότζερ Μάρσαλ έχει αναγνωρίσει δημόσια το πρόβλημα, επισημαίνοντας ότι το Στενό του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα τις τιμές του ντίζελ.

Για τους ψηφοφόρους στις αγροτικές περιοχές, η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Είναι το κόστος για τα τρακτέρ, τα λιπάσματα, τις μεταφορές και τελικά το κόστος των προϊόντων στο ράφι.
Ο Τραμπ γίνεται το «όπλο» των Δημοκρατικών
Η ισχυρή προσωπική και πανταχού παρουσία του Τραμπ στην προεκλογική εκστρατεία δημιουργεί ένα παράδοξο για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Ο πρόεδρος εξακολουθεί να είναι απαραίτητος για την κινητοποίηση της βάσης του κόμματος και για τη συγκέντρωση χρημάτων.

Ταυτόχρονα, όμως, η δημοτικότητά του μπορεί να αποτελέσει βαρίδι για υποψηφίους που προσπαθούν να κερδίσουν μετριοπαθείς ή ανεξάρτητους ψηφοφόρους.

Στο Μίσιγκαν, για παράδειγμα, ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος για τη Γερουσία Μάικ Ρότζερς επιχειρεί να επιτεθεί στον Δημοκρατικό αντίπαλό του, Άμπντουλ Ελ-Σαγιέντ, συνδέοντάς τον με τον αμφιλεγόμενο διαδικτυακό influencer Χασάν Πάικερ και κατηγορώντας τον ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για την Παλαιστίνη παρά για τους πολίτες της πολιτείας.

Ο Ελ-Σαγιέντ, ωστόσο, επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση στον ίδιο τον Τραμπ στην οικονομία και στο κόστος ζωής. Με αυτόν τον τρόπο, η προσωπική παρουσία του προέδρου στη προεκλογική αντιπαράθεση,  μπορεί να λειτουργήσει τελικά υπέρ του Δημοκρατικού υποψηφίου.

Η ίδια δυναμική εμφανίζεται και στο Κάνσας.

Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ρότζερ Μάρσαλ, που θεωρούνταν ότι θα είχε σχετικά εύκολη πορεία προς την επανεκλογή του, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πιο ανταγωνιστική αναμέτρηση. Ο Δημοκρατικός αντίπαλός του, Άνταμ Χάμιλτον, προσπαθεί να τον ταυτίσει με την πολιτική του Τραμπ και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τη φωνή των ψηφοφόρων που πληρώνουν το κόστος των επιλογών του Λευκού Οίκου.

Μίσιγκαν, Μέιν και Οχάιο στο επίκεντρο της μάχης

Η ανακύκλωση της εμπορικής αντιπαράθεσης με τον Καναδά δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στους Ρεπουμπλικάνους σε τρεις κρίσιμες πολιτείες: το Μίσιγκαν, το Μέιν και το Οχάιο.
Και οι τρεις πολιτειακές οικονομίες έχουν ισχυρούς δεσμούς με τη γειτονική χώρα λόγω του  διασυνοριακού εμπορίου, ενώ παράλληλα διαθέτουν ανταγωνιστικές εκλογικές αναμετρήσεις για τη Γερουσία.
Στο Μέιν, η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Σούζαν Κόλινς έχει εκφράσει επιφυλάξεις για τον εμπορικό πόλεμο του Τραμπ. 

Ο Δημοκρατικός αντίπαλός της, Τρόι Τζάκσον, επιχειρεί να αξιοποιήσει όμως τη κατάσταση, υποστηρίζοντας ότι οι πολιτικές του Τραμπ είναι αυτές που πλήττουν κρίσιμους κλάδους της πολιτείας, από την υλοτομία και την αλιεία μέχρι τον τουρισμό.

Το βασικό ερώτημα που θέτει στους ψηφοφόρους είναι απλό: τι έκανε η Κόλινς για να πείσει τον Τραμπ να αλλάξει πορεία;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι πολιτικές του Τραμπ

Σε ορισμένες πολιτείες, οι Ρεπουμπλικάνοι δεν αντιμετωπίζουν μόνο τις συνέπειες των επιλογών του προέδρου, αλλά και το πρόβλημα των υποψηφίων που ο ίδιος επέλεξε να στηρίξει.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Τζόρτζια, όπου η παλιά σύγκρουση του Τραμπ με τον Ρεπουμπλικανό κυβερνήτη Μπράιαν Κεμπ επηρέασε τις επιλογές του κόμματος.

Ο Τραμπ έχει στηρίξει υποψηφίους που εκφράζουν την πιο πιστή πτέρυγα του κινήματος MAGA, όμως ορισμένοι από αυτούς δυσκολεύονται να διευρύνουν την εκλογική τους βάση.

Αυτό δημιουργεί ένα ακόμη παράδοξο: ο Τραμπ μπορεί να ενισχύει τη βάση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, την ίδια ώρα που δυσκολεύει τους υποψηφίους του να προσεγγίσουν μετριοπαθείς ψηφοφόρους εκτός της σκληρής εκλογικής του βάσης.

Οι Δημοκρατικοί παραμένουν αδύναμοι, αλλά μπορεί να… τους αρκεί

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι Δημοκρατικοί δεν εμφανίζονται ιδιαίτερα δημοφιλείς.
Μετά την ήττα τους στις εκλογές του 2024, το κόμμα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ως προς το πολιτικό του μήνυμα και την εικόνα του στους ψηφοφόρους.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η δημοτικότητα των Δημοκρατικών παραμένει χαμηλή, γεγονός που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα να παρουσιάσουν μια εντυπωσιακή πολιτική αναγέννηση για να επωφεληθούν.

Μπορεί να τους αρκεί να μετατρέψουν τις εκλογές του Νοεμβρίου ως ένα δημοψήφισμα για τον Τραμπ.

Και αυτό ακριβώς φοβούνται οι Ρεπουμπλικάνοι.

Σε μια χρονιά όπου οι υποψήφιοι θα ήθελαν να μιλήσουν για τις δικές τους πολιτείες, τις τοπικές οικονομίες και τα δικά τους πολιτικά πλεονεκτήματα, βρίσκονται συχνά αναγκασμένοι να υπερασπίζονται ή να αποστασιοποιούνται από τον πρόεδρο.

Τι ζητούν πραγματικά οι Ρεπουμπλικάνοι από τον Τραμπ

Οι Ρεπουμπλικάνοι δεν μπορούν να ζητήσουν από τον Τραμπ να αποσυρθεί από την προεκλογική μάχη. 
Η πολιτική του επιρροή στη βάση του κόμματος παραμένει τεράστια και χωρίς την κινητοποίηση των ψηφοφόρων του, οι πιθανότητες του GOP στις ενδιάμεσες εκλογές θα ήταν ακόμη μικρότερες.
Αυτό που θα ήθελαν, όμως, είναι διαφορετικό.

Θα ήθελαν έναν Τραμπ που θα βοηθά τους υποψηφίους χωρίς να επισκιάζει τους ίδιους. Έναν πρόεδρο που θα επικεντρώνεται στις οικονομικές επιτυχίες της κυβέρνησής του, αλλά θα αποφεύγει να μετατρέπει κάθε τοπική εκλογική αναμέτρηση σε προσωπική μάχη.

Θα ήθελαν επίσης να μπορούν να μιλούν για την οικονομία χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να απαντούν για τον εμπορικό πόλεμο, τον πληθωρισμό, τον πόλεμο με το Ιράν ή τις πιο αμφιλεγόμενες δηλώσεις του προέδρου.

Μόνο που αυτό δεν φαίνεται να βρίσκεται στο πολιτικό σχέδιο του Τραμπ.

Το μεγάλο «όπλο»: τα χρήματα

Υπάρχει, πάντως, κάτι που ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να προσφέρει απλόχερα στους υποψηφίους του: χρήματα.

Το πολιτικό του δίκτυο διαθέτει ένα ταμείο εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων για τη στήριξη Ρεπουμπλικανών υποψηφίων και ήδη εξετάζει τρόπους να διοχετεύσει πόρους σε δύσκολες εκλογικές αναμετρήσεις.

Για υποψηφίους που βρίσκονται σε οριακή θέση, η οικονομική ενίσχυση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική τις τελευταίες εβδομάδες της προεκλογικής περιόδου.
Το ερώτημα είναι πόσα χρήματα είναι πραγματικά διατεθειμένος να διαθέσει ο Τραμπ για να προστατεύσει τους Ρεπουμπλικάνους που κινδυνεύουν να χάσουν.

Γιατί μια μεγάλη ήττα του κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 δεν θα ήταν απλώς μια συνηθισμένη πολιτική υποχώρηση που αντιμετωπίζει σχεδόν κάθε πρόεδρος στο μέσο της θητείας του.
Θα μπορούσε να μετατραπεί σε προσωπική αποδοκιμασία του ίδιου του Τραμπ, της πολιτικής του και του κινήματος MAGA.

Και αυτός είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο ο πρόεδρος δεν πρόκειται να δώσει στους Ρεπουμπλικάνους το μόνο πράγμα που κάποιοι από αυτούς θα ήθελαν περισσότερο: λιγότερο Τραμπ.
 

Πηγή: skai.gr