Η Γερμανία αντιστεκόταν στη λήψη αυστηρότερων μέτρων κατά της Κίνας, φοβούμενη αντίποινα. Όμως η αυξανόμενη πίεση σε βασικούς βιομηχανικούς κλάδους ωθεί το Βερολίνο να αλλάξει στάση.Η επιφυλακτική στάση της Γερμανίας αναφορικά με τις σχέσεις με το Πεκίνο αρχίζει να αλλάζει. Επί χρόνια το Βερολίνο εμπόδιζε μια πιο σκληρή γραμμή απέναντι στις αθέμιτες, όπως τις χαρακτηρίζει η ΕΕ, εμπορικές πρακτικές της Κίνας, φοβούμενη αντίποινα που θα μπορούσαν να πλήξουν τους Γερμανούς εξαγωγείς.
Τους τελευταίους μήνες όμως η γερμανική κυβέρνηση επιδεικνύει πολύ μεγαλύτερη προθυμία για σκληρότερη στάση. Την περασμένη εβδομάδα ο καγκελάριος Μερτς και ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν απέστειλαν από κοινού επιστολή στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ζητώντας ένα νέο εργαλείο που θα επιτρέπει τον αποκλεισμό ενός εμπορικού εταίρου από την ενιαία αγορά της ΕΕ, εφ' όσον συνεχίζει να προσφεύγει σε αθέμιτες πρακτικές.
Η επιστολή, η οποία είχε σαφώς στο στόχαστρο το Πεκίνο, προειδοποιούσε πως ένα τέτοιο μέτρο είναι αναγκαίο απέναντι σε χώρες που «επιδιώκουν σκόπιμα να υπονομεύσουν […] τους όρους δίκαιου ανταγωνισμού στην αγορά με πολιτικά ή οικονομικά μέσα».
Το κινεζικό Υπουργείο Εμπορίου ανέφερε ότι η Ευρώπη θα «υποστεί τις συνέπειες» εάν υιοθετήσει ένα τέτοιο σχέδιο, η παρουσίαση του οποίου συνέπεσε χρονικά με τις κρίσιμες εμπορικές συνομιλίες ΕΕ-Κίνας στο Πεκίνο.
Το κόστος της αδράνειας
Ο Νόα Μπάρκιν, ανώτερος σύμβουλος για θέματα Κίνας στην ερευνητική εταιρεία Rhodium Group, δήλωσε στην DW ότι οι απειλές για την εξαγωγική βιομηχανική δύναμη της Γερμανίας «έπεισαν τον Μερτς και τους στενότερους συμβούλους του πως τα οφέλη της δράσης υπερτερούν του κόστους της αδράνειας».
Πριν από την πανδημία οι δύο οικονομίες αναπτύσσονταν παράλληλα και η γερμανική βιομηχανία επωφελείτο από την άνοδο της Κίνας. Από το 2021 ωστόσο η Κίνα υποχώρησε από τη δεύτερη στην ένατη θέση μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγικών αγορών της Γερμανίας, σύμφωνα με στοιχεία της Germany Trade & Invest για το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Οι Κινέζοι ανταγωνιστές έχουν καλύψει γρήγορα το τεχνολογικό χάσμα και επωφελούνται από πολύ χαμηλότερα κόστη και κρατικές επιδοτήσεις. Η πίεση αυτή γίνεται ιδιαιτέρως αισθητή στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, στη μηχανολογία ακριβείας και στη χημική βιομηχανία.
Γιατί αλλάζει η πολιτική του Βερολίνου;
Οι πωλήσεις των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών στην Κίνα έχουν μειωθεί αισθητά, παρ' ότι κάποτε η χώρα αποτελούσε τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά τους. Σύμφωνα με στοιχεία της Rhodium Group, οι γερμανικές εξαγωγές αυτοκινήτων προς την Κίνα κατέρρευσαν κατά 66% μεταξύ 2022 και 2025.
Οι μεγάλες γερμανικές μάρκες αντιμετωπίζουν πλέον έντονο ανταγωνισμό από ένα νέο κύμα κινεζικών κατασκευαστών ηλεκτρικών οχημάτων και σε άλλες μεγάλες αγορές, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, γεγονός που οδηγεί σε πολλές απολύσεις και ενδεχομένως και λουκέτα σε εργοστάσια.
Μόνο στη Γερμανία οι εισαγωγές καινούριων αυτοκινήτων κινεζικής κατασκευής αυξήθηκαν κατά 121% τους πρώτους επτά μήνες του έτους, σύμφωνα με την ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία Destatis. Συνολικά τα κινεζικής κατασκευής οχήματα αντιστοιχούσαν σχεδόν στο 14% του συνόλου των εισαγόμενων οχημάτων.
«Αφού έχαναν συνεχώς μερίδιο αγοράς στην Κίνα, […] φαίνεται ότι πλέον [ο ανταγωνισμός] πλήττει τις δραστηριότητές τους και στην ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτων», δήλωσε στην DW ο Αντρέας Μίσερ, συνεργάτης του Ινστιτούτου Mercator για τις Κινεζικές Σπουδές (MERICS) με έδρα το Βερολίνο.
Ο Μίσερ ανέφερε ότι η πίεση από το ισχυρό λόμπι της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας ήταν καθοριστική για τη «μεταβαλλόμενη στάση του Βερολίνου απέναντι στα εργαλεία εμπορικής άμυνας».
Αυξάνονται οι πιέσεις από τη βιομηχανία
Μεταξύ των πολλών επικεφαλής γερμανικών επιχειρήσεων που τους τελευταίους μήνες έχουν ζητήσει πιο σκληρή στάση, ο Όλιβερ Ρίχτμπεργκ Richtberg, επικεφαλής εξωτερικού εμπορίου στη VDMA, την ένωση μηχανολογικών βιομηχανιών της Γερμανίας, το έθεσε μάλλον με τον πιο ωμό τρόπο:
«Αυτή τη στιγμή αποβιομηχανοποιούμαστε εξαιτίας αθέμιτων μέτρων – και οι περισσότερες εταιρείες δεν είναι πλέον διατεθειμένες να το αποδεχθούν», δήλωσε ο Ρίχτμπεργκ στην εφημερίδα WELT am Sonntag τον Αύγουστο.
Σύμφωνα με την Eurostat, το έλλειμμα της ΕΕ στο εμπόριο αγαθών με την Κίνα ανερχόταν πέρυσι σε περίπου 360 δισεκατομμύρια ευρώ – ουσιαστικά δηλαδή ένα δισεκατομμύριο ευρώ ημερησίως — και διευρύνθηκε εκ νέου το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Ενώ οι Βρυξέλλες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το ντάμπινγκ φθηνών κινεζικών προϊόντων, ένας ξεχωριστός νόμος για τη βιομηχανική προστασία και άλλα μέτρα κατά του οικονομικού εξαναγκασμού συναντούν αντιδράσεις τόσο από το Πεκίνο όσο και στο εσωτερικό της ΕΕ.
Δικλείδα ασφαλείας για τυχόν αντίποινα
Ο Νόμος Βιομηχανικής Επιτάχυνσης της ΕΕ, που προτάθηκε τον Μάρτιο, έχει στόχο να επαναφέρει μεταποιητικές επενδύσεις στην Ευρώπη, ευνοώντας εταιρείες με έδρα στην ΕΕ σε δημόσιες συμβάσεις και επιδοτήσεις. Οι ξένες επενδύσεις σε καίριους τομείς θα εγκρίνονται μόνο εάν οι Ευρωπαίοι εταίροι διατηρούν τον πλειοψηφικό έλεγχο, κάτι που το Πεκίνο έχει χαρακτηρίσει ως διάκριση.
Η Ένωση Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA) προειδοποίησε τον περασμένο μήνα πως το σχέδιο κάνει ελάχιστα για να αντιμετωπίσει την απειλή από φθηνότερους Κινέζους ανταγωνιστές. Σε έγγραφο θέσεων ανέφερε πως το κίνητρο για παραγωγή εντός της Ένωσης πρέπει να είναι αρκετά μεγάλο, ώστε να «αντισταθμίζει το επιπλέον κόστος της τοπικής παραγωγής».
Κύρια ανησυχία του Βερολίνου ήταν το ενδεχόμενο η Κίνα να επιβάλει νέους περιορισμούς στις εξαγωγές ορυκτών σπάνιων γαιών και των μαγνητών που κατασκευάζονται από αυτά. Το Πεκίνο διαθέτει σχεδόν ασφυκτικό έλεγχο σε αυτά τα στοιχεία, τα οποία είναι απαραίτητα για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αλλά και την αμυντική βιομηχανία.
Το Bloomberg επικαλέστηκε την περασμένη εβδομάδα ανώνυμους Γερμανούς αξιωματούχους, σύμφωνα με τους οποίους ένας νέος ευρωπαϊκός «διακόπτης» θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δικλείδα ασφαλείας, προκειμένου το Πεκίνο να μην μπλοκάρει αυτές τις εξαγωγές. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα του Bloomberg, οι Βρυξέλλες εξετάζουν επίσης μονομερείς περιορισμούς στον αριθμό των υβριδικών αυτοκινήτων που μπορεί να εξάγει η Κίνα στην ΕΕ.
Πρόσθετα εμπορικά μέτρα στο τραπέζι της ΕΕ
Ίσως προκειμένου να αποφευχθεί μια τόσο ανοιχτή αντιπαράθεση, η ΕΕ και η Κίνα κατέληξαν την περασμένη εβδομάδα σε μια «κοινή συνεννόηση» που θα μπορούσε να μειώσει κατά περισσότερο από το ήμισυ τις κινεζικές εξαγωγές υβριδικών και plug-in υβριδικών οχημάτων προς την ΕΕ, σύμφωνα με τον επίτροπο Εμπορίου της ΕΕ Μάρος Σέφτσοβιτς, ο οποίος ηγήθηκε της ευρωπαϊκής αντιπροσωπείας στις συνομιλίες στο Πεκίνο.
Όπως προκύπτει από δημοσιεύματα, η συμφωνία θα θέτει ανώτατο όριο 350.000 οχημάτων ετησίως σε αυτές τις κινεζικές εισαγωγές, με το όριο να αυξάνεται κατά 6% κάθε χρόνο για τέσσερα χρόνια.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του MERICS, η ΕΕ αποτελεί σημαντικότερη εξαγωγική αγορά για την Κίνα από ό,τι οι ΗΠΑ. Το πρώτο εξάμηνο του έτους οι κινεζικές εξαγωγές προς την ΕΕ ανήλθαν σε 254 δισεκατομμύρια δολάρια – έναντι 172 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς τις ΗΠΑ.
Αυτό θα μπορούσε να προσφέρει στους διαπραγματευτές της ΕΕ ισχυρότερα μέσα πίεσης, καθώς προσπαθούν να αποφύγουν έναν εμπορικό πόλεμο, προστατεύοντας ταυτοχρόνως την Ευρώπη από το νέο κύμα υπερπροσφοράς κινεζικών εξαγωγών.
Όπως δήλωσε στην DW ο Μίσερ, «η ΕΕ διαθέτει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ από όση μερικές φορές πιστεύει».
Επιμέλεια: Γιώργος Πασσάς
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.