Από έναν πρώην διοικητή που παραδέχεται ότι κατέστρεψε με τα ίδια του τα χέρια τους αρχαίους Βούδες του Μπαμιγιάν μέχρι έναν άλλο αξιωματούχο που ήταν υπεύθυνος για επιχειρήσεις βομβιστών αυτοκτονίας στην Καμπούλ, το BBC κατέγραφε επί δύο χρόνια τον τρόπο με τον οποίο οι Ταλιμπάν ασκούν σήμερα την εξουσία στο Αφγανιστάν.
For more than 1,500 years, the Bamiyan Buddhas stood carved into the cliffs of Afghanistan, towering over the valley.
— History.org (@historydotorg) August 19, 2026
In March 2001, the Taliban destroyed the ancient statues with explosives despite international pleas to save them.
Today, only their empty niches remain, a… pic.twitter.com/tX7YyVUFwR
Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκε και η καθημερινότητα των γυναικών, οι οποίες έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με ολοένα και περισσότερους περιορισμούς.
«Έχω πάρει την απόφασή μου»
Ο κυβερνήτης Αμπντουλάχ Σαρχάντι δίνει χρήματα για τη θεραπεία ενός αγοριού που έχει σπάσει το χέρι του και διαθέτει κονδύλια για ένα τοπικό τζαμί. Στη συνέχεια, στο γραφείο του στο βόρειο Αφγανιστάν, εκτυλίσσεται μια απρόσμενη συζήτηση.
Μια 18χρονη γυναίκα, την οποία το BBC αποκαλεί Τούμπα, καθώς δεν πρόκειται για το πραγματικό της όνομα, ζητά από τον πρώην διοικητή των Ταλιμπάν να της επιτρέψει να πάρει διαζύγιο από τον σύζυγό της, τον οποίο κατηγορεί ότι την κακοποιεί και την ξυλοκοπεί εδώ και μήνες.
Σε μια χώρα όπου τα κορίτσια απαγορεύεται να φοιτούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η 18χρονη εκθέτει την υπόθεσή της ήρεμα και με αυτοπεποίθηση, έχοντας το πρόσωπό της πλήρως καλυμμένο με πέπλο και φορώντας γυαλιά ηλίου.
«Αν υπήρχε έστω και η παραμικρή πιθανότητα να μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί, δεν θα ήμουν εδώ... Έχω πάρει την απόφασή μου», λέει.
Ο Σαρχάντι προσπαθεί να την πείσει να μην προχωρήσει στο διαζύγιο.
Αργότερα, σχολιάζει ότι οι γυναίκες είναι «άβουλες» και «ελλιπείς σε νοημοσύνη», προκαλώντας γέλια μεταξύ των ανδρών αξιωματούχων, των σωματοφυλάκων και των πρεσβυτέρων που βρίσκονται γύρω του.
Η σκηνή αυτή αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο την καθημερινότητα υπό τη διακυβέρνηση των Ταλιμπάν, πέντε χρόνια μετά την ανατροπή της υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ αφγανικής κυβέρνησης το 2021.
Στο διάστημα αυτό, οι γυναίκες έχουν αποκλειστεί από τους περισσότερους χώρους εργασίας, έχουν απομακρυνθεί από τα πανεπιστήμια και δεν μπορούν να ταξιδεύουν μόνες τους ούτε να επισκέπτονται πάρκα και κέντρα αναψυχής.
Η υπόθεση του διαζυγίου
Ο Σαρχάντι λέει στην Τούμπα ότι θα πρέπει να παραμείνει στον γάμο της.
«Ρωτήστε τον εαυτό σας: "Ποιος θα με παντρευτεί αφού πάρω το διαζύγιό μου;" Θα πρέπει να κάνετε πολλούς συμβιβασμούς, διαφορετικά θα χάσετε την αξιοπρέπεια και την τιμή σας», της λέει.
«Κύριε κυβερνήτη, η τιμή και η αξιοπρέπειά μου έχουν ήδη καταστραφεί», απαντά εκείνη.
Ο σύζυγός της παρακολουθεί τη συζήτηση, περιμένοντας τη σειρά του να μιλήσει.
Σύμφωνα με τη Σαρία, μια γυναίκα που ζητά από τον σύζυγό της να συναινέσει σε διαζύγιο μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει μέρος ή και το σύνολο των χρημάτων που της είχε δώσει εκείνος κατά τον γάμο. Συχνά συμφωνείται κάποιος οικονομικός διακανονισμός.
Στην περίπτωση της Τούμπα, ωστόσο, ο σύζυγός της ζητά τετραπλάσιο ποσό, το οποίο η οικογένειά της αρνείται να καταβάλει.
Ο κυβερνήτης αποφασίζει ότι η γυναίκα θα πρέπει να έχει δικό της δωμάτιο και προσθέτει ότι οι αξιωματούχοι θα προειδοποιήσουν τον σύζυγό της να μην την ξαναχτυπήσει, «διαφορετικά θα φυλακιστεί».
Ο πατέρας της Τούμπα δηλώνει αργότερα στο BBC ότι η οικογένεια θα επιδιώξει το διαζύγιο μέσω των δικαστηρίων, παρά το γεγονός ότι, βάσει του δικαστικού συστήματος των Ταλιμπάν, είναι εξαιρετικά δύσκολο για μια γυναίκα να πάρει διαζύγιο χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου της.
Ο διοικητής που κατέστρεψε τους Βούδες του Μπαμιγιάν
Ο Σαρχάντι ήταν στρατιωτικός διοικητής κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης των Ταλιμπάν, τη δεκαετία του 1990.
Ήταν μεταξύ των χιλιάδων ανταρτών που παραδόθηκαν στα τέλη του 2001, όταν ο υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συνασπισμός ανέτρεψε το καθεστώς.
Κρατήθηκε για αρκετά χρόνια στη φυλακή του Γκουαντάναμο, προτού τελικά αφεθεί ελεύθερος.
Μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, διορίστηκε κυβερνήτης, αρχικά στην επαρχία Μπαμιγιάν και στη συνέχεια, όταν το BBC τον συνάντησε στα τέλη Ιουνίου, στην πόλη Σεμπεργκάν, στην επαρχία Τζαουζτζάν.
Πρόσφατα έγινε αναπληρωτής διοικητής στρατιωτικού σώματος στη βόρεια επαρχία Κουντούζ.
Χρησιμοποιώντας ένα παλιό κινητό τηλέφωνο με μικροσκοπική οθόνη, λέει ότι η πρόσφατη απαγόρευση των smartphones για τους αξιωματούχους έχει επιβραδύνει τη λειτουργία της διοίκησης.
«Παλαιότερα μπορούσες να στείλεις ένα γρήγορο μήνυμα... να στείλεις έγγραφα και να λάβεις γρήγορα μια απάντηση», λέει.
Προσθέτει, ωστόσο, ότι αν μιλήσει περισσότερο για την απαγόρευση, «θα προκαλέσει προβλήματα».
Σε άλλες πτυχές, πάντως, η κοσμοθεωρία του φαίνεται να έχει αλλάξει ελάχιστα σε σχέση με εκείνη που εξέφραζαν οι Ταλιμπάν πριν από 25 χρόνια.
Τότε ήταν στρατιωτικός διοικητής στη Μπαμιγιάν, όπου οι Ταλιμπάν ανατίναξαν τα αρχαία γιγαντιαία αγάλματα του Βούδα, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή.
Αρχικά προσπαθεί να αποφύγει τις ερωτήσεις σχετικά με τον αρχαιολογικό χώρο. Τελικά, όμως, λέει:
«Τον κατέστρεψα με τα ίδια μου τα χέρια».
Και προσθέτει: «Ό,τι κάναμε και ό,τι κάνουμε είναι σύμφωνα με την καθοδήγηση και τον νόμο του Θεού... Συντρίβουμε τα είδωλα αντί να τα πουλάμε. Γιατί να το μετανιώσω; Ήταν θέλημα Θεού».
Ο πρώην υπεύθυνος των βομβιστών αυτοκτονίας
Στην Καμπούλ, το BBC συναντά ένα ακόμη ανώτατο στέλεχος των Ταλιμπάν που αντάλλαξε ένα βίαιο παρελθόν με έναν ρόλο στη σημερινή κυβέρνηση.
Ο Χαμπιμπουλάχ Μπαντρ οδηγεί τους δημοσιογράφους στους δρόμους της πρωτεύουσας με ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο.
Ο ίδιος λέει ότι στο παρελθόν ήταν «υπεύθυνος για τις επιχειρήσεις των βομβιστών αυτοκτονίας» στην Καμπούλ.
«Γνωρίζω όλους τους δρόμους και τις οδούς πολύ καλά... είχαμε όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμασταν για την Καμπούλ και τα σοκάκια της», λέει. «Υπήρχαν περιοχές για τις οποίες χρειαζόταν πολύς χρόνος για τον σχεδιασμό [των επιχειρήσεων]».
Οι επιθέσεις αυτοκτονίας των Ταλιμπάν έχουν προκαλέσει τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων στο Αφγανιστάν, μεταξύ των οποίων και πολλών αμάχων.
Ο Μπαντρ είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός όταν συζητά το παρελθόν του, καθώς φοβάται ότι αυτό θα «αναστατώσει τους ανθρώπους» και θα μπορούσε να «ξανανοίξει πληγές».
Όταν ερωτάται για τους θανάτους αμάχων, υποστηρίζει ότι οι Ταλιμπάν στόχευαν αμερικανικές στρατιωτικές νηοπομπές και ότι οι άμαχοι είχαν παροτρυνθεί να παραμένουν μακριά από ξένες βάσεις.
Κάθε φορά, όμως, που το BBC επιχειρεί να τον ρωτήσει για συγκεκριμένες επιθέσεις σε περιοχές όπου κατοικούσαν άμαχοι, αποφεύγει να απαντήσει.
Σήμερα βρίσκεται σε άδεια από τα επίσημα καθήκοντά του για λόγους ιατρικής περίθαλψης.
Προηγουμένως, ωστόσο, ήταν αναπληρωτής διευθυντής φυλακών σε ολόκληρη τη χώρα και είχε υπό την ευθύνη του την ίδια φυλακή όπου ο ίδιος είχε κρατηθεί, στην πτέρυγα των μελλοθανάτων, υπό την προηγούμενη κυβέρνηση.
Η σιωπή όταν ζητήθηκε να ανοίξουν τα σχολεία
Ο Μπαντρ προσκαλεί το BBC σε μια φυλετική συγκέντρωση, όπου ο επικεφαλής ενός φιλανθρωπικού ιδρύματος πρόκειται να τον τιμήσει με ένα μετάλλιο.
Τα πράγματα, όμως, παίρνουν απρόσμενη τροπή.
«Ο κ. Μπαντρ είναι καμάρι για το Αφγανιστάν και σπουδαίος μαχητής», λέει ο Σουλτάν Μοχάμεντ Ταλάι. «Έχω όμως και ένα παράπονο. Αν τα σχολεία και η εκπαίδευση ήταν ανοιχτά σε όλους, θα ήταν ένα σπουδαίο έργο για το Αφγανιστάν. Ελπίζω αυτό να μην σας προσβάλλει».
Ακολουθεί αμήχανη σιωπή, καθώς το κοινό δεν είναι βέβαιο για το πώς πρέπει να αντιδράσει. Το μικρόφωνο του Ταλάι αφαιρείται γρήγορα.
Αργότερα, ο ίδιος λέει στο BBC: «Ζήτησα να ανοίξουν ξανά τα σχολεία για τα κορίτσια... Η αναζήτηση της γνώσης είναι υποχρέωση τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες στο Ισλάμ».
Και προσθέτει: «Υπήρχαν και άλλα πράγματα που ήθελα να πω, αλλά δεν με άφησαν να μιλήσω περισσότερο».
Όσοι, πάντως, μιλούν ανοιχτά κατά της πολιτικής των Ταλιμπάν συχνά αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρότερες συνέπειες.
Οι γυναίκες και η καταστολή
Γυναίκες μίλησαν στο BBC για τη βαθιά απελπισία που αισθάνονται βλέποντας τα όνειρά τους να ματαιώνονται από τους περιορισμούς στην εκπαίδευση, αλλά και για φίλες τους που φυλακίστηκαν επειδή συμμετείχαν σε διαδηλώσεις.
No education, no work, no independence.
— 📍 יזן | Yazan (@Koryvia) August 24, 2026
Beaten in the streets. This is what Islamist rule looks like for women. pic.twitter.com/eqz5qbMnIz
Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι με τους οποίους μίλησε το BBC δήλωσαν ότι έχουν κληθεί ή ανακριθεί από την υπηρεσία πληροφοριών των Ταλιμπάν, την Estikhbaraat.
Το BBC έθεσε ορισμένες από αυτές τις ανησυχίες στον εκπρόσωπο της κυβέρνησης των Ταλιμπάν, γνωστό ως Ζαμπιχουλάχ Μουτζαχίντ.
Αποτελεί δημόσιο πρόσωπο της κυβέρνησης των Ταλιμπάν από το 2021. Εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε επί χρόνια κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, όμως είπε στο BBC ότι το πραγματικό του όνομα είναι Tahir Shah Seddiqi, αποκαλύπτοντάς το δημόσια για πρώτη φορά.
Σε ένα πολυτελές κέντρο Τύπου, το οποίο είχε χρηματοδοτηθεί από τις ΗΠΑ για την προηγούμενη κυβέρνηση, το BBC τον ρωτά για την πρώτη συνέντευξη Τύπου που είχε παραχωρήσει εκεί, δύο ημέρες μετά την κατάληψη της χώρας από τους Ταλιμπάν.
Τότε είχε δηλώσει ότι η νέα κυβέρνηση θα επέτρεπε στις γυναίκες να εργάζονται και να σπουδάζουν «εντός των πλαισίων μας» και ότι «θα ήταν πολύ δραστήριες» στην κοινωνία.
Γιατί δεν τήρησαν αυτή την υπόσχεση;
«Είμαστε αφοσιωμένοι στα δικαιώματα των γυναικών, την ελευθερία του λόγου και άλλα πράγματα εντός της Σαρία», απαντά. «Θα πρέπει να βλέπουμε τα πάντα μέσα από το πρίσμα της Σαρία».
Η δυνατότητα των γυναικών να εργάζονται σε γραφεία όπως το δικό του, υποστηρίζει, «θα οδηγούσε σε ανηθικότητες» και «η αξιοπρέπειά τους θα υπονομευόταν».
Για την εκπαίδευση των γυναικών λέει ότι «το ζήτημα βρίσκεται υπό συζήτηση... χρειαζόμαστε μια λύση βασισμένη στη Σαρία».
Όταν ερωτάται για την καταστολή της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης από τους Ταλιμπάν, απαντά:
«Σε μια κοινωνία όπως το Αφγανιστάν έχουμε τους δικούς μας περιορισμούς. Δεν μπορούμε να αφήσουμε τα μέσα ενημέρωσης να κάνουν ό,τι προπαγάνδα θέλουν... Δεν μπορούν να μεταδίδουν περιεχόμενο που αντιβαίνει στους ισλαμικούς νόμους και τις ιεροτελεστίες».
Κανταχάρ: Η καρδιά των Ταλιμπάν
Η κυβέρνηση των Ταλιμπάν εδρεύει στην Καμπούλ, όμως ο Μουτζαχίντ περνά μεγάλο μέρος του χρόνου του στην Κανταχάρ, την καρδιά του κινήματος, την οποία ορισμένοι θεωρούν πλέον de facto πρωτεύουσα.
Το BBC ζητά να συναντήσει τον ανώτατο ηγέτη των Ταλιμπάν, Χιμπατουλάχ Αχουντζάντα, ο οποίος έχει την έδρα του εκεί.
Ο Αχουντζάντα εμφανίζεται σπάνια δημοσίως και δεν έχει δώσει ποτέ συνέντευξη σε μέσα ενημέρωσης.
Το BBC ενημερώνεται ότι μια συνάντηση δεν θα είναι προς το παρόν δυνατή.
Οι περιορισμοί στην Κανταχάρ έχουν αυστηροποιηθεί από την τελευταία επίσκεψη του BBC στην περιοχή, δύο χρόνια νωρίτερα.
Πλέον, οι άνδρες πρέπει να έχουν γενειάδα. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν επιτρέπεται να μεταδίδουν μουσική ή γυναικείες φωνές, ενώ στο BBC δεν επιτράπηκε να κινηματογραφήσει στην πόλη.
Στα ίχνη των πρώην μαχητών
Δύο ώρες μακριά με το αυτοκίνητο, σε σκονισμένους δρόμους, ορισμένοι από τους πιο αφοσιωμένους πρώην μαχητές των Ταλιμπάν δείχνουν στο BBC το παλιό, μυστικό δίκτυο σπηλαίων που χρησιμοποιούσαν οι αντάρτες.
Ο Αμπίντ Λαλάι, πρώην μαχητής που σήμερα υπηρετεί σε σημείο ελέγχου ως μέλος δύναμης ασφαλείας που υπάγεται στο υπουργείο Εσωτερικών, δείχνει τις τρύπες από τις οποίες πυροβολούσε, καθώς και τα σημεία όπου συνήθιζε να τοποθετεί το Κοράνι του και να κρεμά το AK-47 του.
Ο ανώτερός του, Αμπντούλ Σαμάντ, δείχνει ένα ανώνυμο νεκροταφείο, λέγοντας ότι ο πατέρας του είναι θαμμένος εκεί, έχοντας σκοτωθεί πολεμώντας για τους Ταλιμπάν.
Η περιοχή είναι μία από τις πιο υποβαθμισμένες σε μια χώρα όπου, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, τρεις στους τέσσερις ανθρώπους αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους.
Ο Σαμάντ λέει ότι ο τοπικός πληθυσμός χρειάζεται επειγόντως νερό, δρόμους και κλινικές.
«Οι αξιωματούχοι των Ταλιμπάν δεν μας έχουν ξεχάσει», λέει. Εκτιμά ότι οι ηγέτες μπορεί να είναι απασχολημένοι με άλλες προτεραιότητες.
«Είμαστε αισιόδοξοι ότι κάποια στιγμή θα μας φροντίσουν», προσθέτει.
Πέντε χρόνια μετά, η κρίση παραμένει
Πέντε χρόνια μετά την έναρξη της δεύτερης περιόδου διακυβέρνησης των Ταλιμπάν, η φτώχεια, η ανεργία και η οικονομική αστάθεια εξακολουθούν να αποτελούν μείζονες προκλήσεις.
Τα στελέχη των Ταλιμπάν με τα οποία μίλησε το BBC υποστηρίζουν ότι εργάζονται για την αντιμετώπισή τους. Ωστόσο, το BBC συνάντησε και ανθρώπους που θεωρούν ότι η ίδια η οργάνωση αποτελεί το βασικό πρόβλημα της χώρας.
«Είμαι άφωνη με το πώς μια ομάδα που δεν έχει καμία κατανόηση για τη ζωή βρίσκεται ξαφνικά στην εξουσία», λέει η Χόντα, που επίσης δεν είναι το πραγματικό της όνομα. Η ίδια είχε διαμαρτυρηθεί στους δρόμους όταν οι Ταλιμπάν επέστρεψαν για πρώτη φορά στην εξουσία.
«Οι γυναίκες δεν μπορούν να αποδεχτούν αυτή την κατάσταση», λέει στο BBC. «Μπορεί να επιβάλλουν περιορισμούς, αλλά αυτό δεν θα παραμείνει έτσι για πάντα».
«Νομίζω ότι οι Ταλιμπάν φοβούνται τις μορφωμένες γυναίκες», προσθέτει.
«Γι' αυτό περιορίζουν τις γυναίκες. Θέλουν αμόρφωτες γυναίκες, ώστε να μην μπορούν να μεγαλώσουν σοφούς άνδρες. Επειδή αυτό θα έβαζε τέλος στους Ταλιμπάν».
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.