ΚΑΙΡΟΣ

Ανάλυση CNN: Τραμπ και Σι απέναντι στη μεγάλη πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης

Your browser doesn’t support HTML5 audio

Τραμπ και Σι συναντώνται με φόντο την ένταση ΗΠΑ-Κίνας, την τεχνητή νοημοσύνη και τις χαμηλές προσδοκίες για ουσιαστικές συμφωνίες

Η μεγαλοπρεπής υποδοχή που επιφυλάσσει ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στον Κινέζο ομόλγό του Σι Τζινπίνγκ υποδηλώνει ότι πλησιάζει μια σημαντική παγκόσμια στιγμή. Σε μια ασυνήθιστη κίνηση, ο Τραμπ πήγε στη θυελλώδη αεροπορική βάση Άντριους, για να υποδεχθεί τον Σι Τζινπίνγκ, όταν εκείνος έφτασε την Τετάρτη για διήμερη επίσκεψη. Οι δύο ηγέτες συνομίλησαν μαζί με τις συζύγους τους και στη συνέχεια περπάτησαν πλάι-πλάι πάνω σε ένα κόκκινο χαλί. Ωστόσο, υπήρξε μια μικρή απρόοπτη στιγμή κατά τη διάρκεια της τελετής: ένα αεροσκάφος που πραγματοποιούσε πτήση επίδειξης διέσχισε τον ουρανό με εκκωφαντικό θόρυβο την ώρα που ακουγόταν ο εθνικός ύμνος, με αποτέλεσμα ο Τραμπ να τιναχτεί και να μορφάσει.

Ωστόσο, σημειώνει το CNN, η εικόνα που δίνεται είναι αυτή δύο ηγετών των ισχυρότερων χωρών του κόσμου να συναντώνται για να αποφασίσουν προς τα πού θα κινηθεί ο πλανήτης. Η συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι πιο κατάλληλη, καθώς ΗΠΑ και Κίνα ανοίγουν έναν νέο δρόμο στην τεχνολογία, ενώ κορυφαία στελέχη της βιομηχανίας προειδοποιούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί σύντομα να ξεφύγει από τον έλεγχο.

Όμως, οι εντυπωσιακές εικόνες μπορεί να είναι παραπλανητικές. Η επίσημη επίσκεψη του Σι δεν έχει καμία σχέση με τις ιστορικές συναντήσεις του προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν με τον Σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, οι οποίες βοήθησαν να οδηγηθεί ο Ψυχρός Πόλεμος σε μια ομαλή αποκλιμάκωση.

Καταρχάς, η επίσκεψη αναμένεται να ολοκληρωθεί χωρίς μια συμφωνία που θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στην ανθρωπότητα, όπως είχε συμβεί τη δεκαετία του 1980 με τις συμφωνίες για τη μείωση των πυρηνικών όπλων. Σήμερα, 40 χρόνια μετά, κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να σημαίνει περιορισμούς στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ή μεγαλύτερη διαφάνεια μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας σχετικά με τον τεχνολογικό τους τομέα, ώστε να χτιστεί εμπιστοσύνη και να ενισχυθεί η ασφάλεια.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν, δεξιά, και ο Σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ανταλλάσσουν στυλό κατά τη διάρκεια της τελετής υπογραφής της Συνθήκης για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μεσαίου Βεληνεκούς στην Ανατολική Αίθουσα του Λευκού Οίκου στην Ουάσινγκτον

Αλλά γιατί οι προσδοκίες είναι τόσο χαμηλές, ειδικά τώρα που όλος ο κόσμος παρακολουθεί τις ΗΠΑ και την Κίνα να ανταγωνίζονται για την πρωτιά στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης;

Το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης δείχνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο πόσο μεγάλη είναι η απόσταση ανάμεσα στις δύο χώρες. Και οι δύο πιστεύουν ότι μπορούν να επικρατήσουν και καταλαβαίνουν πολύ καλά πόσο σημαντική είναι αυτή η μάχη για τη θέση τους ως υπερδυνάμεων. Όπως το έθεσε ο Τραμπ: «Όποιος κερδίσει στην τεχνητή νοημοσύνη, κερδίζει».

 

Ταυτόχρονα, και οι δύο αποφεύγουν να δεχτούν ουσιαστικούς περιορισμούς σε έναν τομέα που θεωρούν κρίσιμο για την οικονομική ανάπτυξη. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Κίνα βρίσκεται πίσω στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης και, ως εκ τούτου, δεν θα δεχόταν εύκολα μια συμφωνία για να περιορίσουν και οι δύο την ανάπτυξη του κλάδου. Η Κίνα συνήθως θεωρεί κάθε προσπάθεια να περιοριστεί η τεχνολογική της ανάπτυξη μέρος μιας δυτικής στρατηγικής που έχει στόχο να της στερήσει τη θέση που, όπως πιστεύει, δικαιούται να έχει στον κόσμο.

Η διαφορά στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι δύο ηγέτες - ο αυθόρμητος και απρόβλεπτος Τραμπ και ο πιο μεθοδικός και προσεκτικός Σι - δεν ευνοεί τις αποφάσεις της τελευταίας στιγμής. Παράλληλα, τα πολιτικά συστήματα των ΗΠΑ και της Κίνας είναι τόσο διαφορετικά και έχουν διαμορφωθεί όλο και περισσότερο με στόχο να αντιμετωπίζουν η μία την άλλη, που τα σημεία στα οποία μπορούν να συμφωνήσουν είναι ελάχιστα.

Και οι δύο πλευρές θέλουν να αποφύγουν μια σοβαρή σύγκρουση, αλλά καμία δεν έχει αρκετή ισχύ για να αναγκάσει την άλλη να κάνει παραχωρήσεις.

Η δημοτικότητα του Τραμπ πέφτει σημαντικά εν μέσω του πολέμου στο Ιράν, κάτι που μπορεί να αποδυναμώνει την επιρροή του σε παγκόσμιο επίπεδο. Πέρυσι, άλλωστε, διαπίστωσε ότι οι απειλές της Κίνας να περιορίσει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ μπορούσαν να βάλουν εμπόδια στον εμπορικό του πόλεμο.

Ο Σι, από την άλλη, δεν έχει να ανησυχεί για δυσαρεστημένους ψηφοφόρους στην αυταρχική Κίνα και φροντίζει με κάθε τρόπο να διατηρεί τον έλεγχο στο εσωτερικό. Παρ’ όλα αυτά, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας, με την κρίση στην αγορά ακινήτων και τις οικονομικές δυσκολίες να συνεχίζονται.

 

Τα όρια της διπλωματίας των συνόδων κορυφής του Τραμπ

Για να είμαστε δίκαιοι με τον Τραμπ, οι περισσότερες διεθνείς σύνοδοι κορυφής δεν καταλήγουν σε όσα έχουν αρχικά υποσχεθεί ή αναμένεται από αυτές. Και οι συναντήσεις μεταξύ των ηγετών των ΗΠΑ και της Κίνας γίνονται συχνά με φόντο τις αναπόφευκτες συγκρίσεις με τις ιστορικές συναντήσεις της δεκαετίας του 1970, ανάμεσα στον πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον και τον Μάο Τσετούνγκ.

Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος συχνά δίνει την εντύπωση ότι τον ενδιαφέρει περισσότερο το θέαμα και η δημοσιότητα των συναντήσεων με τους ηγέτες του κόσμου παρά το ουσιαστικό αποτέλεσμα. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους οι συναντήσεις με τον Σι αυτή την εβδομάδα μπορεί να καταλήξουν σε λίγα συγκεκριμένα αποτελέσματα, σημειώνει το CNN.

Οι πολυσυζητημένες συναντήσεις του με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν κατά την πρώτη του θητεία, αλλά και η περσινή συνάντησή του στην Αλάσκα με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, δεν οδήγησαν σε πολλά ουσιαστικά αποτελέσματα, πέρα από φωτογραφίες του Τραμπ με αυταρχικούς ηγέτες που φαίνεται να θαυμάζει.

Εδώ και μήνες, ο Τραμπ περίμενε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό την επίσκεψη του Σι και τώρα θα θέλει τουλάχιστον να ανταποδώσει το θερμό καλωσόρισμα και τη λαμπρή υποδοχή που είχε ο ίδιος στο Πεκίνο τον Μάιο, τα οποία εξέλαβε ως ένδειξη μεγάλου προσωπικού σεβασμού.

Ο Τραμπ δεν είναι ο πρώτος πρόεδρος που πιστεύει ότι οι προσωπικές σχέσεις που αναπτύσσει με ξένους ηγέτες μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Σε μια κρίση, τέτοιες προσωπικές σχέσεις μπορεί πράγματι να αποδειχθούν σημαντικές.

Ο Λάιλ Γκόλντσταϊν, ανώτερος ερευνητής και διευθυντής του Προγράμματος για την Ασία στο think tank Defense Priorities, χαρακτήρισε τις συναντήσεις κάτι θετικό. Όπως είπε, η προσωπική διπλωματία μεταξύ του Σι και του Τραμπ έχει βοηθήσει να σταθεροποιηθούν οι σχέσεις των δύο χωρών και να μειωθούν οι στρατιωτικές εντάσεις, μεταξύ άλλων και γύρω από την Ταϊβάν.

Ωστόσο, ο Τραμπ φαίνεται να πιστεύει περισσότερο από ποτέ ότι ο ίδιος μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Στην προεκλογική εκστρατεία του 2024 μιλούσε συχνά για την «πολύ καλή σχέση» του με τον Σι, παρότι αυτό δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τα θέματα που απασχολούσαν περισσότερο τους ψηφοφόρους. Και στο Πεκίνο μίλησε ξανά με ενθουσιασμό για τη σχέση τους. «Είναι τιμή μου να είμαι φίλος σου», είπε στον Σι. «Κάποιοι λένε ότι αυτή είναι η σημαντικότερη σύνοδος κορυφής που έχει γίνει ποτέ».

Η προσπάθεια του Τραμπ να προστατεύσει τις προσωπικές του σχέσεις με ξένους ηγέτες τον οδηγεί κάποιες φορές να τους δικαιολογεί. Τον Ιούλιο, για παράδειγμα, όταν ρωτήθηκε για τις καταγγελίες ότι η Κίνα είχε προσπαθήσει να επηρεάσει τις αμερικανικές εκλογές του 2020, απάντησε: «Κι εμείς κάνουμε πράγματα σε βάρος τους, δεν είναι μονόδρομος».

Αυτόν τον μήνα, ο Τραμπ υποβάθμισε επίσης τις πληροφορίες ότι το Πεκίνο είχε δώσει στο Ιράν δορυφορικές εικόνες μιας αμερικανικής βάσης στην Ιορδανία, λίγο πριν από επίθεση εναντίον Αμερικανών στρατιωτών. Η Κίνα διέψευσε το δημοσίευμα της Wall Street Journal, το οποίο επικαλούνταν ανώνυμους Αμερικανούς αξιωματούχους.

Ο Κινέζος ηγέτης σπάνια ανταποδίδει στον Τραμπ την ίδια προσωπική ζεστασιά. Δείχνει να ακολουθεί μια μακροπρόθεσμη διπλωματική στρατηγική, η οποία θα συνεχιστεί πολύ μετά την αποχώρηση του 47ου προέδρου από την εξουσία.

Πρώην αξιωματούχοι έχουν πει ότι ο Σι είναι πιο πρόθυμος να κάνει αυθόρμητες, ανεπίσημες συζητήσεις κατ’ ιδίαν σε σχέση με τον πιο συγκρατημένο προκάτοχό του, Χου Τζιντάο. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να περιορίζεται από τους κανόνες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και την προσεκτική διπλωματική παράδοση της χώρας. Επίσης, αποφεύγει εμφανώς τους υπερβολικούς επαίνους και τις κολακευτικές δηλώσεις που χρησιμοποιούν άλλοι ηγέτες για να κερδίσουν την εύνοια του Τραμπ.

Κάποιοι Ρεπουμπλικανοί έχουν ασκήσει έντονη κριτική στη στάση του Τραμπ. Την Τρίτη, σε μια ασυνήθιστα σκληρή δήλωση, ο γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ, πρόεδρος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, επέκρινε τη συνάντηση. «Ο πρόεδρός μας θα πρέπει να θυμάται ότι ο άνθρωπος που έχει απέναντί του είναι ένας σκληρός, μη εκλεγμένος και καταπιεστικός δικτάτορας, που θέλει να επιβληθεί στις γειτονικές του χώρες και διαθέτει ένα τεράστιο στρατιωτικό οπλοστάσιο, το οποίο στρέφεται άμεσα εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών», είπε χαρακτηριστικά ο Γουίκερ.

Η τεχνητή νοημοσύνη δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες για τη σύνοδο Τραμπ - Σι

Η σύνοδος κορυφής μεταξύ Σι και Τραμπ απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τις πρόσφατες προειδοποιήσεις από ειδικούς και ηγέτες στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης ότι τα προϊόντα που αναπτύσσουν μπορεί σύντομα να ξεφύγουν από τον έλεγχο και να απειλήσουν την ανθρωπότητα.

Ωστόσο, την Τρίτη ο Τραμπ μίλησε για την τεχνητή νοημοσύνη ως «υπερνοημοσύνη» και, απευθυνόμενος στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, δήλωσε ότι «απορρίπτει πλήρως κάθε προσπάθεια δημιουργίας ενός διεθνου=ύς σχεδίου για τον έλεγχο» της τεχνολογίας.

Την ίδια ώρα, η ολοένα και μεγαλύτερη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στον στρατιωτικό τομέα κάνει την κατάσταση ακόμη πιο περίπλοκη. Και αυτό γιατί οποιαδήποτε προσπάθεια είτε από το Πεκίνο είτε από την Ουάσιγκτον να περιορίσει την τεχνολογία θα μπορούσε να δώσει στην άλλη υπερδύναμη πλεονέκτημα στο πεδίο της μάχης.

Η αντίθεση του Αμερικανού προέδρου σε οποιονδήποτε κανονισμό, είτε στις ΗΠΑ είτε σε διεθνές επίπεδο, έχει ήδη περιορίσει σημαντικά τις πιθανότητες για μια μεγάλη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας στο θέμα αυτό.

Η Κίνα επίσης δεν θέλει εξωτερικό έλεγχο, όμως έχει δείξει μεγαλύτερη διάθεση να δημιουργηθούν θεσμικοί κανόνες ασφαλείας και μια παγκόσμια συμφωνία για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, δεν είναι ξεκάθαρο αν είναι διατεθειμένη να προχωρήσει πέρα από τις δηλώσεις.

Η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται ήδη σε πολύ μεγάλη κλίμακα στην Κίνα. Παράλληλα, το κλειστό πολιτικό σύστημα της χώρας σημαίνει ότι δεν έχει υπάρξει η ίδια δημόσια συζήτηση και οι αντιδράσεις που έχουν ξεσπάσει στις ΗΠΑ γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, ιδιαίτερα κατά την προεκλογική περίοδο για τις ενδιάμεσες εκλογές.

Την Τετάρτη, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κίνας στον ΟΗΕ, Φου Κονγκ, επιτέθηκε κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, παρουσία επικεφαλής εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, σε «ορισμένες μεγάλες χώρες» - εννοώντας ουσιαστικά τις ΗΠΑ. Τις κατηγόρησε ότι δημιουργούν μια «ομάδα του “εμείς εναντίον των άλλων”» και ότι πιέζουν άλλες χώρες να χρησιμοποιούν τη δική τους τεχνολογία αντί για την κινεζική.

Και οι δύο πλευρές όμως φαίνεται να αναγνωρίζουν σε κάποιο βαθμό την παγκόσμια ανησυχία που υπάρχει για την τεχνητή νοημοσύνη. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε τη Δευτέρα στο CNBC ότι, ενόψει της συνόδου κορυφής, ΗΠΑ και Κίνα συζητούσαν το ενδεχόμενο να ανοίξουν έναν δίαυλο επικοινωνίας για περιστατικά που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, ώστε να μπορέσουν να προσδιορίσουν «ποιοι είναι οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που προέρχονται από την τεχνητή νοημοσύνη».

Παρατείνεται για δύο μήνες η ανακωχή στον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ - Κίνας

Εν τω μεταξύ, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Κίνας αποφάσισαν χθες Τετάρτη να παραταθεί για δυο μήνες, ως τη 10η Ιανουαρίου, η ανακωχή την οποία έχουν κηρύξει ως προς το εμπόριο, ανακοίνωσε ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών, την ώρα που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποδεχόταν προσωπικά με στρατιωτικές τιμές τον κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ σε στρατιωτική βάση κοντά στην Ουάσιγκτον.

«Συμφωνήσαμε σήμερα (σ.σ. χθες Τετάρτη) να παρατείνουμε (...) την οικονομική αποκλιμάκωση ανάμεσα στις δυο χώρες μας, που επρόκειτο να λάβει τέλος τη 10η Νοεμβρίου (...) ώστε να έχουμε περισσότερο χρόνο για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε στο οικονομικό επίπεδο», δήλωσε ο Σκοτ Μπέσεντ κατά τη διάρκεια συνέντευξης που παραχώρησε στο Fox News.

Πηγή: skai.gr