ΚΑΙΡΟΣ

Πέθανε ο «Μόγλης της Ισπανίας» που έζησε 12 χρόνια με λύκους

Η απίστευτη ζωή του Μάρκος Ροντρίγκεζ Παντόχα. Η εγκατάλειψη στα επτά, η ζωή στα βουνά η αγέλη των λύκων που τον υιοθέτησε και η δύσκολη επιστροφή στην ανθρώπινη κοινωνία

Του Αντώνη Ζήβα

Αν ο Μόγλης του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα αγόρι που μεγάλωσε ανάμεσα σε λύκους στη ζούγκλα, ο Μάρκος Ροντρίγκεζ Παντόχα έζησε μια πραγματική, πολύ πιο σκληρή εκδοχή αυτής της ιστορίας. 

Δεν ήταν προϊόν μυθοπλασίας. Ήταν ένα παιδί που εγκαταλείφθηκε στη μεταπολεμική Ισπανία, βρέθηκε μόνο του στα βουνά της  Σιέρα Μορένα και έζησε για περίπου 12 χρόνια σχεδόν χωρίς ανθρώπινη επαφή, έχοντας ως συντροφιά λύκους και άλλα άγρια ζώα.

Ο άνθρωπος που έγινε γνωστός σε ολόκληρη την Ισπανία ως «το παιδί-λύκος της Σιέρα Μορένα» πέθανε στις 15 Αυγούστου, σε ηλικία 80 ετών, στο Ράντε, μια μικρή κοινότητα του δήμου Σαν Σιμπράο ντας Βίνιας, στην επαρχία Ουρένσε της Γαλικίας.

Εκεί είχε βρει το τελευταίο του σπίτι και ζούσε από το 2001.

Η ιστορία του μοιάζει με σενάριο ταινίας και πράγματι έγινε ταινία. Όμως πίσω από τον μύθο του «Μόγλη της Ισπανίας» κρύβεται μια ιστορία εγκατάλειψης, κακοποίησης, επιβίωσης αλλά και μιας παράδοξης σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα σε ένα παιδί και μια αγέλη λύκων.

Μια πραγματική ιστορία με όλα τα στοιχεία ενός κλασικού παραμυθιού

Ο Μάρκος γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου 1946 στην Ανόρα της Κόρδοβα, σε μια Ισπανία που προσπαθούσε ακόμη να συνέλθει από τον εμφύλιο πόλεμο.
 Η παιδική του ηλικία ήταν φτωχή και δύσκολη. 

Μετά τον θάνατο της μητέρας του, τα αδέλφια του πήγαν να ζήσουν με συγγενείς, ενώ ο Μάρκος έμεινε με τον πατέρα του, ο οποίος είχε ξαναπαντρευτεί.
Η οικογένεια μετακινήθηκε στη Σιέρα Μορένα, όπου ασχολήθηκε με την παραγωγή ξυλοκάρβουνου.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του ίδιου του Μάρκος και την έρευνα του ανθρωπολόγου Γκαμπριέλ Χάνερ Μανίλα, όταν ήταν σε ηλικία έξι ετών κακοποιούταν συστηματικά από τη μητριά του και σε ηλικία περίπου επτά ετών δώθηκε από τον πατέρα του σε έναν ηλικιωμένο βοσκό κατσικιών.

Ο ηλικιωμένος βοσκός πήρε μαζί του τον Μάρκος σε μια απομονωμένη περιοχή στα βουνά της Σιέρα Μορένα.

Του έμαθε να φροντίζει τις κατσίκες, να αρμέγει και να βρίσκει τροφή στη φύση.

Τον κρατούσε ζεστό με δέρματα ζώων και του έδειχνε πώς να κυνηγά μικρά θηράματα όπως λαγούς.
Ήταν, ουσιαστικά, το τελευταίο στάδιο της παιδικής του ζωής μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία.

«Οι γονείς μου ήταν οι λύκοι»

Μία ημέρα ο ηλικιωμένος βοσκός εξαφανίστηκε όπου μάλλον πέθανε σε κάποιο μέρος στα βουνά και ο Μάρκος έμεινε μόνος του και ήταν ακόμη παιδί.
Δεν είχε κάποιον ενήλικο να τον προστατεύσει, ούτε τρόπο να επιστρέψει στην κοινωνία. Είχε όμως ήδη μάθει να επιβιώνει στη φύση.

Σύμφωνα με όσα διηγήθηκε αργότερα στον Γκαμπριέλ Χάνερ Μανίλα, άρχισε σταδιακά να πλησιάζει μια αγέλη λύκων.

Τους άφηνε τροφή και, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.

Περιέγραφε μάλιστα μια λύκαινα ως ένα από τα ζώα που τον αποδέχθηκαν.

Ο ίδιος είχε διηγηθεί ότι οι λύκοι τον πλησίασαν μία ημέρα που φοβισμένος και μόνος του έκλαιγε.

Οι λύκοι τον οδήγησαν στη φωλιά τους όπου αφού τους ακολούθησε τα μικρά της αγέλης έτρεξαν προς το μέρος του και πηδούσαν παιχνιδιάρικα γύρω του. Με τον καιρό έμαθε να επικοινωνεί μαζί τους με τα ουρλιαχτά και μπορούσε να τους καλέσει όταν χρειαζόταν βοήθεια.

«Οι γονείς μου ήταν οι λύκοι», έλεγε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τη σχέση που είχε αναπτύξει μαζί τους.

Η επιβίωσή του δεν στηρίχθηκε μόνο στους λύκους. 

Είχε μάθει ήδη από τον γέρο βοσκό να ψαρεύει, να κυνηγά κουνέλια και να αξιοποιεί ό,τι του προσέφερε το φυσικό περιβάλλον. Σταδιακά απέκτησε μια εξαιρετική γνώση των βουνών και των ζώων που ζούσαν εκεί.

Ο Μανίλα, ο ανθρωπολόγος που μελέτησε συστηματικά την περίπτωσή του, πέρασε μήνες παίρνοντας συνεντεύξεις από τον Μάρκος.

Η έρευνά του αποτέλεσε τη βάση για τη διδακτορική του διατριβή και αργότερα για το βιβλίο «He jugado con lobos» («Έπαιξα με λύκους»).

Δώδεκα χρόνια χωρίς ανθρώπους

Ο Μάρκος έζησε στη Σιέρα Μορένα από την παιδική του ηλικία έως περίπου τα 19 του χρόνια, όταν εντοπίστηκε από τη Guardia Civil το 1965.
Είχε πλέον περάσει περίπου δώδεκα χρόνια χωρίς ουσιαστική ανθρώπινη επαφή.

Όταν άκουγε ανθρώπινες φωνές στο βουνό, κρυβόταν. Είχε συνηθίσει τόσο πολύ τη ζωή στη φύση ώστε η ανθρώπινη κοινωνία τού ήταν ξένη.

Οι άνδρες της Guardia Civil χρειάστηκε να τον απομακρύνουν από το βουνό με μεγάλη δυσκολία.

Ο ίδιος αντιστεκόταν, ενώ είχε υιοθετήσει συμπεριφορές που θύμιζαν περισσότερο άγριο ζώο παρά έναν νεαρό άνθρωπο που είχε μεγαλώσει σε κοινωνικό περιβάλλον.

Η επιστροφή του στον «πολιτισμό» αποδείχθηκε σχεδόν εξίσου δύσκολη με την επιβίωσή του στη φύση.

Η ανθρώπινη κοινωνία που δεν την καταλάβαινε

Μετά τον εντοπισμό του, ο Μάρκος πέρασε από διάφορα ιδρύματα και ανθρώπους που προσπάθησαν να τον επαναφέρουν στην ανθρώπινη καθημερινότητα.

Έπρεπε να μάθει ξανά να μιλά, να περπατά όρθιος, να χρησιμοποιεί μαχαιροπίρουνα, να ντύνεται και να κατανοεί τους βασικούς κανόνες της κοινωνικής ζωής.

Αργότερα έζησε στη Χαέν, στη Μαδρίτη και στη Μαγιόρκα, όπου εργάστηκε σε ξενοδοχεία και εστιατόρια και έκανε τη στρατιωτική του θητεία.

Η προσαρμογή του όμως δεν ήταν ποτέ πλήρης.
Δεν κατανοούσε εύκολα τα χρήματα καθώς πριν δεν γνώριζε καν την ύπαρξη τους, τις κοινωνικές συμβάσεις και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Έπεσε θύμα εξαπατήσεων και εκμετάλλευσης από επιτήδειους που εκμεταλλεύονταν την αγαθή του ζωώδη φύση, καθώς δεν γνώριζε τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης πανουργίας ενώ εξακολουθούσε να αισθάνεται πολύ πιο άνετα στη φύση παρά στις πόλεις.

Η RTVE τον περιέγραψε ως ιδιαίτερα επιφυλακτικό απέναντι στους ενήλικες, αλλά πολύ τρυφερό με τα παιδιά.

Σε όλη του τη ζωή διατήρησε μια ιδιαίτερη σχέση με τα ζώα και αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια του στο να μιλά για τη φύση και την ανάγκη προστασίας της.

Ο άνθρωπος που πίστεψε την απίστευτη ιστορία

Καθοριστικός για τη ζωή του υπήρξε ο Γκαμπριέλ Χάνερ Μανίλα.
Όταν τον γνώρισε τη δεκαετία του 1970, αρχικά αντιμετώπισε με δυσπιστία την αφήγηση του Μάρκος.
 Η ιστορία ήταν τόσο απίστευτη ώστε έμοιαζε με κλασικό παραμύθι.

Ωστόσο, αποφάσισε να τον μελετήσει συστηματικά. Μεταξύ Νοεμβρίου 1975 και Απριλίου 1976 πήρε μία σειρά συνεντεύξεων από τον Μάρκος στο πλαίσιο της έρευνάς του στο Πανεπιστήμιο της Πάλμα ντε Μαγιόρκα.

Η μελέτη του δεν αντιμετώπισε την ιστορία απλώς ως μια περιπέτεια ενός «άγριου παιδιού». 

Ο Μανίλα προσπάθησε να κατανοήσει πώς ένα παιδί μπορούσε να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον χωρίς ανθρώπους και, στη συνέχεια, πόσο δύσκολη μπορούσε να είναι η αντίστροφη διαδικασία: η επιστροφή από τη φύση στην κοινωνία.

Από την επιστήμη στο σινεμά

Η ζωή του Μάρκος πέρασε τελικά από την επιστημονική έρευνα στη λογοτεχνία και από εκεί στον κινηματογράφο.
Ο Μανίλα μετέτρεψε την ιστορία του στο βιβλίο «He jugado con lobos», ενώ το 2010 ο σκηνοθέτης Γεράρδο Ολιβάρες γύρισε την ταινία «Entrelobos» («Ανάμεσα σε λύκους»), με πρωταγωνιστές τον Χουάν Χοσέ Μπαγιέστα και τον Μανουέλ Καμάτσο. 

Η ταινία βασίστηκε στην πραγματική ζωή του Μάρκος και ο ίδιος συμμετείχε στο κινηματογραφικό εγχείρημα.

Ο Ολιβάρες επέστρεψε αργότερα στην ιστορία του με το ντοκιμαντέρ «Marcos, el lobo solitario» («Μάρκος, ο μοναχικός λύκος»), χρησιμοποιώντας αρχειακό υλικό και μαρτυρίες του ίδιου του Μάρκος.

Το τελευταίο του σπίτι στη Γαλικία

Το 2001 ο Μάρκος εγκαταστάθηκε στο Ράντε, στη Γαλικία. Εκεί έζησε περισσότερες από δύο δεκαετίες και δημιούργησε μια νέα οικογένεια ανθρώπων που τον γνώρισαν και τον φρόντισαν.
Ένας συνταξιούχος αστυνομικός, ο Μανουέλ, τον είχε φιλοξενήσει και έγινε ένας από τους πιο κοντινούς ανθρώπους του. 

Τα τελευταία χρόνια, όταν η υγεία του επιδεινώθηκε, οι γείτονες και οι φίλοι του στάθηκαν δίπλα του.

Ο δήμος Σαν Σιμπράο ντας Βίνιας τον αποχαιρέτησε με μια φράση που συνοψίζει με έναν τρόπο ολόκληρη τη ζωή του:
«Ο Μάρκος έφτασε στο Ράντε με μια ιστορία που γνώριζε ο κόσμος. Φεύγει αφήνοντας εδώ μια ιστορία που είναι και δική μας».

Ο Μάρκος πέθανε στις 15 Αυγούστου, σε ηλικία 80 ετών, κατά τη διάρκεια των τοπικών εορτασμών στο Ράντε. Την επόμενη ημέρα οι φίλοι και οι άνθρωποι που βρίσκονταν κοντά του τον αποχαιρέτησαν.

Όταν ο «άγριος» λύκος αποδεικνύεται πιο ανθρώπινος

Ίσως η πιο παράδοξη πλευρά της ιστορίας του Μάρκος να βρίσκεται τελικά όχι στη Σιέρα Μορένα, αλλά στον τρόπο με τον οποίο κοιτάζει κανείς τον άνθρωπο και τα ζώα.

Για αιώνες, οι ανθρώπινοι μύθοι έχουν παρουσιάσει τον λύκο ως σύμβολο αγριότητας, απειλής και αιμοδιψίας.

Ο «κακός λύκος» των παραμυθιών είναι έτοιμος να κατασπαράξει τον άνθρωπο, ενώ ο άνθρωπος εμφανίζεται ως το λογικό και πολιτισμένο ον.

Η ιστορία του Μάρκος δεν αποδεικνύει ότι οι λύκοι είναι «καλύτεροι» από τους ανθρώπους, η φύση δεν λειτουργεί με τέτοιους ηθικούς όρους.

 Δείχνει όμως κάτι πολύ πιο συγκλονιστικό: ένα παιδί που εγκαταλείφθηκε και κακοποιήθηκε από ανθρώπους βρήκε προστασία, τροφή και αποδοχή ανάμεσα σε ζώα.

Και αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο ερώτημα.

Μερικές φορές, τα ζώα μπορούν να επιδείξουν συμπεριφορές φροντίδας, δεσμού και προστασίας που εμείς οι άνθρωποι έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε αποκλειστικά δικές μας αρετές.
 Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο άνθρωπος - το «πολιτισμένο» ον - ήταν εκείνος που εγκατέλειψε ένα επτάχρονο παιδί στη μέση ενός βουνού.

Ίσως γι' αυτό η ιστορία του «Μόγλη της Ισπανίας» να μην είναι τελικά μια ιστορία για το πόσο άγριοι μπορούν να γίνουν οι λύκοι. 

Είναι μια ιστορία για το πόσο άγριος μπορεί να γίνει ο άνθρωπος και, αντίστροφα, για το πόση τρυφερότητα μπορεί να κρύβεται εκεί όπου οι ανθρώπινοι μύθοι μάς έχουν μάθει να βλέπουμε μόνο το τέρας.
 

Πηγή: skai.gr