ΚΑΙΡΟΣ

Σήμα κινδύνου από τους CEOs των πετρελαϊκών: «Η κρίση στα καύσιμα είναι εδώ»

Οι ενεργειακοί κολοσσοί προειδοποιούν ότι τα «μαξιλάρια» της αγοράς έχουν σχεδόν εξαντληθεί, ενώ οι επιθέσεις πλήττουν αγωγούς και διυλιστήρια

Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου περνά πλέον από την περίοδο της έντονης αναστάτωσης σε μια πολύ πιο δύσκολη φάση, καθώς τα αποθέματα που λειτουργούσαν ως «μαξιλάρι» απέναντι στις διαταραχές της προσφοράς μειώνονται και οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές δημιουργούν νέα προβλήματα στην παραγωγή και κυρίως στη διύλιση.

Η τιμή του Brent κινείται πλέον πάνω από τα 107 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI ξεπέρασε τα 103 δολάρια, μετά τη νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και τη διακοπή λειτουργίας του μεγάλου αγωγού East-West της Σαουδικής Αραβίας.

Την ίδια ώρα, στις ΗΠΑ η μέση τιμή του ντίζελ έχει ξεπεράσει τα 6 δολάρια το γαλόνι, επίπεδο-ρεκόρ, ενώ η βενζίνη κινείται κοντά στα 4,30 δολάρια.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο η τιμή του αργού.

«Έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια ασφαλείας»

Ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron, Μάικ Γουίρθ, προειδοποίησε την περασμένη Παρασκευή ότι τα περιθώρια που μέχρι τώρα συγκρατούσαν την άνοδο των τιμών έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαντληθεί.

Μιλώντας σε ενεργειακό συνέδριο του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Όστιν, ο Γουίρθ δήλωσε ότι οι χώρες έχουν ήδη αξιοποιήσει μέρος των αποθεμάτων τους μετά την έναρξη του πολέμου, ενώ οι ΗΠΑ χαλάρωσαν και τους περιορισμούς για πετρέλαιο που βρισκόταν αποθηκευμένο σε δεξαμενόπλοια.

«Έχουν πλέον εξαντληθεί», είπε χαρακτηριστικά για αυτά τα αποθέματα ασφαλείας, προσθέτοντας ότι είναι πλέον «πιο δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα σενάριο στο οποίο οι τιμές θα υποχωρήσουν γρήγορα».

«Οι κίνδυνοι παραμένουν προς τα πάνω τους επόμενους μήνες», σημείωσε.

Η προειδοποίηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο πλήγμα: τον αγωγό που μεταφέρει πετρέλαιο από τα κοιτάσματα της ανατολικής Σαουδικής Αραβίας προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα.

Το νέο χτύπημα στη Σαουδική Αραβία

Ο East-West Pipeline αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εναλλακτικές οδούς της Σαουδικής Αραβίας, καθώς επιτρέπει τη μεταφορά πετρελαίου προς την Ερυθρά Θάλασσα χωρίς να χρειάζεται διέλευση από το Στενό του Ορμούζ.

Οι επιθέσεις προκάλεσαν ζημιές σε εγκαταστάσεις άντλησης και ο αγωγός παραμένει εκτός λειτουργίας. Σύμφωνα με το Associated Press, η διακοπή αναμένεται να διαρκέσει περίπου τρεις έως πέντε εβδομάδες, ενώ άλλες εκτιμήσεις κάνουν λόγο ακόμη και για μεγαλύτερο διάστημα για πλήρη αποκατάσταση.

Ο αγωγός μπορεί να μεταφέρει έως και περίπου 7 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, ενώ οι πραγματικές ποσότητες που χρησιμοποιούνταν πρόσφατα για μεταφορά προς την Ερυθρά Θάλασσα ήταν αρκετά χαμηλότερες. Παρ' όλα αυτά, η απώλεια της συγκεκριμένης διαδρομής περιορίζει δραστικά τις δυνατότητες του Ριάντ να παρακάμπτει το Ορμούζ.

Το Reuters προειδοποίησε ότι, εάν η λειτουργία του αγωγού δεν αποκατασταθεί σύντομα, η Σαουδική Αραβία κινδυνεύει να εξαντλήσει τα διαθέσιμα αποθέματα που χρησιμοποιεί για να συνεχίσει τις εξαγωγές.

Το ντίζελ γίνεται ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στην αγορά των διυλισμένων προϊόντων.

Το ντίζελ πλήττεται ταυτόχρονα από τις διαταραχές στη Μέση Ανατολή και από τις επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης.

Η Ρωσία είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ντίζελ παγκοσμίως και οι ζημιές στις εγκαταστάσεις της έχουν περιορίσει σημαντικά τη διαθέσιμη παραγωγή. Το Reuters μετέδωσε ότι η ρωσική δυναμικότητα διύλισης έχει υποχωρήσει περίπου 30%, ενώ η Μόσχα έχει διατηρήσει περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ.

Ο Νταν Πίκερινγκ, ιδρυτής της Pickering Energy Partners, περιέγραψε την κατάσταση με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο.

«Η παγκόσμια αγορά ανταγωνίζεται για μια περιορισμένη προσφορά ντίζελ», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι «δεν υπάρχει εύκολη βαλβίδα εκτόνωσης» της πίεσης.

Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς το ντίζελ δεν αφορά μόνο τους οδηγούς. Είναι κρίσιμο για τις μεταφορές, τη γεωργία, τα βαρέα μηχανήματα και μεγάλο μέρος της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας.

Τα αποθέματα του πλανήτη μειώνονται

Η εικόνα των αποθεμάτων είναι επίσης ανησυχητική.

Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (IEA), τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου μειώθηκαν κατά περίπου 95 εκατομμύρια βαρέλια μόνο τον Αύγουστο, ενώ η συνολική μείωση από την έναρξη του πολέμου φτάνει περίπου τα 507 εκατομμύρια βαρέλια.

Η IEA έχει πλέον μειώσει σημαντικά τις προβλέψεις της για την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου το 2026, καθώς οι διαταραχές στον Κόλπο παρατείνονται και η επιστροφή της παραγωγής σε φυσιολογικά επίπεδα μετατίθεται για το 2027.

Παράλληλα, η υπηρεσία προβλέπει πολύ μεγάλη υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης φέτος, κατά περίπου 2,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, καθώς το ενεργειακό σοκ πλήττει την οικονομική δραστηριότητα.

Η Κίνα δεν λειτουργεί πλέον ως «μαξιλάρι»

Ένας ακόμη παράγοντας που επιβαρύνει την αγορά είναι η αλλαγή στάσης της Κίνας.

Η χώρα είχε για αρκετό διάστημα περιορίσει τις αγορές της από τη διεθνή αγορά, χρησιμοποιώντας τα δικά της αποθέματα αργού και προσφέροντας έτσι κάποια ανακούφιση στις παγκόσμιες αγορές.

Τώρα, όμως, η Κίνα επιστρέφει σε μεγαλύτερες εισαγωγές, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες ποσότητες πετρελαίου.

Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και εάν δεν αυξηθεί σημαντικά η παγκόσμια κατανάλωση, η ίδια ποσότητα διαθέσιμου πετρελαίου πρέπει να καλύψει περισσότερες ανάγκες στην αγορά.

Ο Λευκός Οίκος αναζητά διέξοδο

Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να περιορίσει τις επιπτώσεις της κρίσης, καθώς οι υψηλές τιμές των καυσίμων δημιουργούν σημαντικό πολιτικό πρόβλημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Μία από τις επιλογές που εξετάζονται είναι η αύξηση της αμερικανικής δυναμικότητας διύλισης. Ο υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ δήλωσε ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να εξετάσει μέτρα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την παραγωγή καυσίμων στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου στη Βενεζουέλα. Η Chevron έχει ήδη συμφωνήσει με την κυβέρνηση της χώρας για επέκταση των δραστηριοτήτων της, με στόχο η παραγωγή από τις κοινοπραξίες της να ξεπεράσει τα 600.000 βαρέλια την ημέρα έως το 2031.

Ο Μπέργκαμ απέρριψε επίσης την ιδέα μιας γενικευμένης απαγόρευσης των αμερικανικών εξαγωγών διυλισμένων προϊόντων.

Όπως υποστήριξε, το να σταματήσουν οι εξαγωγές δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα μειωθούν οι τιμές στην αμερικανική αγορά. Το Reuters μετέδωσε ότι η κυβέρνηση εξετάζει αντίθετα στοχευμένα μέτρα, μεταξύ των οποίων και η χρήση του Defense Production Act για την ενίσχυση της αμερικανικής διύλισης.

«Δεν υπάρχει εύκολη λύση» για το ντίζελ

Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και μια προσωρινή αποκλιμάκωση στο Ορμούζ δεν θα έλυνε άμεσα την έλλειψη διυλισμένων καυσίμων.

Οι ζημιές σε διυλιστήρια χρειάζονται χρόνο για να αποκατασταθούν και η παγκόσμια παραγωγική δυναμικότητα έχει ήδη περιοριστεί από τις επιθέσεις στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία.

Το Reuters εκτιμά ότι ακόμη και εάν διατηρηθεί η πρόσφατη εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και σταματήσουν οι επιθέσεις στις ενεργειακές εγκαταστάσεις, η αποκατάσταση των ρωσικών εξαγωγών ντίζελ θα χρειαστεί μήνες, όχι ημέρες.

Και αυτό είναι που κάνει την τρέχουσα κρίση διαφορετική από ένα απλό προσωρινό «ράλι» του αργού.

Η αγορά αντιμετωπίζει ταυτόχρονα προβλήματα παραγωγής, μεταφοράς, διύλισης και αποθεμάτων.

Ο Μάικ Γουίρθ της Chevron το περιέγραψε με τον πιο καθαρό τρόπο: μετά την αξιοποίηση των αποθεμάτων και των υπόλοιπων μηχανισμών που λειτουργούσαν ως ανάχωμα στις τιμές, «είναι δύσκολο να δούμε» γρήγορη αποκλιμάκωση.

Και όσο το Ορμούζ παραμένει προβληματικό, ο East-West Pipeline της Σαουδικής Αραβίας παραμένει εκτός λειτουργίας και οι εγκαταστάσεις διύλισης σε Μέση Ανατολή και Ρωσία δεν επανέρχονται πλήρως, η πίεση στην αγορά καυσίμων είναι πιθανό να παραμείνει.

Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα

Για ελληνικό κοινό, εδώ υπάρχει ένα δεύτερο θέμα που αξίζει να αναδείξουμε: η κρίση δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ.

Η άνοδος του Brent πάνω από τα 107 δολάρια, σε συνδυασμό με την περιορισμένη παγκόσμια διαθεσιμότητα ντίζελ, δημιουργεί άμεσους κινδύνους για την Ευρώπη, καθώς επηρεάζονται οι μεταφορές, η ναυτιλία, η βιομηχανία και το κόστος ηλεκτροπαραγωγής.

Και για την Ελλάδα υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της εξάρτησης της ευρωπαϊκής αγοράς από εισαγόμενα καύσιμα και της σημασίας της ναυτιλίας και των μεταφορών στην ελληνική οικονομία.

Αυτό θα το έκανα ξεχωριστό ελληνικό follow-up: «Πετρέλαιο πάνω από 100 δολάρια: Πόσο κινδυνεύει να ακριβύνει ξανά η βενζίνη και το ντίζελ στην Ελλάδα», με σημερινές τιμές πρατηρίων, στοιχεία Παρατηρητηρίου Τιμών, Brent/ευρώ και εκτίμηση για την αντανάκλαση στην αντλία. Θα είναι πιο δυνατό για SKAI.gr από το να μείνουμε μόνο στην αμερικανική κρίση.
 

Πηγή: skai.gr