ΚΑΙΡΟΣ

Οι ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ: Μια μικρογραφία

Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, θα ψηφίσουν 340 εκατομμύρια άνθρωποι αλλά θα επηρεαστούν 8 δισεκατομμύρια.

Το 2023 ο Ντόναλντ Τραμπ παραδόθηκε σε μία φυλακή στην Τζόρτζια, όπου κατηγορούνταν για απόπειρα ανατροπής των εκλογικών αποτελεσμάτων στην πολιτεία εκείνη. Οι αστυνομικοί, ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία, του έβγαλαν μια φωτογραφία σήμανσης, ένα mugshot.

Η φωτογράφηση ενός επιφανούς πολιτικού, σαν να επρόκειτο για έναν κοινό διαρρήκτη, θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα στο γόητρο του, σταθερή βάση διακωμώδησης του και, σχεδόν σίγουρα, το τέλος της καριέρας του. Πόσο μάλλον για έναν (τότε) πρώην Πρόεδρο των ΗΠΑ.

Αλλά ο Τραμπ είχε από καιρό υπερβεί αυτές τις αναστολές, προς ενθουσιώδη επικρότηση των οπαδών του. Ο ίδιος θεώρησε ότι η φωτογραφία τον έκανε να μοιάζει με «σκληρό καρύδι» και άρχισε να την αναπαράγει με κάθε ευκαιρία. Η φωτογραφία από την προσαγωγή του άρχισε να τυπώνεται σε μπλουζάκια και να κοσμεί κούπες, γινόμενη ανάρπαστη στους οπαδούς του, ίσως περισσότερο από ότι στους αντιπάλους του. Σήμερα η φωτογραφία κρέμεται σε κορνίζα στο διάδρομο δίπλα στο Οβάλ Γραφείο, σε κοινή θέα.

Αυτό το περιστατικό και μόνο δείχνει τον αντισυστημικό μαγνητισμό που ασκεί ο Τραμπ στο κοινό του, την απόλυτή του σιγουριά για το άτομο του, καθώς και την πόλωση της αμερικανικής πολιτικής τα προηγούμενα χρόνια. Δίχως άλλο, η αμερικανική πολιτική σκηνή έχει γίνει παράξενη, με τις παθογένειες της να μην μπορούν άλλο να κρυφτούν.

Με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα να είναι ένας φανερά εξαντλημένος φορέας λαϊκισμού και γραφικότητας (πχ με τον Υπουργό Άμυνας Χεγκσεθ να ζητά νέες σταυροφορίες σε βιβλίο του) και το Δημοκρατικό κόμμα να περνά μια τεράστια κρίση ταυτότητας ως προς τις πεποιθήσεις και την ηγεσία του, οι ΗΠΑ έχουν βρεθεί σε ένα περίεργο σταυροδρόμι.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που όλος ο κόσμος θα παρακολουθεί τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026, αφού όλοι, σύμμαχοι και εχθροί, θέλουν να ενημερωθούν για την ιδεολογική κατεύθυνση της πρώτης χώρας της Δύσης, με τις εκλογές αυτές να είναι ένα βασικό τεστ. Μια καλή εικόνα για την ψυχή της Αμερικής. Προκειμένου να κατανοήσουμε, όμως, τη διαδικασία και να προβλέψουμε με ακρίβεια κάποιο αποτέλεσμα, θα πρέπει να δούμε πρώτα τι ακριβώς περιλαμβάνει.  

Καταρχάς, στις ενδιάμεσες εκλογές εκλέγονται μέλη του Κογκρέσου, αρκετοί Κυβερνήτες των πολιτειών και μέλη των επιμέρους πολιτειακών οργάνων. Το πλέον σημαντικό «πεδίο μάχης» είναι το Κογκρέσο, που απαρτίζεται από δύο σώματα: τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Η Βουλή αντικατοπτρίζει τον γενικό πληθυσμό, καθώς ο αριθμός των αντιπροσώπων εξαρτάται από τον πληθυσμό κάθε πολιτείας, με τις μεγαλύτερες να έχουν τους περισσότερους. Αντιθέτως, η Γερουσία αποτελείται από δύο γερουσιαστές ανά πολιτεία, ανεξάρτητα από τον αριθμό των πολιτών που εκπροσωπούν. Αυτό οδηγεί σε υπερεκπροσώπηση των μικρότερων πληθυσμιακά πολιτειών στο Κογκρέσο. Πχ η Μοντάνα έχει 1,5 εκατομμύριο κατοίκους ενώ η Καλιφόρνια 39 εκατομμύρια, αλλά και οι δύο έχουν από δύο γερουσιαστές.

Σε καθαρούς αριθμούς ψηφοφόρων, η Βουλή είθισται να κλίνει ελαφρώς προς τους Δημοκρατικούς ενώ οι μικρότερες και πιο συντηρητικές πολιτείες δίνουν τη Γερουσία στους Ρεπουμπλικανούς.

Το παιχνίδι των εδρών είναι κρίσιμο και συχνά αδιανόητα κυνικό. Οι ίδιοι οι Αμερικανοί έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των ιδιαιτεροτήτων και για αυτόν τον λόγο ήταν στην επικαιρότητα τόσο έντονα ο ανασχεδιασμός των εκλογικών περιφερειών (redistricting). Ακόμα και η συμπερίληψη ενός δρόμου σε μια άλλη γειτονιά θα μπορούσε, θεωρητικά, να αλλάξει το αποτέλεσμα σε μια ολόκληρη κομητεία.

Αξιοσημείωτα, ακόμα και η διάρκεια της θητείας διαφέρει ανάμεσα στα δύο σώματα, με τη Βουλή, να έχει διετή θητεία ενώ η Γερουσία εξαετή, με περίπου το 1/3 των γερουσιαστών να πρέπει να επανεκλεγούν ανά δύο χρόνια. Ο δε Πρόεδρος εκλέγεται ανά 4 χρόνια.

Το πολύπλοκο αυτό σύστημα έκανε τις ενδιάμεσες εκλογές ένα μεγάλο αστάθμητο παράγοντα στην αμερικανική πολιτική ιστορία. Ο κανόνας είναι ότι η κυβέρνηση πάντα θα παρουσιάσει απώλειες, αφού το χρονικό διάστημα είναι αρκετό για να υπάρξει δυσαρέσκεια και η ψήφος διαμαρτυρίας είναι πιο ισχυρή. Κάποιες φορές οι απώλειες αυτές οδηγούν σε ολόκληρα σώματα να αλλάζουν «χρώμα». Από τις 59 ενδιάμεσες εκλογές που έχουν γίνει, στις 15 το κόμμα του Λευκού Οίκου έχασε τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ σε 6 έχασε και τη Βουλή και τη Γερουσία. Από τη γέννηση των ΗΠΑ μέχρι σήμερα, μόνο δύο φορές (!) η κυβέρνηση πήρε έδρες και στα δύο σώματα στις ενδιάμεσες εκλογές: με τον Ρούζβελτ το 1934 μετά τη σωτηρία της οικονομίας με το New Deal και με τον Μπους το 2002, με την τεράστια (αρχικά) συσπείρωση που έφερε η 11η Σεπτεμβρίου.  

Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρω ότι ο προηγούμενος προεδρικός θρίαμβος Τραμπ οφειλόταν, εν μέρει, στον απόλυτο έλεγχο στο κόμμα του, εξαιτίας των ενδιάμεσων εκλογών του 2022. Τότε αυτό τον έλεγχο τον είχε κερδίσει πριν καν κατεβεί υποψήφιος. Το λαϊκό του ρεύμα ήταν τόσο ισχυρό που οποιοσδήποτε Ρεπουμπλικανός υποψήφιος δήλωνε πολέμιος του, θα αφανιζόταν στις ενδιάμεσες. Αυτό έδωσε στον Τραμπ μια πραγματικά σκιώδη επικυριαρχία σε όλη την ατζέντα του κόμματος, αποφασιστικό λόγο για τους υποψήφιους ανά την επικράτεια και αποτελεί την αληθινή βάση της εξουσίας του στη χώρα. Ή μάλλον έτσι ίσχυε μέχρι πρόσφατα.

Το φιάσκο του Ιράν, η εντύπωση χειραγώγησης από το Ισραήλ, ο εξευτελισμός που έφερε η μεταναστευτική πολιτική του ICE και, πρωταρχικά, η επιδείνωση της οικονομίας, κάνουν τη μαζική κινητοποίηση υπέρ του Τραμπ αμφισβητήσιμη. Καθώς η δημοτικότητα του Προέδρου υποχωρεί, όλο και περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί κοιτούν την επόμενη ημέρα. Ταυτόχρονα, όλο και περισσότεροι κεντρώοι θεωρούν ότι πρέπει να σταλεί ένα μήνυμα δυσφορίας. Ο τραμπισμός, εκπροσωπώντας την απομόνωση, την καχυποψία και το λαϊκισμό, φαίνεται ότι κούρασε το κοινό του, σχεδόν όσο ο δικαιωματισμός και η αυταρέσκεια των Δημοκρατικών παλαιότερα.  

Πραγματικό ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει το μεγάλο παράδοξο της αναμέτρησης. Παρά το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα έπρεπε να είναι αυτοί με το μικρότερο αποδεκτό περιθώριο ήττας, στην πραγματικότητα οι εκλογές θα είναι η μεγάλη δοκιμασία των Δημοκρατικών. Διότι, ακόμα και αν οι Ρεπουμπλικάνοι χάσουν το ένα σώμα του Κογκρέσου ή και τα δύο, αυτό δεν συνεπάγεται συντριβή. Η δυνατότητα του Τραμπ να περάσει την νομοθεσία που θέλει, θα περιοριστεί σημαντικά αλλά θα έχει μπροστά του ένα μεγάλο χρονικό διάστημα για να επανέλθει ή απλά για να ετοιμάσει τον δρόμο για τον διάδοχο του, που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ο Τζέι Ντι Βανς. Αν όμως οι Δημοκρατικοί αποτύχουν να κερδίσουν έστω τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, θα επρόκειτο για μια άνευ προηγουμένου αποτυχία, η οποία θα οδηγούσε με βεβαιότητα σε μια μεγάλη εσωκομματική κρίση και ίσως ακόμα και στην απώλεια της προεδρίας στις επόμενες εκλογές. Μια ήττα ή μια οριακή νίκη, θα καταστρέψουν την αντιπολίτευση και όχι την κυβέρνηση.

Αλλά από ό,τι φαίνεται, αυτό δεν είναι πιθανό. Σε άρθρο της 25ης Σεπτεμβρίου το «The Economist» έδινε 93% πιθανότητες στους Δημοκρατικούς να πάρουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και 59% για να πάρουν τη Γερουσία. Πρόσφατα ανέβασαν τις πιθανότητες σε 95% για τη Βουλή και 54% για τη Γερουσία. Δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος να το αμφισβητήσει κανείς. Είναι βέβαιο, άρα, ότι οι Δημοκρατικοί θα κερδίσουν τη Βουλή ενώ η Γερουσία υπάρχει μια πιθανότητα να παραμείνει «κόκκινη». Εντούτοις, τα αποτελέσματα θα είναι πιθανότατα λίγο χειρότερα από τις προβλέψεις. Και αυτό γιατί τείνουν να έχουν μια κλίση υπέρ των Δημοκρατικών, λόγω μεθοδολογίας, αφού συνήθως γίνονται σε πληθυσμιακές ομάδες όπου εκπροσωπούνται δυσανάλογα (πχ στους νεότερους σε ηλικία κατοίκους των στις μεγάλων πόλεων).  

Η νίκη, πάντως, των Δημοκρατικών δεν θα μεταμορφώσει την Αμερική και ούτε θα τους εξασφαλίσει την ανοδική πορεία. Έχουν αποδείξει ότι δυσκολεύονται να στείλουν ένα σαφές μήνυμα και είναι ιδιαίτερα φοβικοί. Ας μην ξεχνάμε ότι το χάος που επέτρεψε στον Τραμπ να κερδίσει μια δεύτερη θητεία ξεκίνησε με την αμφισβήτηση του Προέδρου Μπάιντεν από το ίδιο το κόμμα του. Πριν το μεγάλο debate με τον Τραμπ στις 27 Ιουνίου 2024, απολάμβανε τη συλλογική εμπιστοσύνη τους και οι υποστηρικτές του θεωρούσαν ότι σίγουρα θα ξανά ήταν υποψήφιος. Η μεγάλη ηλικία του και η εμφανής εξασθένιση (όπως πολλοί λένε) της διαύγειας και της μνήμης του, αποτελούσαν λεπτομέρειες, με όποιον τις παρατηρούσε να χαρακτηρίζεται ρίψασπις και ηττοπαθής. Μετά το καταστροφικό debate, όπου πολλές φορές φάνηκε να ξεχνάει τα λόγια του, οι μηχανισμοί του κόμματος κυριεύτηκαν από πανικό.

Ο Μπάιντεν αποκαθηλώθηκε και ως υποψήφια προωθήθηκε η Καμάλα Χάρις. Μια γυναίκα που επιλέχθηκε, δίχως αντίπαλο, με βασικό της προσόν το ότι ήταν μια καλή και πειθήνια «βιομηχανικής κατασκευής» Δημοκρατική, με καλές κομματικές περγαμηνές και μια κατάλληλα αδιάφορη και γκρίζα πολιτική πορεία, ώστε να διεκδικήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ψηφοφόρους από κάθε πληθυσμιακή ομάδα των ΗΠΑ. Ουσιαστικά, διορίστηκε υποψήφια χωρίς καν ορθές εσωκομματικές προκριματικές εκλογές. Αυτό εξηγεί και γιατί οι έχοντες μια εξοικείωση μαζί της (όπως ο Ομπάμα και η Νάνσυ Πελόσι), απέφυγαν να της δώσουν εξαρχής τη στήριξη τους, προσφέροντας την μόνο όταν δεν υπήρχε πλέον καμία επιλογή. Η άγευστη Χάρις ηττήθηκε κατά κράτος, χάνοντας τη λαϊκή ψήφο, την εκλογική αναμέτρηση και όλες τις επτά αμφιταλαντευόμενες πολιτείες, ενώ το Ρεπουμπλικανικό κόμμα διατήρησε τη Βουλή και κέρδισε τη Γερουσία.

Η ήττα της Χάρις εξουθένωσε τους Δημοκρατικούς και τους ανάγκασε να έρθουν ενώπιον τον ευθυνών τους. Φαίνεται όμως ότι ακόμα δεν έχουν συνέλθει από όλη αυτή την περιπέτεια. Όλο και περισσότεροι συναινούν ότι πρέπει οπωσδήποτε να κερδίσουν στις επόμενες προεδρικές εκλογές, ακόμα και αν χρειαστεί να στρέψουν την πλατφόρμα τους ακόμα πιο προς το κέντρο, έστω και αν αυτό σημαίνει απογοήτευση των πιο μαχητικών μελών, τόσο στις οικονομικές όσο και στις κοινωνικές τους θέσεις. Επιπλέον, το κρίσιμο θέμα της ηγεσίας ακόμα δεν έχει λυθεί και μια νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές δεν θα σημαίνει τίποτα αν το νέο πολιτικό κεφάλαιο δεν διατηρηθεί και αξιοποιηθεί. Στους αναμενόμενους πανηγυρισμούς θα πρέπει να υπάρχει ένας αστερίσκος. Οι ΗΠΑ απομακρύνονται από τον Τραμπ αλλά δεν ανυπομονούν για την εναλλακτική. Η αστάθεια δεν θα περιοριστεί (ανεξαρτήτως αποτελέσματος) και δεν υπάρχει εγγύηση ότι ο «στριμωγμένος» Τραμπ δεν θα καταφύγει σε κινήσεις απελπισίας για να σώσει το μύθο του.  

Θα ψηφίσουν 340 εκατομμύρια άνθρωποι αλλά θα επηρεαστούν 8 δισεκατομμύρια. 

* Ο Δημήτρης Τσιακανίκας είναι Δικηγόρος Αθηνών

jimtsiakanikas@gmail.com