Στο Πανιπάτ της βόρειας Ινδίας, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο τόνοι μεταχειρισμένων ρούχων μετατρέπονται κάθε χρόνο σε νέα προϊόντα που προορίζονται για την παγκόσμια αγορά.
Ωστόσο, πίσω από τη βιομηχανία ανακύκλωσης υφασμάτων, η οποία τροφοδοτεί γνωστές διεθνείς αλυσίδες λιανικής, κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: επικίνδυνα μηχανήματα, ανεπαρκή μέτρα προστασίας και εργατικά ατυχήματα που συχνά καταλήγουν σε μόνιμες αναπηρίες όπως αναφέρει σε ρεπορτάζ του η βρετανική εφημερίδα The Guardian.
Για τρεις μήνες, ο 19χρονος Σουράτζ Κουμάρ εργαζόταν τροφοδοτώντας μηχανήματα τεμαχισμού με πεταμένα ρούχα στο Πανιπάτ, μια βιομηχανική πόλη στην πολιτεία Χαριάνα της βόρειας Ινδίας.
Ρούχα που απορρίπτονται στις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ευρώπη μεταφέρονται εκεί, όπου τεμαχίζονται ξανά, διαχωρίζονται σε ίνες και μετατρέπονται σε νήματα. Με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτείται μια τεράστια βιομηχανία ανακύκλωσης κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, η οποία προμηθεύει αγορές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Σουράτζ είχε μεταναστεύσει από την πολιτεία της Δυτικής Βεγγάλης, ακολουθώντας τα ξαδέρφια και τους φίλους του, που είχαν ήδη βρει δουλειά στα εργοστάσια της περιοχής. Στόχος του ήταν να εξασφαλίσει ένα εισόδημα και να στέλνει χρήματα στους γονείς του.
Στα τέλη Αυγούστου, όμως, ένα ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα στο μηχάνημα στο οποίο εργαζόταν τον έσπρωξε στον μηχανισμό τεμαχισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να συνθλιβούν και τα δύο του χέρια.
«Θα προτιμούσα να είχα πεθάνει παρά να χάσω και τα δύο μου χέρια», λέει ο Σουράτζ.
Ως μοναχοπαίδι, είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στην εργασία του στο Πανιπάτ, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να συντηρεί οικονομικά τους γονείς του. Τώρα φοβάται ότι, αντί να τους βοηθά, έχει μετατραπεί σε οικονομικό βάρος για την οικογένειά του.
Η δουλειά που ανέλαβε για να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον στους δικούς του τον έχει αφήσει εξαρτημένο από τη βοήθεια τρίτων, χωρίς να γνωρίζει τι του επιφυλάσσει η ζωή από εδώ και πέρα.
Ένας από τους μεγαλύτερους κόμβους ανακύκλωσης υφασμάτων στον κόσμο
Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, στο Πανιπάτ καταλήγουν και επεξεργάζονται κάθε χρόνο περισσότεροι από ένα εκατομμύριο τόνοι μεταχειρισμένων ρούχων από όλο τον κόσμο, καθιστώντας την πόλη έναν από τους μεγαλύτερους κόμβους ανακύκλωσης υφασμάτων διεθνώς.
Στα περίπου 20.000 εργοστάσια της περιοχής, όπου απασχολούνται σχεδόν 300.000 άνθρωποι, τα απορριπτόμενα ρούχα τεμαχίζονται, μετατρέπονται σε ίνες και στη συνέχεια σε νήματα, από τα οποία παράγονται νέα προϊόντα. Ανάμεσά τους βρίσκονται και είδη οικιακού εξοπλισμού που διατίθενται από γνωστές εταιρείες, όπως οι H&M Home, Ikea, Primark, Tesco και Walmart.
Ωστόσο, η βιομηχανία της γρήγορης μόδας, η οποία στηρίζεται στην ολοένα μεγαλύτερη αγορά ρούχων και στη μικρότερη διάρκεια χρήσης τους, έχει ένα ιδιαίτερα βαρύ τίμημα για τους ανθρώπους που διαχειρίζονται τα απορρίμματά της.
Ο Ραμές Τσαουντάρι, περιβαλλοντικός ακτιβιστής που έχει εργαστεί στον τομέα της εργασίας στο Πανιπάτ, καταγράφει τα τελευταία πέντε χρόνια αναφορές για εργατικά ατυχήματα και ακρωτηριασμούς σε ολόκληρη την πόλη.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, τουλάχιστον ένας εργαζόμενος χάνει κάποιο άκρο καθημερινά, ενώ υπάρχουν ημέρες κατά τις οποίες ο αριθμός φτάνει ακόμη και τους πέντε.
«Καθημερινά ερχόμαστε αντιμέτωποι με περιστατικά τραυματισμών εργαζομένων μέσα στα εργοστάσια. Σε ορισμένες περιπτώσεις χάνουν ένα χέρι ή ένα πόδι, ενώ σε άλλες χάνουν ακόμη και τη ζωή τους», αναφέρει ο Τσαουντάρι.
Τα στοιχεία του προέρχονται από ένα δίκτυο εργολάβων εργασίας, οι οποίοι προμηθεύουν με εργατικό δυναμικό τα εργοστάσια του Πανιπάτ. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, δεν καταγράφονται όλες οι περιπτώσεις τραυματισμών, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η πραγματική έκταση του προβλήματος να είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Έξι σοβαροί τραυματισμοί μέσα σε μία εβδομάδα
Ο Guardian πραγματοποίησε δική του καταγραφή, παρακολουθώντας τις αναφορές από 11 ιδιωτικά νοσοκομεία και δύο δημόσια νοσοκομεία στο Πανιπάτ, από τις 17 έως τις 24 Αυγούστου του τρέχοντος έτους.
Μέσα σε αυτό το διάστημα καταγράφηκαν έξι περιστατικά εργαζομένων στην κλωστοϋφαντουργία που υπέστησαν σοβαρούς τραυματισμούς στα άκρα.
Δύο εργαζόμενοι είχαν χάσει από ένα χέρι, ένας τρίτος είχε χάσει και τα δύο χέρια του, ένας ακόμη είχε υποστεί ακρωτηριασμό στο ένα χέρι, ένας άλλος είχε χάσει το ένα πόδι του, ενώ ο έκτος είχε χάσει τα δάχτυλά του.
Τέτοιου είδους ατυχήματα αποτελούν συχνό φαινόμενο στα εργοστάσια της πόλης, σύμφωνα με τον Τσαουντάρι, καθώς πολλά από τα μηχανήματα δεν διαθέτουν τους απαραίτητους μηχανισμούς ασφαλείας.
Όπως εξηγεί, εάν ένας εργαζόμενος παγιδευτεί σε μια μηχανή κλώσης, ακόμη και η διακοπή της ηλεκτροδότησης μπορεί να μην αρκεί για να σταματήσει αμέσως τη λειτουργία της. Μέχρι να ακινητοποιηθεί πλήρως ο μηχανισμός, ο εργαζόμενος ενδέχεται να έχει ήδη υποστεί ανεπανόρθωτες βλάβες.
Κατά τις επανειλημμένες επισκέψεις της σε μονάδες επεξεργασίας υφασμάτων και εργοστάσια, ο Guardian δεν εντόπισε εργαζομένους να χρησιμοποιούν οποιοδήποτε είδος εξοπλισμού ατομικής προστασίας.
Παράλληλα, κανένας από τους εργαζομένους που μίλησαν στην εφημερίδα δεν ανέφερε ότι είχε παρακολουθήσει κάποια εκπαίδευση για την ασφάλεια στον χώρο εργασίας.
Ανεπαρκείς έλεγχοι και κενά στην εφαρμογή της νομοθεσίας
Ο νόμος περί εργοστασίων της Ινδίας του 1948 προβλέπει ότι οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων τους. Παράλληλα, επιβάλλει την υποχρέωση αναφοράς σοβαρών εργατικών ατυχημάτων στις αρμόδιες αρχές.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των ελέγχων για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία, όπως επισημαίνει ο Σαντίπ Σατσντέβα, συνιδρυτής του ιδρύματος Safe in India, το οποίο δραστηριοποιείται στην πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.
Όπως εξηγεί, τα εργοστάσια υποβάλλονται συχνά σε ελέγχους από τους αγοραστές των προϊόντων τους, ιδίως όταν διακυβεύονται ζητήματα ποιότητας ή η κατασκευή εξαρτημάτων κρίσιμης σημασίας.
Παράλληλα, πραγματοποιούνται επιθεωρήσεις από τις κρατικές υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για τη βιομηχανική ασφάλεια και την υγεία.
«Οι έλεγχοι από τους αγοραστές επικεντρώνονται συνήθως περισσότερο στις εμπορικές απαιτήσεις και στην ποιότητα των προϊόντων παρά στην ασφάλεια ή στις συνθήκες εργασίας μέσα στα εργοστάσια», αναφέρει.
Προσθέτει ότι οι κρατικές επιθεωρήσεις καθορίζονται μέσω ενός κεντρικού συστήματος λογισμικού, ωστόσο πλέον οι επιθεωρητές είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν εκ των προτέρων τα εργοστάσια για την επίσκεψή τους.
«Ο ρόλος τους έχει πλέον μετατραπεί σε εκείνον ενός διαμεσολαβητή-επιθεωρητή. Πρόκειται για μια αλλαγή που υπονομεύει την αποτελεσματικότητα των ελέγχων, ιδιαίτερα σε εργοστάσια όπου επικρατούν επικίνδυνες συνθήκες εργασίας», σημειώνει.
Από την εργασία στην αναπηρία και την οικονομική εξάρτηση
Για τους εργαζομένους, η απώλεια ενός άκρου δεν σημαίνει μόνο έναν σοβαρό τραυματισμό, αλλά συχνά και την απώλεια της δυνατότητας να εξασφαλίζουν τα προς το ζην.
Ο Ραμασάνκαρ Σινγκ, ένας άνδρας περίπου 50 ετών από την Τσάπρα, στην πολιτεία Μπιχάρ, είχε περάσει 18 χρόνια δουλεύοντας στα εργοστάσια του Πανιπάτ. Πέρυσι, όμως, ένα εργατικό ατύχημα είχε ως αποτέλεσμα να χάσει το ένα του πόδι.
Το ατύχημα συνέβη όταν ένα καυτό ρουλεμάν έπεσε πάνω στο πόδι του. Αρχικά, ο τραυματισμός του αντιμετωπίστηκε πρόχειρα: το τραύμα τυλίχθηκε με ένα κομμάτι πεταμένου υφάσματος και στη συνέχεια ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου τον έστειλε σε ένα φαρμακείο.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε καθώς η μόλυνση εξαπλωνόταν. Όταν ο Ραμασάνκαρ απευθύνθηκε ξανά στον εργοδότη του, εκείνος συμφώνησε να φροντίσει για τη θεραπεία του και τον μετέφερε σε ιδιωτικό νοσοκομείο.
Μέχρι τότε, όμως, η μόλυνση είχε προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι γιατροί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ακρωτηριάσουν το πόδι του πάνω από το γόνατο.
«Ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου μού είπε ότι θα μου έβρισκε κάποια άλλη δουλειά, πιθανότατα ως μάγειρα ή ως φύλακα ασφαλείας στο εργοστάσιο. Όμως αυτό δεν έγινε ποτέ», λέει ο Ραμασάνκαρ.
Ο εργοδότης του είχε επίσης υποσχεθεί ότι θα τον βοηθούσε να εξασφαλίσει κρατική σύνταξη αναπηρίας. Ωστόσο, από την ημέρα του ατυχήματος δεν έχει λάβει καμία σύνταξη και σήμερα στηρίζεται σε ένα τεχνητό πόδι που του προσέφερε φιλανθρωπική οργάνωση.
Έπειτα από σχεδόν δύο δεκαετίες εργασίας σε εργοστάσιο, η καθημερινότητά του έχει αλλάξει ολοκληρωτικά.
«Έχω σχεδόν ξεχάσει πώς είναι να ζεις χωρίς να δουλεύεις. Πλέον περνάω το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, κοιτάζοντας τον ανεμιστήρα στο ταβάνι», περιγράφει.
Παράλληλα, δυσκολεύεται να διαχειριστεί το γεγονός ότι αισθάνεται πως έχει γίνει βάρος για την οικογένειά του.
Το 92% των εργαζομένων στον κλάδο εργάζεται «μαύρα»
Η κλωστοϋφαντουργία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο τομέα απασχόλησης στην Ινδία, μετά τη γεωργία, καθώς προσφέρει άμεσα εργασία σε περισσότερους από 45 εκατομμύρια ανθρώπους.
Ωστόσο, εκτιμάται ότι το 92% του εργατικού δυναμικού του κλάδου απασχολείται στην άτυπη οικονομία.
Η κατάσταση στο Πανιπάτ είναι αντίστοιχη. Περισσότερο από το 90% των εργαζομένων στην πόλη απασχολείται χωρίς τυπική εργασιακή σχέση, σύμφωνα με την Ίνα Μπαχουγκούνα, υπεύθυνη προγράμματος στην εσθονική εταιρεία Reverse Resources, η οποία παρακολουθεί τα κλωστοϋφαντουργικά απόβλητα της περιοχής.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.