Της Μαρίνας Ζιώζιου
Όταν τη ρώτησαν αν φοβάται τον θάνατο, η Λιλή Ζωγράφου απάντησε χωρίς περιστροφές: «Με συμπαθάτε, αλλά τον θάνατο τον έχω χεσμένο». Στην αφοπλιστική αυτή φράση χωρούσε κάτι από τον τρόπο με τον οποίο έζησε: με πάθος, ανυπακοή και μια επίμονη άρνηση να παραδοθεί στον φόβο.
Στις 2 Οκτωβρίου 1998, η συγγραφέας και δημοσιογράφος πέθανε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου βρισκόταν για διακοπές. Είχε υποστεί βαρύτατο εγκεφαλικό επεισόδιο και νοσηλευόταν στην εντατική. Είκοσι οκτώ χρόνια αργότερα, η φωνή της παραμένει αναγνωρίσιμη. Στα βιβλία, στις συνεντεύξεις και στις δημόσιες παρεμβάσεις της συναντά κανείς μια γυναίκα που συγκρούστηκε με την εξουσία, την κοινωνική υποκρισία και τις συμβάσεις της οικογένειας. Αλλά και έναν άνθρωπο που, όσο κι αν πληγώθηκε, επέμενε να αναζητά στον έρωτα και στη δημιουργία λόγους για να αγαπά τη ζωή.
«Η ζωή είναι ζωή» - και δεν χωρά σε συμβιβασμούς
Η Ζωγράφου δεν θεωρούσε αρετή την παραμονή σε μια σχέση ή σε μια κατάσταση μόνο και μόνο επειδή είχε επενδύσει σε αυτήν. Μιλούσε για τη δύναμη να απομακρύνεται από όσα την πλήγωναν, ακόμη κι όταν η απόφαση είχε μεγάλο προσωπικό κόστος. «Είναι αυτή η δύναμη που έχω μέσα πάντα, όταν τα πράγματα μου ασχημαίνουν τη ζωή, να τα τινάζω από πάνω μου όσα κι αν έχω καταθέσει γι’ αυτά. Έτσι φέρθηκα σε έρωτες και σε φιλίες και σ’ εργασίες», έλεγε. Για εκείνη, ο έρωτας όφειλε να ανανεώνει τον άνθρωπο. Να του δίνει ζωή, αντί να τον εξαντλεί.«Η ζωή είναι ζωή. Πρέπει να είναι παιχνίδι άμα είσαι νέος. Πρέπει να είναι κέρδος από τον έρωτα. Και κέρδος από τον έρωτα είναι αναγέννηση, είναι αναζωογόνηση συνεχής. Κι όταν μεγαλώνεις πρέπει να είναι γαλήνη».
Παντρεύτηκε τρεις φορές και απέκτησε μία κόρη, την ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη. Επέλεξε, ωστόσο, να ζει μοναχικά, διεκδικώντας τον χώρο της και την ανεξαρτησία της. Δεν παρουσίαζε τη ζωή της ως αλάνθαστη. Αναγνώριζε τις πληγές και τις κακές επιλογές της, χωρίς να αποκηρύσσει τη διαδρομή που την είχε διαμορφώσει. «Κι αν ξεκίναγα θα έκανα τα ίδια λάθη σε βάρος μου, γιατί το σύνολο της ζωής που έζησα ως τώρα είναι σωστό», είχε πει.
Η γυναίκα απέναντι στην οικογένεια και στα «πρέπει»
Στο κέντρο της γραφής της βρέθηκαν οι γυναίκες: οι επιθυμίες τους, η ερωτική στέρηση, οι περιορισμοί που κληρονομούνται από γενιά σε γενιά. Η πένα της επέστρεφε στις ζωές που ξοδεύονται για να διατηρηθεί μια οικογενειακή ισορροπία ή μια εικόνα κοινωνικής ευπρέπειας. Αυτή η αγωνία διαπερνά το «Η αγάπη άργησε μια μέρα», το μυθιστόρημά της που μεταφέρθηκε και στην ελληνική τηλεόραση. Η ίδια το ξεχώριζε για το συναισθηματικό κόστος που είχε η συγγραφή του.
«Από τα 23 βιβλία μου είναι εκείνο που με πόνεσε περισσότερο. Θα το έλεγα ερωτικό αν δεν κυριαρχούσε σ’ αυτό η απάνθρωπη σκληρότητα της πατριαρχικής οικογένειας. Οι βασικοί χαρακτήρες είναι καθωσπρέπει γυναίκες που σπαταλούν τη ζωή τους στις κοινωνικές συμβάσεις και την ερωτική στέρηση».
Η υπεράσπιση της γυναικείας ελευθερίας συνυπήρχε με τις τοποθετήσεις της για τον φεμινισμό. Απέρριπτε την ιδέα μιας αντιπαράθεσης με τους άνδρες και δήλωνε «παθιασμένη αντιφεμινίστρια», εξηγώντας ότι ήταν ευτυχής που είχε γεννηθεί γυναίκα. Και είναι αλήθεια ότι οι απόψεις της μπορούσαν να ενοχλήσουν ακόμη και εκείνους που συμφωνούσαν με την κριτική της στην πατριαρχία. Δεν εξιδανίκευε τις γυναίκες και δεν χαριζόταν στους άνδρες. Μιλούσε συχνά με υπερβολή, θυμό και σαρκασμό, χωρίς να μετριάζει τη διατύπωση για να γίνει αρεστή.
Όταν αναφερόταν στα γυναικεία πρότυπά της, το εύρος ήταν χαρακτηριστικό: από τη Μαρί Κιουρί έως τη Μελίνα Μερκούρη. Στη μία έβλεπε τη δύναμη της διανόησης, στην άλλη τη μαγεία μιας προσωπικότητας με την οποία πολλές γυναίκες θα ήθελαν να ταυτιστούν.
Το γράψιμο ως μαρτύριο και απελευθέρωση
Η πρώτη της εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1949, με το πεζογράφημα «Αγάπη». Δέκα χρόνια αργότερα, το δοκίμιο «Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός» την καθιέρωσε. Στη διαδρομή της εξέδωσε 24 βιβλία, υπηρετώντας το μυθιστόρημα, τη νουβέλα, το δοκίμιο, τη βιογραφία και το θέατρο. Ανάμεσά τους τα «Αντιγνώση, Τα δεκανίκια του Καπιταλισμού», «Επάγγελμα: πόρνη», «Η γυναίκα σου η αλήτισσα», «Νύχτωσε αγάπη μου, είναι χθες», «Παλαιοπώλης αναμνήσεων» και «Καρυωτάκης – Πολυδούρη, Η αρχή της αμφισβήτησης».
Η συγγραφή, όπως την περιέγραφε, ήταν μια απαιτητική εσωτερική διαδικασία. Οι ιστορίες την πίεζαν μέχρι να πάρουν μορφή. Κι όταν αφοσιωνόταν στο έργο, η ίδια η δουλειά της επέτρεπε να ξεχάσει το βάρος της. «Είναι σαν ένα έμβρυο μέσα μου που πρέπει να φύγει για να λευτερωθώ. Δεν είναι ότι θα γράψω ένα βιβλίο από φιλοδοξία», εξηγούσε.
Στους χαρακτήρες της έδινε κομμάτια του εαυτού της. Τους πονούσε, δοκιμαζόταν μαζί τους, αναρωτιόταν πώς θα στεκόταν η ίδια απέναντι στις δικές τους περιστάσεις. Πίστευε ότι αυτή η προσωπική εμπλοκή έφτανε μέχρι τον αναγνώστη. «Δεν είναι τυχαίο το ότι ένα πράγμα σε συγκινεί, όταν ο άλλος έχει βάλει την ψυχή του μέσα. Και η ψυχή ενός κειμένου είναι μόχθος. Είναι κόπος, είναι λεπτομέρεια».
Από το Ηράκλειο στην Ευρώπη του Κάφκα
Παράλληλα με τη λογοτεχνία, εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Ταξίδεψε στην Ευρώπη και στις ανατολικές χώρες, έζησε για χρόνια στη Γαλλία και στην Ιταλία και αγάπησε ιδιαίτερα την Πράγα, την πόλη του Φραντς Κάφκα. Έλεγε με περηφάνια ότι το 1962 ήταν η πρώτη που έδωσε διάλεξη για τον Κάφκα στην Αθήνα. Η σχέση της με τη γνώση είχε, άλλωστε, κάτι από την αυστηρότητα με την οποία αντιμετώπιζε και το γράψιμο: απαιτούσε χρόνο, διάβασμα και προσπάθεια.
«Η μεγάλη γνώση δεν αποκτιέται μόνο με βιώματα, ας μην κοροϊδευόμαστε. Η μεγάλη γνώση αποκτιέται με διάβασμα, με μελέτη ή έστω να βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον υψηλής καλλιέργειας», υπογράμμιζε.
Η δημοσιογραφία και η πολιτική υπήρχαν ήδη στο οικογενειακό της περιβάλλον. Ο πατέρας της ήταν δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Ανόρθωσις» του Ηρακλείου, υποστηρικτής του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η ίδια θυμόταν τις επισκέψεις του πολιτικού στο σπίτι τους. Αργότερα άσκησε δριμεία κριτική τόσο στον Καραμανλή όσο και στον Παπανδρέου. Κατηγορούσε τους κυβερνώντες ότι δεν γνώριζαν σε βάθος τη χώρα και τους ανθρώπους της: «Δεν ήξεραν το ζυμάρι της Ελλάδας ποιο είναι. Δεν το πονούσαν».
Η μοναξιά και το τίμημα της ανεξαρτησίας
Η μοναχική ζωή δεν σήμαινε απουσία ανάγκης για τους άλλους. Στη Ζωγράφου, η επιθυμία για αγάπη συνυπήρχε με τον φόβο ότι ένας δεσμός μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία της. Η εμπιστοσύνη την έφερνε κοντά στους ανθρώπους, αλλά μπορούσε και να την κάνει να ασφυκτιά. «Η αγάπη μου για τους ανθρώπους ήταν σκληρή κι απαιτητική», έγραφε στον πρόλογο της «Αντιγνώσης».
Αυτή η απαίτηση στρεφόταν και προς τον εαυτό της. Δυσκολευόταν να συγχωρήσει την ευπιστία απέναντι σε ιδανικά που υπόσχονται να υπηρετήσουν τον άνθρωπο, αλλά καταλήγουν να τον συνθλίβουν. Ιδανικά που, όπως έγραφε, γίνονται «όπλα να τον δολοφονούν, αλυσίδες να τον σκλαβώνουν, φυλακές να τις κατοικεί».
Μιλώντας για τη μοναξιά, ξεχώριζε την απομάκρυνση των ανθρώπων μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες από την εσωτερική απομόνωση εκείνου που αισθάνεται διαφορετικός από το περιβάλλον του. Η απώλεια της επαφής και της κοινότητας την απασχολούσε όσο και το δικαίωμα του ατόμου να μην συμμορφώνεται.
Οι νέοι που αγαπούσε και η αισιοδοξία που υπερασπιζόταν
Ιδιαίτερη θέση στη σκέψη της είχαν οι νέοι. Της άρεσε να συζητά μαζί τους και ανησυχούσε για τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνταν να μεγαλώσουν: την αγριότητα του κόσμου, την απομάκρυνση από τη φύση, τις οικογενειακές δομές που επέμεναν στην πειθαρχία και στην υποταγή.
Στα κείμενά της καταφερόταν εναντίον μιας νοοτροπίας που αντιμετώπιζε την ανατροφή των παιδιών ως αυτονόητη ικανότητα των ενηλίκων. Έγραφε για οικογένειες που, στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τις παραδοσιακές ισορροπίες, κατέληγαν να «κατασκευάζουν ηττημένους ανθρώπους».
Η κριτική της ήταν οργισμένη, αλλά δεν κατέληγε στην παραίτηση. Διατηρούσε την πίστη της στην αλλαγή, στην επιθυμία, στη δυνατότητα του ανθρώπου να ξεφύγει από όσα του έχουν ορίσει. «Αν ξαναγινόμουν 20 χρόνων, θα ξεκινούσα από τις κορυφές των βουνών αντάρτης, ληστής, πειρατής να ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους όσο και εκείνων που εθελοτυφλούν», έλεγε.
Έτσι επέλεγε να κοιτάζει τη ζωή η Λιλή Ζωγράφου: με επίγνωση του πόνου της και με αμείωτη διάθεση να τη διεκδικήσει. Κι όταν τη ρωτούσαν τι θα ήθελε να είχε κάνει, η γυναίκα που άφησε πίσω της τόσα βιβλία μπορούσε ακόμη να αιφνιδιάσει: «Έξι παιδιά και όχι να γράφω βιβλία».
Πηγή: skai.grΔιαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.