Άνοιξαν οι κάλπες στο Ισραήλ για την εκλογή των 120 μελών της Κνεσέτ. Είναι οι πρώτες εκλογές μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και πολλοί τις αντιμετωπίζουν ως δημοψήφισμα για την παραμονή του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην εξουσία. Ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ, ο οποίος έχει συμπληρώσει σχεδόν 19 χρόνια στην εξουσία, σε τρεις διαφορετικές περιόδους, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη εκλογική αναμέτρηση.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ούτε το μπλοκ του Νετανιάχου ούτε τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν τις 61 έδρες που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Έτσι, οι διαπραγματεύσεις μετά την κάλπη αναμένεται να παίξουν καθοριστικό ρόλο, ενώ δεν αποκλείεται τα αραβικά κόμματα και οι μετεκλογικές συνεργασίες να αποδειχθούν κρίσιμα για την επόμενη μέρα.
Η αριθμητική των 61 εδρών
Το εκλογικό σύστημα του Ισραήλ είναι αναλογικό. Οι πολίτες ψηφίζουν κόμμα, ενώ για να εκλέξει βουλευτές ένας συνδυασμός πρέπει να συγκεντρώσει τουλάχιστον το 3,25% των ψήφων, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου τέσσερις έδρες από τις 120 της Κνεσέτ. Για τον σχηματισμό κυβέρνησης απαιτούνται 61 έδρες, κάτι που στην πράξη προϋποθέτει συνεργασίες μεταξύ κομμάτων.
Ο μέσος όρος επτά δημοσκοπήσεων από 6 εταιρείες, που δημοσιεύτηκαν έως τις 23 Οκτωβρίου, δίνει 53 έδρες στο στρατόπεδο του Νετανιάχου και άλλες 53 στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Οι αραβικές πολιτικές δυνάμεις υπολογίζονται συνολικά στις 14 έδρες: εννέα για την Κοινή Λίστα (Joint List) και πέντε για το Ραάμ (Ra’am) του Μανσούρ Αμπάς.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν αναμένεται να εξασφαλίσει από μόνο του τις 61 έδρες. Ως εκ τούτου, η στάση των αραβικών κομμάτων θα μπορούσε να επηρεάσει τις μετεκλογικές εξελίξεις, χωρίς όμως η συνεργασία μαζί τους να θεωρείται δεδομένη. Το αποτέλεσμα λοιπόν, θα κριθεί όχι μόνο από το ποιος θα συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους, αλλά και από το ποιος θα μπορέσει να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική στήριξη.
Οι δύο πολιτικές παρατάξεις
- Το στρατόπεδο Νετανιάχου: Ο πρωθυπουργός στηρίζεται σε κόμματα με διαφορετικές προτεραιότητες. Ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, επικεφαλής της «Εβραϊκής Ισχύος» (Otzma Yehudit), και ο Μπεζαλέλ Σμότριτς, ηγέτης του Θρησκευτικού Σιωνισμού, προωθούν σκληρή γραμμή απέναντι στους Παλαιστινίους και την επέκταση των εποικισμών. Το «Σας» του Αρίε Ντερί και το «Ενωμένο Ιουδαϊσμός» της Τορά δίνουν μεγαλύτερο βάρος στα ζητήματα που αφορούν τις υπερορθόδοξες κοινότητες. Οι διαφωνίες αυτές έχουν πολιτικό κόστος. Το «Ενωμένο Ιουδαϊσμός» της Τορά αποχώρησε από την κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2025, με αφορμή τη διαφωνία για τη στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων Εβραίων. Η στάση του στις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία: ακόμη και αν το στρατόπεδο του Νετανιάχου κινηθεί κοντά στις προβλέψεις των δημοσκοπήσεων, θα χρειαστεί να εξασφαλίσει τη στήριξη των εταίρων του. Στην πολιτική πίεση προστίθεται και η δίκη του πρωθυπουργού. Ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει κατηγορίες σε τρεις υποθέσεις διαφθοράς, μεταξύ των οποίων η φερόμενη αποδοχή δώρων αξίας περίπου 700.000 σέκελ από επιχειρηματίες. Δεν έχει καταδικαστεί και αρνείται τις κατηγορίες, κάνοντας λόγο για πολιτικό «κυνήγι μαγισσών». Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ζητήσει δημόσια από τον πρόεδρο του Ισραήλ να του απονείμει χάρη, εκφράζοντας παράλληλα τη στήριξή του στον Ισραηλινό πρωθυπουργό.
- Η αντιπολίτευση: Κεντρικό πρόσωπο της αναμέτρησης είναι ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου και επικεφαλής του Yashar. Δίπλα του βρίσκονται ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο Γιαΐρ Λαπίντ, που κατεβαίνουν μαζί στο ψηφοδέλτιο B’Yachad («Μαζί»), καθώς και ο Γιαΐρ Γκολάν των Δημοκρατικών και ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν του Yisrael Beiteinu. Τον Σεπτέμβριο, οι ηγέτες του λεγόμενου «μπλοκ της αλλαγής» επιχείρησαν να περιορίσουν τις μεταξύ τους συγκρούσεις, υπογράφοντας κοινή δήλωση και δεσμευόμενοι να μην επιτίθενται ο ένας στον άλλο προεκλογικά. Η συνεννόηση αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι έχουν λύσει τα βασικά πολιτικά ζητήματά τους. Δεν υπάρχει κοινή συμφωνία για το ποιος θα αναλάβει την πρωθυπουργία, ενώ παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν και με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τη στήριξη αραβικών κομμάτων. Η αντιπολίτευση επιχειρεί, επομένως, να εμφανιστεί ως εναλλακτική στον Νετανιάχου, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ακόμη ότι οι διαφορετικές δυνάμεις της μπορούν να συγκροτήσουν μια σταθερή κυβερνητική πλειοψηφία.
Τα αραβικά κόμματα, ένα κρίσιμο ζήτημα
Οι αραβικές πολιτικές δυνάμεις μπορεί να αποδειχθούν ρυθμιστές της επόμενης μέρας. Ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων που συγκεντρώνει το Middle East Forum τούς δίνει συνολικά 14 έδρες: οκτώ στην Κοινή Λίστα (Hadash, Ta’al και Balad) και έξι στο Ra’am του Μανσούρ Αμπάς. Το Ra’am έχει ήδη συμμετάσχει σε κυβέρνηση, καθώς το 2021 έγινε το πρώτο ανεξάρτητο αραβικό κόμμα που εντάχθηκε σε ισραηλινό κυβερνητικό συνασπισμό, στηρίζοντας την κυβέρνηση Μπένετ–Λαπίντ.
Το ερώτημα είναι αν η αντιπολίτευση θα δεχθεί να συνεργαστεί μαζί του. Όπως επισημαίνει ο Στίβεν Κουκ του Council on Foreign Relations, χωρίς τη στήριξη είτε των υπερορθόδοξων κομμάτων είτε του Ra’am, η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να φτάσει τις 61 έδρες. Μια τέτοια συνεργασία, ωστόσο, θα έσπαγε ένα ισχυρό πολιτικό ταμπού. Ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν έχει αποκλείσει τη συμμετοχή αραβικών κομμάτων σε κυβέρνηση, ενώ και τα ακροδεξιά κόμματα απορρίπτουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Ο Νετανιάχου επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή την αδυναμία της αντιπολίτευσης. Σε δηλώσεις του στο Channel 14 υποστήριξε ότι μια κυβέρνηση των αντιπάλων του θα έδινε ιθαγένεια σε Παλαιστινίους, κάτι που, όπως είπε, θα σήμαινε «το τέλος του εβραϊκού κράτους». Παράλληλα, η προεκλογική αντιπαράθεση μεταφέρθηκε και στις αφίσες: σύμφωνα με τις αναφορές της περιόδου, η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή ζήτησε από το Λικούντ να αποσύρει πανό που παρουσίαζαν τον Άιζενκοτ και άλλους ηγέτες της αντιπολίτευσης δίπλα σε Άραβες βουλευτές.
Ο Νετανιάχου επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή την αδυναμία της αντιπολίτευσης. Σε δηλώσεις του στο Channel 14 υποστήριξε ότι μια κυβέρνηση των αντιπάλων του θα έδινε ιθαγένεια σε Παλαιστινίους, κάτι που, όπως είπε, θα σήμαινε «το τέλος του εβραϊκού κράτους». Πριν λίγες μέρες, η προεκλογική αντιπαράθεση μεταφέρθηκε και στις αφίσες: ο πρόεδρος της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής διέταξε την απόσυρση πινακίδων του Λικούντ που παρουσίαζαν ηγέτες της αντιπολίτευσης δίπλα στον Μανσούρ Αμπάς και τον Αχμάντ Τιμπί, κρίνοντας ότι μπορούσαν να παραπλανήσουν τους ψηφοφόρους ως προς τις πολιτικές τους συμμαχίες.
Από την πλευρά του, ο Άιζενκοτ κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να παραμείνει στην εξουσία. Το δίλημμα, πάντως, παραμένει. Ακόμη κι αν η αντιπολίτευση συγκεντρώσει αρκετές έδρες μαζί με τα αραβικά κόμματα, θα πρέπει να αποφασίσει αν είναι έτοιμη να στηριχθεί σε αυτά για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Τα μικρά κόμματα που μπορούν να αλλάξουν τα πάντα
Μερικές χιλιάδες ψήφοι μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές. Δύο μικρά κόμματα που βρίσκονται κοντά στο όριο του 3,25% είναι το Amcha Yisrael του απόστρατου στρατηγού Οφέρ Γουίντερ και το Reservists–Economic Party των Γιοάζ Χέντελ και Γιαρόν Ζελέχα. Και τα δύο διεκδικούν ψήφους από τον χώρο της δεξιάς, αν και η πολιτική τοποθέτηση του δεύτερου δεν είναι τόσο ξεκάθαρη. Αν δεν περάσουν το όριο, δεν θα εκλέξουν βουλευτές και οι ψήφοι τους δεν θα συνυπολογιστούν στην κατανομή των εδρών.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου γνωρίζει ότι η συμμετοχή ή ο αποκλεισμός τέτοιων κομμάτων μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες. Την Κυριακή κάλεσε τους δεξιούς ψηφοφόρους να μην επιλέξουν μικρά κόμματα, που, όπως υποστήριξε, δεν έχουν πιθανότητες να περάσουν το όριο. Προειδοποίησε μάλιστα ότι μια τέτοια ψήφος ισοδυναμεί με ψήφο υπέρ του Μανσούρ Αμπάς και του Αχμάντ Τιμπί, επιχειρώντας να αποτρέψει τη διαρροή ψήφων από το στρατόπεδό του.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσες ψήφους θα συγκεντρώσουν αυτά τα κόμματα, αλλά αν θα καταφέρουν να μπουν στην Κνεσέτ. Αν μείνουν εκτός, οι ψήφοι τους δεν μετατρέπονται σε έδρες και η κατανομή των εδρών μεταξύ των κομμάτων που περνούν το όριο αλλάζει. Σε μια αναμέτρηση όπου κανένα από τα δύο μεγάλα στρατόπεδα δεν φαίνεται να εξασφαλίζει αυτοδύναμη πλειοψηφία, ακόμη και λίγες ψήφοι μπορούν να επηρεάσουν τις μετεκλογικές συμμαχίες.
Η επόμενη μέρα
Μετά το κλείσιμο της κάλπης, θα αρχίσουν οι διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ο πρόεδρος του Ισραήλ συμβουλεύεται τους εκπροσώπους των κομμάτων και αναθέτει την εντολή σε βουλευτή που θεωρεί ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της Κνεσέτ. Έχει 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, με δυνατότητα παράτασης έως 14 ημέρες. Αν αποτύχει, ο πρόεδρος μπορεί να αναθέσει την εντολή σε άλλον βουλευτή ή να κρίνει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Σε περίπτωση παρατεταμένου αδιεξόδου, η χώρα μπορεί να οδηγηθεί ξανά σε εκλογές.
Ο Έλιοτ Άμπραμς του Council on Foreign Relations (CFR) εκτιμά ότι οι διαπραγματεύσεις μπορεί να διαρκέσουν εβδομάδες, χωρίς να αποκλείεται η αποτυχία τους και η επιστροφή στις κάλπες. Στο τραπέζι βρίσκονται τρία πιθανά σενάρια:
- Εκ περιτροπής πρωθυπουργία: Ο Γκαντί Άιζενκοτ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα μπορούσαν να συμφωνήσουν να εναλλάσσονται στην πρωθυπουργία, σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Ένα τέτοιο σενάριο, ωστόσο, θα απαιτούσε από τον Άιζενκοτ να υπαναχωρήσει από τη δέσμευσή του να μην κυβερνήσει με τον Νετανιάχου, ενώ θα δοκίμαζε τα όρια του ίδιου του «μπλοκ της αλλαγής».
- Στήριξη από τα αραβικά κόμματα: Το Ra’am του Μανσούρ Αμπάς θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο ανάλογο με εκείνον που είχε το 2021, όταν συμμετείχε στην κυβέρνηση Μπένετ–Λαπίντ. Η προοπτική αυτή, ωστόσο, προσκρούει στις αντιρρήσεις που έχουν διατυπώσει στελέχη της αντιπολίτευσης για συνεργασία με αραβικά κόμματα.
- Συνεργασία με τους υπερορθόδοξους: Τα κόμματα των Χαρεντίμ θα μπορούσαν να προσφέρουν τις έδρες που λείπουν για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το βασικό εμπόδιο είναι η στράτευση των υπερορθόδοξων: ο Άιζενκοτ έχει δεσμευτεί να εφαρμόσει τις δικαστικές αποφάσεις για τη στρατιωτική τους θητεία, θέση που δυσκολεύει έναν συμβιβασμό με τα κόμματα που αντιτίθενται στην άρση των εξαιρέσεων.
Σε κάθε περίπτωση, το κάθε σενάριο έχει το δικό του πολιτικό κόστος. Για να σχηματιστεί κυβέρνηση, κάποια πλευρά θα πρέπει να υποχωρήσει σε δεσμεύσεις που έχει αναλάβει απέναντι στους ψηφοφόρους της.
Τι δεν θα αλλάξει
Ακόμη και μια πολιτική ανατροπή δύσκολα θα οδηγήσει σε ριζική αλλαγή της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής. Όπως εκτιμά ο Έλιοτ Άμπραμς του CFR, υπάρχει ευρεία συναίνεση στο Ισραήλ για σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν και τη Χεζμπολάχ, αλλά και για τη διατήρηση της ισραηλινής στρατιωτικής δράσης όπου θεωρούνται ότι υπάρχουν απειλές για την ασφάλεια της χώρας. Παράλληλα, η προοπτική ενός κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους δεν συγκεντρώνει ουσιαστική στήριξη στο μεγαλύτερο μέρος του εβραϊκού πολιτικού φάσματος.
Οι διαφορές μιας νέας κυβέρνησης ενδέχεται να φανούν περισσότερο στον τρόπο διαχείρισης των περιφερειακών συγκρούσεων, στις σχέσεις με τις αραβικές χώρες και στην αντιμετώπιση της βίας των εποίκων στη Δυτική Όχθη. Ακόμη κι αν αλλάξει η κυβέρνηση, ωστόσο, η βασική κατεύθυνση της ισραηλινής πολιτικής ασφαλείας δύσκολα θα ανατραπεί.
Τα τρία κλειδιά της εκλογικής αναμέτρησης
Τρία στοιχεία θα δείξουν πώς διαμορφώνονται οι συσχετισμοί:
- Ποιο κόμμα θα βγει πρώτο: Ο Γκαντί Άιζενκοτ ζητά καθαρή νίκη απέναντι στο Λικούντ, υποστηρίζοντας ότι μια σαφής διαφορά θα ενισχύσει τις πιθανότητές του να λάβει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ο Νετανιάχου, από την πλευρά του, ποντάρει σε μια εντατική εκστρατεία μέσα από τα social media μέχρι την τελευταία στιγμή.
- Ποια μικρά κόμματα θα περάσουν το όριο του 3,25%: Η είσοδος ή ο αποκλεισμός τους από την Κνεσέτ μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την κατανομή των εδρών μεταξύ των κομμάτων που θα εκπροσωπηθούν στη Βουλή.
- Πόσοι θα πάνε να ψηφίσουν: Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συμμετοχή στις αραβικές κοινότητες, αλλά και στις παραδοσιακές εκλογικές βάσεις του Λικούντ. Και τα δύο στρατόπεδα επιχειρούν μέχρι την τελευταία στιγμή να κινητοποιήσουν τους ψηφοφόρους τους.
Τα exit polls θα δώσουν την πρώτη εικόνα, όχι όμως την απάντηση στο βασικό ερώτημα: ποιος μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση με 61 έδρες. Αυτό θα κριθεί στις διαπραγματεύσεις των επόμενων ημερών ή και εβδομάδων. Αν κανένα στρατόπεδο δεν βρει τους αναγκαίους συμμάχους, το Ισραήλ μπορεί να οδηγηθεί ξανά στις κάλπες.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.