ΚΑΙΡΟΣ

Κίμι Αντονέλι: Το αγόρι που «γεννήθηκε σε ένα γκαράζ» και έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής

«Όταν εξετάζαμε τα λάθη που έκανε, συχνά επρόκειτο για λανθασμένες εκτιμήσεις ή έλλειψη εμπειρίας. Δεν ήταν λάθη που οφείλονταν σε έλλειψη ταλέντου»

Ο Κίμι Αντονέλι ήταν 10 ετών όταν ο πατέρας του, Μάρκο, συνειδητοποίησε ότι το αγόρι που καθόταν στα πόδια του, χειριζόμενο το τιμόνι και τις ταχύτητες, ίσως διέθετε εξαιρετικό ταλέντο ως οδηγός αγώνων.

Οι δυο τους βρίσκονταν στην πίστα της Άντρια, στη βορειοανατολική Ιταλία. Ο Μάρκο είχε πάει εκεί με την ομάδα του, που αγωνιζόταν με σπορ αυτοκίνητα Lamborghini, ενώ ο Κίμι συμμετείχε σε αγώνα καρτ.

Στο τέλος της ημέρας ο Μάρκο, πρώην οδηγός αγώνων και ο ίδιος, ρώτησε τον γιο του: «Θέλεις να δοκιμάσεις τη Lamborghini;» Φυσικά και ήθελε.

Ο Μάρκο έδεσε με τις ζώνες ασφαλείας τόσο τον εαυτό του όσο και τον Κίμι. Ο πατέρας είχε τον έλεγχο του γκαζιού και του φρένου, ενώ ο γιος του θα χειριζόταν όλα τα υπόλοιπα.

«Δεν μπορούσα να δω την πίστα, επειδή ο Κίμι καθόταν μπροστά μου φορώντας κράνος», λέει ο Μάρκο στο BBC Sport. «Μπορούσα να βλέπω μόνο τις πινακίδες στο πλάι, πριν από κάθε στροφή: 100 μέτρα, 50 μέτρα».

«Ξεκινήσαμε να οδηγούμε σταδιακά, όλο και πιο γρήγορα. Στο τέλος, πίεσα το αυτοκίνητο σαν να ήμουν μόνος μου και έφτασα στο σημείο φρεναρίσματος στο τέλος της ευθείας, με 320 χλμ./ώρα. Φρέναρα πολύ δυνατά, στα όρια.

Το αυτοκίνητο είχε έντονη υπερστροφή. Ο Κίμι την έλεγξε τέλεια, μετά πάτησα το γκάζι, ολοκλήρωσε τη διόρθωση, άλλαξε ταχύτητα και συνέχισε.

Του είπα: “Εντάξει, σταματάμε, γιατί τώρα έχει γίνει επικίνδυνο”. Όταν όμως είδα το βίντεο, με το παιδί 10 ετών στα πόδια μου, να ελέγχει την υπερστροφή, όλα τέλεια, είπα:

“Ίσως έχει κάτι το ξεχωριστό”» σημειώνει ο Μάρκο.

Και τώρα ο Κίμι, που έγινε μόλις 20 ετών τον Αύγουστο, κυριάρχησε στη Formula 1 μόλις στη δεύτερη σεζόν του και έγινε ο νεότερος παγκόσμιος πρωταθλητής στην ιστορία του αθλήματος.

Αυτή είναι η ιστορία ενός αγοριού που, όπως λέει ο πατέρας του, «γεννήθηκε σε ένα γκαράζ».

«Από 15 ημερών, ο Κίμι βρισκόταν στο γκαράζ και άκουγε τον ήχο του», λέει ο Μάρκο, ο οποίος συνεργαζόταν με τη σύζυγό του, Βερόνικα, στην επιχείρησή τους με την αγωνιστική ομάδα.

Στις διακοπές των Χριστουγέννων, όταν ο Κίμι ήταν τριών ετών, και ο Μάρκο είχε φέρει στο σπίτι έναν προσομοιωτή οδήγησης, τον οποίο είχε αγοράσει για να τον δοκιμάσουν οι επισκέπτες του στο Σαλόνι Αυτοκινήτου της Μπολόνια.

«Κάθε βράδυ, ο Κίμι ήθελε να οδηγεί», θυμάται ο Μάρκο.

Όπως και επτά χρόνια αργότερα στη Lamborghini, ο Κίμι καθόταν στα πόδια του Μάρκο και τα χειριστήρια ήταν μοιρασμένα με τον ίδιο τρόπο.
«Θυμάμαι ότι ένα βράδυ άρχισα να αποκοιμιέμαι, επειδή είχα πάει στη δουλειά πολύ νωρίς, και τρακάραμε, γιατί δεν φρέναρα όταν φτάσαμε στο τέλος της ευθείας», λέει ο Μάρκο.

«Και ο Κίμι είπε: “Μπαμπά, μπαμπά, μην κοιμάσαι, μην κοιμάσαι. Πρέπει να οδηγήσω”».

Ο Μάρκο Αντονέλι δεν ήθελε αρχικά ο γιος του να γίνει οδηγός αγώνων, εξαιτίας των δυσκολιών που είχε αντιμετωπίσει ο ίδιος στην καριέρα του.

«Μερικές φορές είσαι γρήγορος, αλλά δεν βρίσκεσαι στην κατάλληλη θέση για να γίνεις επαγγελματίας οδηγός», λέει.

Τη δεκαετία του 1990, ο Μάρκο είχε φτάσει μια ανάσα από το να γίνει εργοστασιακός οδηγός στο πρωτάθλημα τουρισμού DTM, το οποίο τότε είχε τεράστια απήχηση στο κοινό σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Έκανε δοκιμές με την Alfa Romeo, αλλά στη συνέχεια αποχώρησε ο επικεφαλής της ομάδας και η ευκαιρία χάθηκε. Ακολούθησε μια ακόμη ευκαιρία με την BMW, δίπλα στους τότε αστέρες Ρομπέρτο Ραβάλια και Στιβ Σόπερ. Και πάλι όμως συνέβη το ίδιο.

«Υπέφερα πολύ εξαιτίας αυτού», λέει ο Μάρκο. «Και, φυσικά, φοβόμουν ότι ο γιος μου θα ζούσε την ίδια κατάσταση. Στην αρχή, με άγχωνε πολύ το πάθος που είχε ο γιος μου για τον μηχανοκίνητο αθλητισμό».

Οι Αντονέλι ήταν, όπως τους περιγράφει ο Μάρκο, «μια συνηθισμένη οικογένεια». Δεν είχαν σε καμία περίπτωση την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν το κόστος συμμετοχής του Κίμι σε όλες τις κατηγορίες που θα έπρεπε να περάσει μέχρι να φτάσει στη Formula 1.

Ο Μάρκο αποφάσισε ότι μπορούσε να χρηματοδοτήσει τη συμμετοχή του Κίμι στους αγώνες καρτ και για έναν χρόνο στη βασική κατηγορία μονοθεσίων, τη Formula 4. Μετά από αυτό, υπολόγιζε ότι ίσως θα μπορούσε να τον βάλει σε ένα από τα αυτοκίνητα GT της ομάδας του και να ακολουθήσει με αυτόν τον τρόπο την επαγγελματική πορεία του.

Όμως ο Κίμι ξεχώρισε αμέσως. Σε όποια κατηγορία κι αν συμμετείχε, κέρδιζε.

Όταν έγινε 11 ετών, το όνομά του είχε αρχίσει να συζητείται έντονα στους κύκλους του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Η Mercedes έμαθε γι' αυτόν και έστειλε στην Ιταλία τον Γκουέν Λαγκρού, υπεύθυνο εντοπισμού ταλέντων της ακαδημίας οδηγών της ομάδας, για να τον αξιολογήσει.

Εκείνη τη σεζόν, ο Αντονέλι είχε καταλήξει να οδηγεί καρτ με μικρότερη ισχύ από εκείνα των αντιπάλων του. Ο Μάρκο είχε πει στον Κίμι ότι αυτό θα του έκανε καλό: έπρεπε να σκέφτεται όχι το αποτέλεσμα, αλλά το πώς θα βελτιωνόταν, και να πιέζει πάντα στο μέγιστο.

«Ο Γκουέν εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι ο Κίμι αγωνιζόταν σε αυτή την κατηγορία με τόσο μειονεκτική ισχύ», λέει ο Μάρκο. 

Τώρα που ο Κίμι ήταν μέλος της ακαδημίας οδηγών της Mercedes, ο Μάρκο μπορούσε να πάψει να ανησυχεί για τα χρήματα και να επικεντρωθεί στο να βοηθήσει τον γιο του να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές του.

Η Mercedes δεν ήταν η μόνη μεγάλη ομάδα της Formula 1 που είχε εντοπίσει τις προοπτικές του Αντονέλι.

«Όταν αγωνιζόταν στα καρτ, μπορούσες ήδη να δεις ότι ήταν ένα από τα ταλέντα που ξεχώριζαν», λέει ο παγκόσμιος πρωταθλητής Μαξ Φερστάπεν, ο μοναδικός άλλος έφηβος που έχει κερδίσει αγώνα της Formula 1.

Στα 15 του, ο Αντονέλι ήταν έτοιμος να περάσει στα αυτοκίνητα. Ως τελική προετοιμασία, συμμετείχε σε δύο αγώνες μιας κατηγορίας καρτ με κιβώτιο ταχυτήτων.

Στην πρώτη του εμφάνιση, με ελάχιστες δοκιμές πριν από τον αγώνα, κατέκτησε την pole position (πρώτη θέση στην εκκίνηση). Στη συνέχεια πήγε στον παγκόσμιο τελικό και εξασφάλισε ξανά την pole position.

Στα τέλη του 2021 ο Αντονέλι πέρασε οριστικά στους αγώνες αυτοκινήτων. Το 2022 κυριάρχησε στα διάφορα πρωταθλήματα της Formula 4, ενώ το ίδιο συνέβη και στη Formula Regional το 2023.

Μέχρι τότε, ο επικεφαλής της ομάδας Mercedes, Τότο Βολφ, σκεφτόταν ήδη ότι ο Αντονέλι θα μπορούσε να είναι ο επόμενος οδηγός του στη Formula 1, ενδεχομένως ως αντικαταστάτης του Λιούις Χάμιλτον. 

Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να διαπραγματευτούν ένα νέο συμβόλαιο με τον Χάμιλτον το 2023, ο Βολφ κράτησε σκληρή στάση. Ο Χάμιλτον ήθελε να υπογράψει για τουλάχιστον δύο δεσμευτικά χρόνια, ενώ ο Βολφ πρότεινε μόνο ένα. Τελικά, κατέληξαν σε συμβόλαιο για το 2024, με δυνατότητα ανανέωσης για το 2025.

Ο Χάμιλτον, που δεν έμεινε ικανοποιημένος, αποφάσισε να εξετάσει τις επιλογές του και υπέγραψε για να ενταχθεί στη Ferrari το 2025, ενημερώνοντας τον Βολφ στα τέλη Ιανουαρίου του 2024, πριν από την έναρξη εκείνης της σεζόν.

Ο Βολφ τηλεφώνησε αμέσως στον Μάρκο Αντονέλι για να του ανακοινώσει τα «πολύ μεγάλα νέα».

«“Θα βάλουμε τον Κίμι στη Formula 1”, θυμάται ο Μάρκο ότι του είπε ο Βολφ. “Τι πιστεύεις;”»Του απάντησα: “Ωχ, μου κάνεις μια δύσκολη ερώτηση. Φυσικά και χαίρομαι που σκέφτεσαι τον Κίμι, αλλά είσαι σίγουρος ότι είναι έτοιμος;”»

Ο Αντονέλι δεν είχε οδηγήσει καν μονοθέσιο της Formula 1 όταν ο Βολφ πήρε αυτή την απόφαση. Η Mercedes κατάρτισε ένα πρόγραμμα δοκιμών για εκείνον, με περίπου 20 ημέρες οδήγησης σε μονοθέσια δύο ετών, σε πίστες σε όλο τον κόσμο, ώστε να τον προετοιμάσει για το ντεμπούτο του στη Formula 1 το 2025.

Ο Άντριου Σόβλιν, διευθυντής μηχανολογίας της ομάδας και οι μηχανικοί εντυπωσιάστηκαν αμέσως.

«Ήταν η ταχύτητα με την οποία προσαρμοζόταν», λέει ο Σόβλιν. 

«Χρειάστηκε να κάνει δύο-τρεις προσπάθειες για να καταλάβει πώς συμπεριφερόταν το αυτοκίνητο και μετά βρισκόταν λίγο-πολύ στο όριο» σημειώνει.

«Όταν εξετάζαμε τα λάθη που έκανε, συχνά επρόκειτο για λανθασμένες εκτιμήσεις ή έλλειψη εμπειρίας. Δεν ήταν λάθη που οφείλονταν σε έλλειψη ταλέντου».

Ο Αντονέλι έκανε ένα τέτοιο λάθος στο ιταλικό Grand Prix του 2024. Ο Βολφ αποφάσισε να του δώσει την πρώτη του εμπειρία από ένα αγωνιστικό Σαββατοκύριακο της Formula 1, στο πρώτο σκέλος ελεύθερων δοκιμών του αγώνα της πατρίδας του, στη Μόντσα.

Ήταν ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο — για καλούς αλλά και για κακούς λόγους.

Ο Αντονέλι σημείωσε τον ταχύτερο χρόνο στον πρώτο του γύρο. Στη συνέχεια επιχείρησε έναν ακόμη. Πετούσε, με χρόνους πολύ ταχύτερους από οποιονδήποτε άλλο μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά τότε είχε ένα σοβαρό ατύχημα στην τελευταία στροφή.

«Κανείς στον κόσμο δεν θα μπορούσε να περάσει τη στροφή με την ταχύτητα που επιχείρησε εκείνος», λέει ο Σόβλιν. «Είναι σαφές ότι είχε βάλει στο μυαλό του πως θα προσπαθούσε να κάνει κάτι ξεχωριστό και έκανε ένα λάθος εκτίμησης».

Ο Βολφ πήρε τον Αντονέλι παράμερα, του είπε ότι δεν πειράζει και ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί. Ωστόσο, το ατύχημα είχε σημαντικό αντίκτυπο στον νεαρό οδηγό.

«Είχα προετοιμάσει τόσο καλά τον εαυτό μου, που έλεγα: “Θα υπάρξουν στιγμές λάμψης και στιγμές που θα θέλεις να τραβάς τα μαλλιά σου”», λέει ο Βολφ.

Υπήρξαν ξεχωριστές στιγμές, μεταξύ των οποίων και η κατάκτηση της pole position στον αγώνα σπριντ του Μαϊάμι.

Ωστόσο, το μεσαίο τμήμα της σεζόν, κατά τη διάρκεια των ευρωπαϊκών αγώνων, ήταν απογοητευτικό. Μια αλλαγή στον σχεδιασμό της πίσω ανάρτησης έκανε το μονοθέσιο νευρικό και κλόνισε την αυτοπεποίθησή του. Ο ρυθμός του δεν ήταν εντυπωσιακός και έκανε υπερβολικά πολλά λάθη.

«Περιμέναμε περισσότερες στιγμές που θα ξεχώριζε», λέει ο Σόβλιν.

Ο Μάρκο Αντονέλι εξηγεί: «Η Mercedes χρειαζόταν ένα καλό αποτέλεσμα, έπειτα από μια περίοδο που δεν ήταν αντίστοιχη της εποχής Χάμιλτον». 

Ο Κίμι ένιωθε αυτή την ανάγκη. Το ατύχημα στη Μόντσα ήταν κάτι που δυσκολεύτηκε πολύ να ξεπεράσει. Του δημιούργησε μεγάλη πίεση».

Ο Βολφ είπε ότι «οι στιγμές λάμψης υπήρχαν», αλλά στη συνέχεια ακολούθησε «μια περίοδος εννέα αγώνων που ήταν πραγματικά κακή».

Έναν χρόνο μετά το ντεμπούτο του στις ελεύθερες δοκιμές, ο Αντονέλι είχε ξανά ατύχημα στις δοκιμές της Μόντσα.

«Αυτή ήταν η στιγμή που του είπα: “Κίμι, πρέπει να ανατρέψεις αυτή την κατάσταση. Αυτό απλώς δεν είναι αρκετά καλό”», λέει ο Βολφ. «Κι εκείνος απάντησε: “Το ξέρω”».

Ο Μάρκο Αντονέλι λέει ότι εκείνη την περίοδο συζητούσε πολύ με τον γιο του και ότι ο Κίμι «κατάλαβε πως όλα μπορούν να αλλάξουν».

«Η περίοδος ήταν κακή, αλλά μπορείς να δεις το φως στην άκρη του τούνελ», λέει. «Και βήμα βήμα άρχισε να ανακτά την αυτοπεποίθησή του».

Όταν η Formula 1 εγκατέλειψε την Ευρώπη το φθινόπωρο της περασμένης χρονιάς, κάτι άλλαξε.

«Ξαφνικά, αισθανθήκαμε ότι σημειώναμε πραγματικά μεγάλη πρόοδο», λέει ο Σόβλιν.

«Υπήρχαν ενδείξεις προς το τέλος της χρονιάς. Δεν λέω ότι κάποιος από εμάς πίστευε πως θα βλέπαμε όσα έχουμε δει μέχρι στιγμής φέτος, αλλά τουλάχιστον ότι είχαμε έναν αξιόλογο οδηγό της Formula 1».

Φέτος, ο Αντονέλι αποδείχθηκε κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Ξεκίνησε τη σεζόν εντυπωσιακά και καθιέρωσε σταθερή υπεροχή έναντι του Ράσελ.

Με το καλύτερο μονοθέσιο του πρωταθλήματος, ο Αντονέλι κατέκτησε έξι pole position και έξι νίκες στους πρώτους 11 αγώνες, αποκτώντας προβάδισμα 50 βαθμών στη βαθμολογία.

Η Mercedes έχασε την κυριαρχική της φόρμα στο δεύτερο μισό της σεζόν, καθώς δέχθηκε την πρόκληση αρχικά της McLaren και στη συνέχεια της Red Bull.

Ο Αντονέλι, ωστόσο, παρέμεινε σταθερά διεκδικητής των πρώτων θέσεων και ξόρκισε τους δαίμονες της Μόντσα στο ιταλικό Grand Prix, πετυχαίνοντας μια εκπληκτική νίκη, παρότι μια ποινή για αλλαγή κινητήρα τον είχε αναγκάσει να ξεκινήσει από τη 19η θέση της εκκίνησης.

Πραγματοποίησε μια υποδειγματική εμφάνιση και, με τη βοήθεια του αυτοκινήτου ασφαλείας, κάλυψε τη διαφορά από τον Ράσελ και τον προσπέρασε στους τελευταίους γύρους, κατακτώντας μια νίκη που θα μείνει στην ιστορία του αθλήματος.

Η έκταση της αγωνιστικής του ανάκαμψης έχει αιφνιδιάσει σχεδόν τους πάντες.

«Όλοι εκπλαγήκαμε», λέει ο Βολφ. «Εγώ πάντα πίστευα ότι χρειαζόταν να αποκτήσει την εμπειρία του να γνωρίζει όλες τις πίστες, να διαχειρίζεται την πίεση της απόδοσης σε τόσο υψηλό επίπεδο υπό το βλέμμα των μέσων ενημέρωσης, τη συνεχή δημόσια κριτική για το αν τα πηγαίνεις καλά ή όχι».

Δεν υπήρχε ένας καθοριστικός παράγοντας που θα έλεγα ότι τον δυσκόλεψε. Φέτος, όμως, ήξερε ακριβώς τι να περιμένει. Ήταν πολύ ωραίο να βλέπεις ότι βελτιώθηκε η αυτοπεποίθησή του, χωρίς να αισθάνεται ότι δικαιούται κάτι περισσότερο από τους άλλους».

Ο Φερστάπεν λέει: «Για μένα, δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία ότι θα έκανε το άλμα και θα ήταν πολύ πιο σταθερά ανταγωνιστικός.
Είναι φυσιολογικό στάδιο στην εξέλιξη ενός οδηγού. Η πρώτη σου σεζόν μπορεί να είναι αρκετά δύσκολη, αλλά, κάνει καταπληκτική δουλειά πλέον».

Ο Κίμι αποδίδει τα εύσημα στον πατέρα του, τον οποίο χαρακτηρίζει «βράχο» του, ενώ ο Βολφ επαινεί επίσης την οικογένεια του οδηγού.

«Είναι άνθρωποι που νοιάζονται, που αγαπούν», λέει ο Βολφ. «Ο χαρακτήρας του Κίμι είναι ήπιος, έχει ενσυναίσθηση, έχει χάρισμα και το κατάλληλο επίπεδο ευφυΐας για έναν οδηγό αγώνων».

Παράλληλα υπογραμμίζει για τον Κίμι: «Στην πραγματικότητα, δεν είναι ο τυπικός συναισθηματικός Ιταλός. Είναι απόλυτα ξεκάθαρος ως προς το τι πρέπει να κάνει μέσα στο αυτοκίνητο. Βλέπω απόλυτη προσήλωση και συγκέντρωση».

Όταν τον βλέπεις στη συζήτηση με τους μηχανικούς μετά τον αγώνα, δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις αν είχε προηγηθεί μια καλή ή μια κακή περίοδος. Είναι πάντα πολύ ισορροπημένος και σταθερός».

Ο Αντονέλι ζήτησε συμβουλές για αυτό την ψυχολογική διαχείριση όταν συνάντησε τον θρύλο του τένις Ρότζερ Φέντερερ στο Γουίμπλεντον αυτό το καλοκαίρι.

«Όσον αφορά την πίεση, μου είπε απλώς να επικεντρώνομαι σε έναν αγώνα κάθε φορά, να συγκεντρώνομαι σε όσα μπορώ να επηρεάσω και να ελέγχω τα συναισθήματά μου, ιδιαίτερα εκείνα που μπορούν να με οδηγήσουν σε λάθη».
 

Πηγή: skai.gr