Η Γερμανίδα συγγραφέας Μαρί Λουίζε Κάσνιτς επεξεργάστηκε τον καιρό του ναζισμού αρχαίους ελληνικούς μύθους παρεμβάλλοντας διακριτικές αιχμές για το καθεστώς του Χίτλερ.Η Μάρπησσα ήταν πεντάμορφη. Ηράσθη λοιπόν αυτής σφόδρα ο Ίδας. Το ίδιο έπαθε όμως και ο Απόλλων. Δεν τους έμενε άλλο από το να μονομαχήσουν. Στο τέλος επενέβη ο Δίας για να αποτραπεί ο σκοτωμός και άφησε τη Μάρπησσα να διαλέξει μόνη της. Κι αυτή η πονηρούλα προτίμησε τον θνητό Ίδα φοβούμενη δικαίως ότι ο αειγενέτης, ο αθάνατος θεός, θα την εγκατέλειπε μόλις αυτή μέστωνε και γερνούσε. Οι μεταγενέστεροι είδαν τον αρχαίο μύθο διαφορετικά. Για παράδειγμα η Γερμανίδα συγγραφέας Μαρί Λουίζε Κάσνιτς που το 1943, την εποχή του ναζισμού και του πολέμου, τα χρόνια του εκπατρισμού ή της εσωτερικής εξορίας για τους λογοτέχνες, επεξεργάστηκε δεκαπέντε παμπάλαιες ιστορίες και τις εξέδωσε με τίτλο «Ελληνικοί μύθοι» σε έναν οίκο φίλα διακείμενο προς μη εθνικοσοσιαλιστές συγγραφείς.
Να πώς περιγράφει την καίρια στιγμή της επιλογής της Μάρπησσας. Ο Απόλλων στρέφει το πρόσωπό του προς τη μεριά της κι αυτή τότε συναντά για πρώτη φορά «αυτό το βλέμμα των τεράστιων ματιών του που δεν κρύβει μέσα του παράκληση αλλά προσταγή (…) κι όσο την κυριεύει η φρίκη ενώπιον του θεού τόσο φουντώνει μέσα της η αγάπη για τον θνητό άνδρα.» Γραμμένα αυτά τα λόγια το δύστηνο έτος 1943 δεν μπορούν παρά να είναι και ένας συγκεκαλυμμένος υπαινιγμός για τον Χίτλερπου δεν ήξερε να παρακαλεί παρά μόνο να διατάσσει και που πολλοί Γερμανοί έβλεπαν σαν θεό.
Αρχαιότητες και ερείπια
Η Μαρί Λουίζε Κάσνιτς είχε γεννηθεί το 1901. Ήταν κόρη παλαιών ευγενών της Βάδης που σύχναζαν στην πρωσική αυλή. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία. Με τον άνδρα της, τον κλασσικό αρχαιολόγο Γκίντο Κάσνιτς, έκαναν πολλά ταξίδια στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Έγραψε διηγήματα, δοκίμια, ποιήματα και πολλά θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο, ήταν μάλιστα η πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε το 1955 με το βραβείο Μπύχνερ, την κορυφαία λογοτεχνική διάκριση στον γερμανόφωνο χώρο.
Μια ευαίσθητη ποιητική φωνή που οι γραμματολογίες εντάσσουν στη λεγόμενη «λογοτεχνία των ερειπίων», τη λογοτεχνία δηλαδή που αναδύθηκε στη Γερμανία από τα αποκαΐδια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, έστω κι αν η ίδια ένιωθε στενάχωρα μέσα σ’ αυτή την κατηγοριοποίηση. Όσο ωρίμαζε λογοτεχνικά τόσο το λυρικό εγώ εμπλεκόταν στις κακοτοπιές της πραγματικότητας, στο τέλος αυτό το εγώ αρχίζει να αμφισβητεί τα πράγματα αλλά και την ίδια την ταυτότητά του. Η ανθρώπινη απώλεια και το πένθος θα διαποτίσουν τους στίχους της που απελευθερώνονται βαθμιαία από τα μέτρα και τις ρίμες του παλιού καιρού, κυρίως μετά τον πρόωρο θάνατο του άνδρα της.
Τόποι και αναμνήσεις
Πάντα κάτι την τραβούσε πίσω στην Ιταλία, εκεί που ταξίδευαν παλιότερα μαζί. Τον Σεπτέμβριο του 1974 ήταν πάλι στη Ρώμη, έκανε ζέστη και πήγε για κολύμπι στην Όστια. Άρπαξε πνευμονία και πέθανε μέσα σε λίγες μέρες. Έχει ταφεί μαζί με τον άνδρα της στο Μπόλσβαϊλ έξω από το Φράιμπουργκ, τόπο καταγωγής της αρχοντικής οικογένειάς της. Ένα ανάγλυφο κοσμεί το μνήμα τους: μια απομίμηση των ιππέων του Παρθενώνα.
Η Κάσνιτς ανέδειξε το Μπόλσβαϊλ με τις ρίζες των προγόνων της στο ύστερο πεζό της «Περιγραφή ενός χωριού» το 1966, μια χαμηλόφωνη αφήγηση για το πέρασμα από τους παρωχημένους καιρούς στη νέα εποχή, αφήγηση γι’ αυτό που χάνεται και γι’ αυτό που γεννιέται. Είναι μάλιστα και το πρώτο βιβλίο της που εκδόθηκε φέτος στα ελληνικά στην ωραία μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη από τις εκδόσεις η βαλίτσα. Και να μην ξεχάσουμε τα σκόρπια ποιήματά της που έχουν αποδώσει στα ελληνικά εδώ κι εκεί ο Κώστας Μαντζάκος και ο Θεοδόσης Κοντάκης.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.