ΚΑΙΡΟΣ

Έξι μήνες μετά, ο πόλεμος του Τραμπ με το Ιράν εξελίσσεται σε εφιάλτη με παγκόσμιες συνέπειες

Ανάλυση του CNN για τις ευρύτερες επιπτώσεις που έχει η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν στην παγκόσμια ασφάλεια 

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο εναντίον του Ιράν, τον περιέγραφε σαν μια «εκδρομή» που θα διαρκούσε μόλις λίγες εβδομάδες. Έξι μήνες μετά, η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε εφιάλτη για σχεδόν όλους όσοι εμπλέκονται, έστω και από απόσταση.

Ο πόλεμος έχει αποδειχθεί καταστροφικός για τον ιρανικό λαό, για εκατομμύρια ανθρώπων που ζουν σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, αλλά και για καταναλωτές σε όλο τον κόσμο που βλέπουν τις τιμές προϊόντων να αυξάνονται.

Το CNN σημειώνει, επιπλέον, ότι ο πόλεμος έχει αρχίσει να επηρεάζει την παγκόσμια ασφάλεια, να αποδυναμώνει τη διεθνή θέση των ΗΠΑ και, ενδεχομένως, να δημιουργεί ευκαιρίες για τους αντιπάλους της Ουάσιγκτον να διευρύνουν την επιρροή τους.

Καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επικεντρώνει τις προσπάθειές της στην έξοδο από την κρίση στο Ιράν -την οποία η ίδια προκάλεσε- έχει αρχίσει να παραμελεί άλλες πιθανές εστίες γεωπολιτικής έντασης στις οποίες οι ΗΠΑ έχουν ζωτικά συμφέροντα: την Ουκρανία, την Ταϊβάν, τη Νότια Σινική Θάλασσα και την κορεατική χερσόνησο.

Από την απόφαση του Τραμπ να περιορίσει τις ετήσιες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα και να αποσύρει το μοναδικό αμερικανικό αεροπλανοφόρο από τον δυτικό Ειρηνικό, έως τις κρίσιμες ελλείψεις πυραύλων αναχαίτισης στην Ουκρανία, πολλές από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές και στρατιωτικές επιπτώσεις του πολέμου μπορεί τελικά να γίνουν αισθητές πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή. Και αρκετές από αυτές δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί.

Η Έμιλι Χάρντινγκ, αντιπρόεδρος του Τμήματος Άμυνας και Ασφάλειας του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, εκτιμά ότι, αν και καμία από τις πιθανές εστίες σύγκρουσης δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πλήρη κρίση, υπάρχουν σοβαροί λόγοι ανησυχίας.

«Οι αντίπαλοι των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο παρακολουθούν στενά την κατάσταση. Μαθαίνουν πώς αντιδρούν οι ΗΠΑ σε κρίσιμες στιγμές και ενσωματώνουν αυτά τα συμπεράσματα στον δικό τους στρατηγικό σχεδιασμό. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει κάποιον να εκμεταλλεύεται άμεσα την κατάσταση», σημείωσε.

Ουκρανία και Ρωσία

Ενώ οι ΗΠΑ κατανάλωναν με γοργούς ρυθμούς τα αποθέματα των πυρομαχικών τους στο Ιράν, μέρος των όπλων που προορίζονταν αρχικά για την Ουκρανία ανακατευθύνθηκε προς τη Μέση Ανατολή.

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε πρόσφατα στο CNN ότι η χώρα του διαθέτει μόλις το ένα δέκατο των πυραύλων αναχαίτισης που χρειάζεται επειγόντως για να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη ένταση των ρωσικών επιθέσεων με βαλλιστικούς πυραύλους.

Παράλληλα, η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση που προκάλεσε το κλείσιμο του Ορμούζ υπονομεύει την προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να ασκήσει οικονομική πίεση στη Μόσχα.

Καθώς οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ αυξάνονταν, ο Τραμπ πήρε την αμφιλεγόμενη απόφαση να χαλαρώσει ορισμένες κυρώσεις στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, σε μια προσπάθεια να αποκλιμακώσει τις πιέσεις στην αγορά.

Με τον τρόπο αυτό, όμως, οι ΗΠΑ ουσιαστικά βοήθησαν τη Ρωσία να αυξήσει τα έσοδά της και να εξασφαλίσει περισσότερα χρήματα για τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.

Η αναστάτωση που προκάλεσε το κλείσιμο του Στενού στο παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου, φυσικού αερίου και λιπασμάτων έχει επίσης δώσει στη Ρωσία την ευκαιρία να βρει νέους αγοραστές.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια απρόσμενη πτυχή για την Ουκρανία. Ο πόλεμος στο Ιράν έχει υπενθυμίσει στη διεθνή κοινότητα σε πόσο σημαντική στρατιωτική δύναμη έχει εξελιχθεί το Κίεβο στον τομέα των drones. Παράλληλα, η Ουκρανία έχει εξασφαλίσει σειρά συμφωνιών αμυντικής συνεργασίας και δεσμεύσεις για την παροχή πυρομαχικών από διάφορες χώρες.

Η κορεατική χερσόνησος

Ο πόλεμος στο Ιράν δημιουργεί πλέον νέες ανησυχίες και για μια άλλη διαχρονική εστία έντασης: την κορεατική χερσόνησο.

Τυπικά, η Βόρεια και η Νότια Κορέα παραμένουν σε εμπόλεμη κατάσταση εδώ και περισσότερες από επτά δεκαετίες, καθώς ο πόλεμος του 1950-1953 έληξε με ανακωχή και όχι με ειρηνευτική συμφωνία.

Οι ΗΠΑ έχουν μεγάλη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, με περίπου 28.500 Αμερικανούς στρατιώτες να σταθμεύουν στη Νότια Κορέα. Ωστόσο, η επί δεκαετίες συμμαχία υπέστη πλήγμα φέτος, όταν ο Τραμπ περιόρισε σημαντικά τις ετήσιες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Σεούλ, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την περιορισμένη υποστήριξη της Νότιας Κορέας στον πόλεμο κατά του Ιράν.

Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνομιλιών με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν, υπό την ηγεσία του οποίου η Πιονγκγιάνγκ συνεχίζει να ενισχύει το πυρηνικό της οπλοστάσιο και να πραγματοποιεί τακτικές πυραυλικές δοκιμές.

Αναλυτές προειδοποιούν ότι ο περιορισμός των στρατιωτικών ασκήσεων επηρεάζει άμεσα την επιχειρησιακή ετοιμότητα των δυνάμεων σε περίπτωση που ξαναρχίσουν οι εχθροπραξίες στην κορεατική χερσόνησο.

Σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο, θα μπορούσε επίσης να καθυστερήσει τη διαδικασία μέσω της οποίας η Σεούλ θα αναλάβει τον επιχειρησιακό έλεγχο των δυνάμεών της σε περίπτωση πολέμου, κάτι που επιδιώκουν τόσο η Νότια Κορέα όσο και οι ΗΠΑ.

Υπάρχει επίσης το ζήτημα των στρατιωτικών αποθεμάτων. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, ορισμένοι αμερικανικοί πύραυλοι αναχαίτισης μεταφέρθηκαν από τη Νότια Κορέα στη Μέση Ανατολή.

Το Πεντάγωνο δεν έχει αποκαλύψει πόσοι πύραυλοι μετακινήθηκαν. Αναλυτές, ωστόσο, εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να προκύψουν μακροπρόθεσμες ελλείψεις σε κρίσιμα συστήματα, όπως οι Patriot.

Ταϊβάν και Νότια Σινική Θάλασσα

Η ανάπτυξη του σταθμευμένου στην Ιαπωνία αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS George Washington στην Αραβική Θάλασσα, προκειμένου να αντικαταστήσει το USS Abraham Lincoln, αφήνει τις ΗΠΑ χωρίς κανένα αεροπλανοφόρο στον Ειρηνικό για άγνωστο χρονικό διάστημα.

Οι ΗΠΑ διατηρούν συνεχή αεροναυτική παρουσία στον Ειρηνικό εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, με μοναδική εξαίρεση ένα κενό λίγων εβδομάδων το 2024.

Η απουσία αεροπλανοφόρου από την περιοχή ευθύνης του 7ου Στόλου των ΗΠΑ προκαλεί ανησυχία στους περιφερειακούς συμμάχους της Ουάσιγκτον.

Ιδιαίτερα ανήσυχες είναι οι Φιλιππίνες, καθώς η κινεζική δραστηριότητα στη Νότια Σινική Θάλασσα αυξάνεται. Οι ΗΠΑ και οι Φιλιππίνες συνδέονται με συνθήκη αμοιβαίας άμυνας. Εάν οι εντάσεις με την Κίνα κλιμακωθούν, η απουσία αμερικανικού αεροπλανοφόρου από την περιοχή θα μπορούσε να θέσει τις αμερικανικές δυνάμεις σε μειονεκτική θέση.

«Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι το πώς θα είναι η θέση των ΗΠΑ σε μια πιθανή σύγκρουση με την Κίνα», δήλωσε η Χάρντινγκ.

Παγκόσμια «στενά» και σημεία στρατηγικής διέλευσης

Ο πόλεμος θα μπορούσε να έχει και άλλες, εξίσου σοβαρές συνέπειες. Μία από αυτές θα ήταν εάν και άλλες χώρες αποφάσιζαν να εργαλειοποιήσουν τα δικά τους στρατηγικά περάσματα διεθνούς εμπορίου και της ναυσιπλοΐας.

«Δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο προς το παρόν. Αν όμως κάποια στιγμή στο μέλλον κάποια από αυτές τις χώρες αποφάσιζε να το κάνει, θα μπορούσε ασφαλώς να επικαλεστεί την τωρινή κατάσταση ως προηγούμενο», δήλωσε η Χάρντινγκ.

Η ίδια εκτιμά ότι το μέγεθος των συνεπειών του πολέμου θα εξαρτηθεί τελικά από ένα βασικό ερώτημα: πόσο ακόμη θα συνεχίσουν να πολεμούν οι ΗΠΑ;

«Η κυβέρνηση Τραμπ πρέπει να αποφασίσει ποιο αποτέλεσμα θεωρεί αρκετό», είπε.

«Αν το μόνο αποδεκτό αποτέλεσμα είναι η πλήρης καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος και, όπως επιθυμεί το Ισραήλ, ένα Ιράν εσωτερικά διαλυμένο και διαιρεμένο, τότε μιλάμε για μια μακροχρόνια δέσμευση σε ανθρώπινες ζωές και οικονομικούς πόρους. Και η παγκόσμια οικονομία θα αισθανθεί τις συνέπειες αυτής της επιλογής για μεγάλο χρονικό διάστημα».

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πιθανότητα.

Ο Τραμπ θα μπορούσε να κρίνει ότι αρκεί να καταστεί το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα «μη αξιοποιήσιμο», υποστήριξε η Χάρντινγκ.

Αυτό θα μπορούσε, σύμφωνα με την ίδια, να επιτευχθεί με τη διατήρηση των βασικών πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, οι οποίες έχουν ήδη καταστραφεί, σε κατάσταση που να μην επιτρέπει στην Τεχεράνη να αποκτήσει ξανά πρόσβαση σε αυτές, με νέες επιθέσεις κάθε φορά που επιχειρεί να τις επαναφέρει σε λειτουργία.

«Δεν είναι μια ιδανική λύση, αλλά είναι μια εφαρμόσιμη λύση», είπε.

«Και αν αυτό είναι αρκετό, και αν το αποδυναμωμένο δίκτυο συμμάχων του Ιράν μέσω πληρεξουσίων είναι επίσης αρκετό, τότε το βασικό ζήτημα που απομένει είναι το Στενό του Ορμούζ. Αυτό είναι δύσκολο και κάπως δαπανηρό, αλλά σε καμία περίπτωση τόσο δαπανηρό όσο αυτό που κάνουν οι ΗΠΑ σήμερα».

Από την πλευρά του Ιράν, καταλήγει η Χάρντινγκ, η στρατηγική είναι πολύ απλούστερη: «Το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να επιβιώσουν, και αυτό ακριβώς κάνουν. Επομένως, μπορούν, κατά κάποιον τρόπο, να συνεχίσουν αυτή την κατάσταση για όσο καιρό θέλουν».

Πηγή: skai.gr