ΚΑΙΡΟΣ

Γιατί η Ευρώπη στρέφεται όλο και πιο δεξιά;

Για ένα μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων, τα παραδοσιακά κόμματα έχουν αποκτήσει μια έντονα τεχνοκρατική εικόνα. Ο πολίτης, όμως, αναρωτιέται αν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο

Η εντυπωσιακή νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, με σχεδόν 44% των ψήφων, είναι εύκολο να διαβαστεί ως ακόμη μία απόδειξη ότι «η Ευρώπη στρέφεται στην ακροδεξιά». Είναι όμως μια εξήγηση υπερβολικά απλή και ίσως αυτή ακριβώς η απλοποίηση να αποτελεί μέρος του προβλήματος.

Δεν έγιναν ξαφνικά ακροδεξιοί ή ρατσιστές εκατομμύρια Ευρωπαίοι. Πολύ συχνά πρόκειται για ψηφοφόρους που πριν από λίγα χρόνια επέλεγαν τους Χριστιανοδημοκράτες στη Γερμανία, τους Σοσιαλιστές, τους Κομμουνιστές ή τους Ριζοσπάστες στη Γαλλία, τους Συντηρητικούς ή ακόμη και τους Εργατικούς στη Βρετανία. Σήμερα, όμως, αισθάνονται ότι τα κόμματα που κάποτε τους εκπροσωπούσαν μιλούν μια γλώσσα που δεν αφορά πλέον την καθημερινότητά τους.

Στη Σαξονία-Άνχαλτ, το 87% των ψηφοφόρων δήλωνε δυσαρεστημένο με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Το AfD κέρδισε ιδιαίτερα μεταξύ ανδρών, εργατικών στρωμάτων και πολιτών που αισθάνονται οικονομικά ανασφαλείς. Το μήνυμα, επομένως, δεν αφορά μόνο το μεταναστευτικό ή την ταυτότητα. Είναι και βαθιά κοινωνικό.

Για ένα μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων, τα παραδοσιακά κόμματα έχουν αποκτήσει μια έντονα τεχνοκρατική εικόνα. Μιλούν για δημοσιονομικούς κανόνες, δείκτες ανάπτυξης, πράσινη μετάβαση, στρατηγική αυτονομία και ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Ο πολίτης, όμως, αναρωτιέται αν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο, αν θα κρατήσει τη δουλειά του, αν υπάρχει γιατρός στο τοπικό νοσοκομείο και αν το παιδί του θα μπορέσει να ζήσει καλύτερα από τον ίδιο.

Εδώ ακριβώς πατά η νέα ριζοσπαστική δεξιά. Δεν προσφέρει απαραίτητα πιο ρεαλιστικές λύσεις. Προσφέρει, όμως, μια πολύ πιο άμεση και απλή γλώσσα: «θα προστατεύσουμε εσένα», «θα ελέγξουμε τα σύνορα», «θα βάλουμε πρώτα τους πολίτες μας».

Και τα ίδια αυτά κόμματα έχουν αλλάξει. Η Μαρίν Λε Πεν είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Το παλιό Εθνικό Μέτωπο του πατέρα της υποστήριζε την έξοδο από το ευρώ και βρισκόταν πολύ πιο καθαρά στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος, κουβαλώντας παράλληλα ανοιχτά ρατσιστικές αντιλήψεις. Η σημερινή Εθνική Συσπείρωση έχει εγκαταλείψει την έξοδο από το ευρώ και επιχειρεί να παρουσιαστεί ως δύναμη που θέλει να αλλάξει την Ευρωπαϊκή Ένωση εκ των έσω και όχι να οδηγήσει τη Γαλλία έξω από αυτήν. Παράλληλα, η Λε Πεν έχει πλέον στην πολιτική της ομάδα ανοιχτά ομοφυλόφιλους βουλευτές, ενώ προσελκύει και Εβραίους ψηφοφόρους που αισθάνονται ανασφάλεια απέναντι στην άνοδο του ισλαμισμού.

Ταυτόχρονα, έχει ενσωματώσει στην πολιτική της έναν λόγο που, στα οικονομικά ζητήματα, θυμίζει συχνά την παραδοσιακή κοινωνική αριστερά: προστασία της αγοραστικής δύναμης, υπεράσπιση των συντάξεων και των χαμηλών εισοδημάτων και προστασία των Γάλλων εργαζομένων απέναντι στις πιέσεις της παγκοσμιοποίησης. Αυτός ο συνδυασμός κοινωνικού προστατευτισμού και εθνικής προτεραιότητας της επιτρέπει να προσελκύει πρώην εργατικούς και αριστερούς ψηφοφόρους, ιδιαίτερα στις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές της Γαλλίας.

Στη Βρετανία, ο Νάιτζελ Φάρατζ ακολουθεί διαφορετική αλλά συγγενική στρατηγική. Το Reform UK εμφανίζεται ως η φωνή όσων πιστεύουν ότι, ακόμη και μετά το Brexit, το πολιτικό σύστημα δεν άκουσε πραγματικά το μήνυμα. Στην Ιταλία, η Τζόρτζια Μελόνι απέδειξε ότι ένα κόμμα με μεταφασιστικές ιστορικές ρίζες μπορεί να μετριάσει σημαντικά τη ρητορική του, να αποδεχθεί τους βασικούς ευρωπαϊκούς και ατλαντικούς θεσμούς και να εξελιχθεί σε κυβερνητική δύναμη.

Σε άλλες χώρες η μετατόπιση έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Στην Ουγγαρία, παρά την πρόσφατη ήττα του, ο Βίκτορ Όρμπαν έχει εδώ και χρόνια οικοδομήσει ένα πολιτικό μοντέλο που συνδυάζει τον εθνικό συντηρητισμό, τη σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό και τη σύγκρουση με τις Βρυξέλλες. Στην Πολωνία, αντίστοιχα, το συντηρητικό και εθνικά προσανατολισμένο εκλογικό ακροατήριο παραμένει εξαιρετικά ισχυρό. Η τάση, επομένως, δεν περιορίζεται σε μία ή δύο χώρες. Παίρνει διαφορετικές μορφές ανάλογα με την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα κάθε κράτους. Ακόμη και στην Ελλάδα, αν και σε σαφώς μικρότερο βαθμό, η τάση είναι ορατή.

Η επιτυχία αυτών των κομμάτων, λοιπόν, δεν οφείλεται μόνο στη δική τους μεταμόρφωση. Οφείλεται και στην αποτυχία των παραδοσιακών κομμάτων να δώσουν πολιτικό περιεχόμενο σε ένα ολοένα ισχυρότερο αίσθημα εγκατάλειψης.

Έρευνα και ανάλυση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων περιγράφει τη νέα δεξιά ως μια πολιτική οικογένεια που έχει δημιουργήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία γύρω από την οικονομική ανασφάλεια, την εθνική ταυτότητα και τη δυσπιστία απέναντι στις ελίτ. Τον Φεβρουάριο του 2025, τα κόμματα αυτού του ευρύτερου χώρου συγκέντρωναν κατά μέσο όρο περίπου 25% στις ευρωπαϊκές εκλογικές αναμετρήσεις, περισσότερο από τις παραδοσιακές συντηρητικές ή σοσιαλδημοκρατικές οικογένειες.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί τόσοι Ευρωπαίοι «έγιναν ακροδεξιοί». Είναι γιατί τόσοι Ευρωπαίοι έπαψαν να πιστεύουν ότι τα παραδοσιακά κόμματα της δεξιάς και της αριστεράς, που κυβέρνησαν την Ευρώπη επί δεκαετίες, μπορούν ακόμη να τους προστατεύσουν και να δώσουν απαντήσεις στις αγωνίες τους.

Όσο η πολιτική μοιάζει περισσότερο με διαχείριση αριθμών παρά με απάντηση στην καθημερινή ανασφάλεια, όσο οι πολίτες ακούνε ότι «η οικονομία πηγαίνει καλύτερα» ενώ οι ίδιοι αισθάνονται φτωχότεροι και όσο κάθε ανησυχία για τη μετανάστευση, την ασφάλεια ή την ταυτότητα απορρίπτεται αυτομάτως ως ακραία, τόσο η νέα δεξιά θα βρίσκει χώρο να μεγαλώνει.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η πραγματική προειδοποίηση από τη Γερμανία προς ολόκληρη την Ευρώπη. Τα παραδοσιακά κόμματα μπορούν να συνεχίσουν να χαρακτηρίζουν τους ψηφοφόρους θυμωμένους, λαϊκιστές ή ακόμη και ρατσιστές. Μπορούν να συνεχίσουν να πανηγυρίζουν για τους μακροοικονομικούς δείκτες την ώρα που ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αισθάνεται εγκαταλελειμμένο. Μπορούν ακόμη να πιστεύουν ότι η επίκληση του «δημοκρατικού τόξου» αρκεί για να συγκρατήσει εκατομμύρια πολίτες που δεν αισθάνονται πλέον ότι ακούγονται.

Δεν αρκεί. Γιατί όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι το πολιτικό σύστημα δεν ακούει τις αγωνίες τους, αργά ή γρήγορα θα αναζητήσουν κάποιον που υπόσχεται ότι θα τις ακούσει, ακόμη κι αν οι απαντήσεις του είναι απλουστευτικές, επικίνδυνες ή λανθασμένες.

Το μήνυμα προς τα παραδοσιακά κόμματα είναι πλέον δύσκολο να αγνοηθεί: ξυπνήστε πριν να είναι πολύ αργά!