ΚΑΙΡΟΣ

Πώς οι πολιτικές αλλαγές στη Γερμανία δοκιμάζουν την Ευρώπη - Η μεγάλη συζήτηση για την επόμενη ημέρα

Από το κόστος ενέργειας και το στεγαστικό στον πόλεμο στην Ουκρανία και τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα - Τι λένε στο skai.gr Αυτιάς- Μανιάτης- Φαραντούρης

Του Στέφανου Νικολαΐδη

Οι πρόσφατες εκλογές σε δύο γερμανικά κρατίδια δεν ανέδειξαν μόνο τη δυναμική της AfD και την ενίσχυση της Αριστεράς. Ανέδειξαν, κυρίως, την πίεση που ασκείται πλέον στον παραδοσιακό πολιτικό χάρτη της Γερμανίας, αλλά και τα βαθύτερα κοινωνικά και οικονομικά ρήγματα που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των Ευρωπαίων ψηφοφόρων.

Η ακρίβεια, το κόστος της ενέργειας, η στεγαστική κρίση, η αίσθηση απώλειας αγοραστικής δύναμης, αλλά και οι μεγάλες γεωπολιτικές ανατροπές μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, συνθέτουν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο τα παραδοσιακά κόμματα δυσκολεύονται να πείσουν ότι διαθέτουν απαντήσεις για τη νέα πραγματικότητα.

Την ίδια ώρα, η ενίσχυση κομμάτων στα δεξιά και στα αριστερά του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος μεταφέρει τη συζήτηση σε νέα πεδία και δοκιμάζει τις μέχρι σήμερα ισορροπίες.

Τι σημαίνουν όμως αυτές οι εξελίξεις για τη Γερμανία και, κατ’ επέκταση, για την Ευρώπη; Πρόκειται κυρίως για μια πολιτική μετατόπιση ή για την έκφραση μιας βαθύτερης οικονομικής και κοινωνικής ανασφάλειας; Και πόσο μπορεί να αντέξει το ευρωπαϊκό πολιτικό κέντρο σε ένα περιβάλλον όπου οι παλιές βεβαιότητες υποχωρούν;

Το skai.gr έθεσε τα ερωτήματα αυτά σε 3 Έλληνες ευρωβουλευτές από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους. Ο Γιώργος Αυτιάς εστιάζει στην οικονομική διάσταση της ανασφάλειας, στο κόστος ενέργειας και στη στεγαστική κρίση. Ο Νίκος Φαραντούρης βλέπει πίσω από τις γερμανικές εξελίξεις μια ευρύτερη κρίση του ευρωπαϊκού πολιτικού και οικονομικού υποδείγματος. Ο Γιάννης Μανιάτης δίνει έμφαση στη σχέση του πολιτικού κέντρου με την Ακροδεξιά και στην ανάγκη ενός νέου μοντέλου διακυβέρνησης.

Η γερμανική κάλπη και η πίεση στο πολιτικό κέντρο

Η εικόνα που προέκυψε από τις κάλπες σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία είναι σύνθετη. Στο ένα κρατίδιο η AfD αναδείχθηκε πρώτη, ενώ στο Βερολίνο πρώτη δύναμη αναδείχθηκε η Die Linke. Την ίδια στιγμή, οι Χριστιανοδημοκράτες υπέστησαν βαριά ήττα, με το CDU να μένει στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία κάτω από το όριο του 5%.

Το ερώτημα, επομένως, είναι εάν πρόκειται για αποδυνάμωση του πολιτικού κέντρου συνολικά ή για διαφορετικές εθνικές και κοινωνικές αντιδράσεις.

Για τον Γιάννη Μανιάτη, δεν υπάρχει ένα ενιαίο πανευρωπαϊκό κύμα. «Η άνοδος της ακροδεξιάς στην καρδιά της Ευρώπης είναι καμπανάκι για κάθε δημοκράτη πολίτη», σημειώνει, εξηγώντας ότι υπάρχουν κοινές αιτίες, οι οποίες όμως εκφράζονται διαφορετικά από χώρα σε χώρα.

Ο ίδιος διαχωρίζει την αποδυνάμωση του κέντρου από την αποτυχία συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Όπως επισημαίνει, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία το CDU έμεινε κάτω από το 5%, ενώ το SPD διατήρησε ισχυρή εκλογική βάση. «Αυτό που τιμωρείται συνεπώς δεν είναι γενικά το κέντρο, αλλά επιλογές πολλών κεντρώων δυνάμεων που προτιμούν να ανταγωνιστούν την ακροδεξιά στο δικό της γήπεδο, χωρίς όμως να προσφέρουν πειστικές απαντήσεις για την καθημερινότητα», υποστηρίζει.

Ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Γιάννης Μανιάτης

Ο Νίκος Φαραντούρης βλέπει την ίδια εξέλιξη σε ακόμη ευρύτερο πλαίσιο. Για τον ίδιο, δεν πρόκειται μόνο για αλλαγή των κομματικών συσχετισμών, αλλά για αμφισβήτηση ενός ευρωπαϊκού μοντέλου που θεωρούνταν επί δεκαετίες δεδομένο.

«Δεν καταρρέει απλώς το πολιτικό κέντρο. Καταρρέει ένα ολόκληρο ευρωπαϊκό υπόδειγμα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Νικόλας Φαραντούρης

Ο Γιώργος Αυτιάς, από την πλευρά του, τοποθετεί την οικονομική ανασφάλεια στον πυρήνα της πολιτικής συμπεριφοράς. Η ακρίβεια και το στεγαστικό, όπως σημειώνει, δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά πανευρωπαϊκό πρόβλημα, το οποίο επιδεινώθηκε από την πανδημία, το ενεργειακό σοκ και τις γεωπολιτικές αναταράξεις.

Τρεις διαφορετικές αφετηρίες, επομένως, οδηγούν σε ένα κοινό ερώτημα: εάν τα παραδοσιακά κόμματα δεν μπορούν να μετατρέψουν την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια σε συγκεκριμένες πολιτικές απαντήσεις, ποιος θα καλύψει το κενό;

Ο ευρωβουλευτής της ΝΔ Γιώργος Αυτιάς

Η κοινή μήτρα της δυσαρέσκειας: ακρίβεια, ανασφάλεια και θεσμοί

Σε αυτό το σημείο οι τρεις αναγνώσεις συγκλίνουν περισσότερο.

Για τον κ. Μανιάτη, οι ψηφοφόροι που στρέφονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις του πολιτικού φάσματος μπορεί να ξεκινούν από μια κοινή βάση: κοινωνικές ανισότητες, οικονομική ανασφάλεια και δυσπιστία προς τους θεσμούς. «Οι βασικές αιτίες είναι τις περισσότερες φορές κοινές», σημειώνει. Η διαφορά, κατά την ανάλυσή του, βρίσκεται στο πού αποδίδεται η ευθύνη. «Η ακροδεξιά προσπαθεί πάντα να ρίξει την ευθύνη σε κάποιον άλλον και να διχάσει την κοινωνία. Φταίνε οι μειονότητες, οι μετανάστες, ο διαφορετικός και τώρα τελευταία οι Βρυξέλλες», υποστηρίζει.

Ο κ. Φαραντούρης περιγράφει αντίστοιχα μια Ευρώπη όπου οι πολίτες αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα φτώχεια, οικονομικές ανισότητες, μεταναστευτικές πιέσεις και αβεβαιότητα για το μέλλον. Η απάντηση, όπως λέει, δεν μπορεί να είναι η υιοθέτηση της ατζέντας της Ακροδεξιάς. «Ολέθριο λάθος η υιοθέτηση της ακροδεξιάς ατζέντας», υποστηρίζει, προειδοποιώντας πως όταν τα δημοκρατικά κόμματα υιοθετούν άκριτα μέρος αυτής της ατζέντας, μετακινούν συνολικά τη δημόσια συζήτηση.

Ο κ. Αυτιάς προσεγγίζει το ίδιο φαινόμενο από την οικονομική του πλευρά. Όταν ο πολίτης εργάζεται αλλά δυσκολεύεται να πληρώσει το σπίτι, την ενέργεια και το σούπερ μάρκετ, η αίσθηση ότι το οικονομικό μοντέλο λειτουργεί προς όφελός του αποδυναμώνεται.

Είναι, επομένως, η οικονομική πίεση που μετατρέπεται σε πολιτική ψήφο; Ή η οικονομική πίεση είναι απλώς η αφετηρία μιας βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης; Οι τρεις ευρωβουλευτές δίνουν διαφορετικές έμφαση, αλλά συμφωνούν σε ένα σημείο: η απλή καταγγελία των προβλημάτων δεν αρκεί.

«Ως πολιτικοί, δεν είναι ο ρόλος μας να βρίσκουμε αποδιοπομπαίους τράγους ή απλώς να διαπιστώνουμε το πρόβλημα και να το καταγγέλλουμε, αλλά να προτείνουμε συγκεκριμένες και ρεαλιστικές λύσεις», λέει ο κ. Μανιάτης.

Η στέγη ως νέα πολιτική βόμβα

Ίσως πουθενά δεν συναντώνται τόσο καθαρά η οικονομία και η πολιτική όσο στο ζήτημα της κατοικίας.

Η στεγαστική κρίση δεν αφορά πλέον μόνο τα χαμηλότερα εισοδήματα. Αφορά ολοένα περισσότερο νέους εργαζόμενους και οικογένειες που δυσκολεύονται να νοικιάσουν ή να αγοράσουν κατοικία, ακόμη και όταν διαθέτουν σταθερό εισόδημα.

Ο Γιώργος Αυτιάς χαρακτηρίζει τη στέγη ευρωπαϊκό πρόβλημα, αν και η βασική αρμοδιότητα παραμένει σε εθνικό επίπεδο. Αναφέρεται στις ελληνικές παρεμβάσεις, όπως το «Σπίτι μου III», ύψους 2 δισ. ευρώ, τα κίνητρα για την επιστροφή κενών ακινήτων σε μακροχρόνια μίσθωση και τις παρεμβάσεις στη βραχυχρόνια μίσθωση. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εστιάζει στο European Affordable Housing Plan, στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, στις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και στην απλοποίηση των αδειοδοτήσεων. Ο ίδιος αναφέρεται και στις παρεμβάσεις του ως ευρωβουλευτή, σημειώνοντας ότι έχει ζητήσει τη δημιουργία ευρωπαϊκού ταμείου στέγασης και κινητοποίηση ευρωπαϊκών κονδυλίων για την προσιτή κατοικία.

Ο κ. Μανιάτης εντάσσει αντίστοιχα το δικαίωμα στη στέγαση στις βασικές προτεραιότητες του ΠΑΣΟΚ και της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών.

Για τον Νίκο Φαραντούρη, πάντως, η στεγαστική κρίση είναι κομμάτι μιας μεγαλύτερης συζήτησης για το κοινωνικό συμβόλαιο που πρέπει να διαμορφώσει η Ευρώπη.

Η σύγκλιση είναι σαφής: το κόστος κατοικίας έχει πάψει να είναι ένα επιμέρους κοινωνικό ζήτημα και εξελίσσεται σε παράγοντα που επηρεάζει την πολιτική συμπεριφορά και την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα.

Η ενέργεια αποτελεί έναν ακόμη κοινό παρονομαστή.

Ο κ. Αυτιάς εστιάζει στις υψηλές τιμές καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αντιμετώπισε το πρόβλημα με την απαιτούμενη αποφασιστικότητα. Έχει, όπως αναφέρει, πραγματοποιήσει σειρά παρεμβάσεων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, την ολοκλήρωση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων και την εξέταση μέτρων όπως η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

Η ενεργειακή κρίση, όμως, δεν είναι μόνο ζήτημα κόστους. Είναι και ζήτημα του ίδιου του γερμανικού οικονομικού μοντέλου.

«Η Γερμανία είχε πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία φτηνό φυσικό αέριο, εξαγωγές στην Κίνα και αμυντική κάλυψη από τις ΗΠΑ. Μετά τον πόλεμο όλα αυτά δεν υπάρχουν», λέει ο Αυτιάς, εξηγώντας έτσι τη μεταβολή των συνθηκών μέσα στις οποίες λειτουργεί η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.

Ο κ. Φαραντούρης περιγράφει με διαφορετικούς όρους την ίδια μεταβολή. Η γερμανική οικονομία, σημειώνει, στηρίχθηκε επί χρόνια σε φθηνή ενέργεια, ισχυρές εξαγωγές, πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και ένα σταθερό πλαίσιο ασφάλειας υπό την αμερικανική ομπρέλα.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέτρεψε μεγάλο μέρος αυτής της εξίσωσης. Έτσι, η γερμανική πολιτική κρίση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την οικονομική κρίση. Και η οικονομική κρίση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γεωπολιτική.

AfD: η δυσαρέσκεια που μετατρέπεται σε πολιτική δύναμη

Η εκλογική άνοδος της AfD αποτελεί το πιο ορατό σύμπτωμα της αλλαγής.

Για τον κ. Μανιάτη, το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί ένα τμήμα των ψηφοφόρων μετακινείται προς την Ακροδεξιά και ένα άλλο προς τη ριζοσπαστική Αριστερά, με κοινή αφετηρία πολλές φορές την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια.

Η δική του απάντηση είναι ότι η Ακροδεξιά προσφέρει έναν διαφορετικό μηχανισμό ερμηνείας: εντοπίζει έναν «άλλο» ως υπεύθυνο για τα προβλήματα.

Ο κ. Φαραντούρης δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ευθύνη των παραδοσιακών κομμάτων. Θεωρεί ότι όταν οι δημοκρατικές δυνάμεις υιοθετούν τμήματα της ακροδεξιάς ατζέντας, δεν περιορίζουν κατ’ ανάγκη την Ακροδεξιά, αλλά κινδυνεύουν να τη νομιμοποιήσουν πολιτικά. «Η Ακροδεξιά δεν είναι μόνο κόμματα και σύμβολα. Είναι και ένα σύνολο πολιτικών θέσεων», αναφέρει.

Από την πλευρά του, ο Γιώργος Αυτιάς επισημαίνει ότι η AfD έχει αξιοποιήσει ζητήματα όπως το μεταναστευτικό και την ενεργειακή πολιτική, προβάλλοντας μεταξύ άλλων την επιστροφή σε φθηνότερη ρωσική ενέργεια.

Οι τρεις προσεγγίσεις οδηγούν σε ένα κοινό πολιτικό πρόβλημα: η Ακροδεξιά δεν αναπτύσσεται σε κενό. Ενισχύεται πάνω σε υπαρκτές κοινωνικές ανησυχίες, τις οποίες τα παραδοσιακά κόμματα καλούνται να αντιμετωπίσουν χωρίς να υιοθετούν κατ’ ανάγκη τις ίδιες πολιτικές απαντήσεις.

Η άνοδος της AfD φέρνει ξανά στο προσκήνιο το γερμανικό «τείχος προστασίας» απέναντι στην Ακροδεξιά, αλλά και το ευρύτερο ευρωπαϊκό ερώτημα: μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι συνεργασίες των παραδοσιακών κομμάτων με δυνάμεις στα άκρα;

Ο κ. Μανιάτης θέτει σαφή όρια. «Θεωρώ αδιανόητη κάθε συνεργασία με ακραία κόμματα που καλλιεργούν τον ρατσισμό, ευαγγελίζονται τη μισαλλοδοξία, το μίσος προς τον συνάνθρωπο και δεν πιστεύουν στη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα», αναφέρει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η απομόνωση των ακραίων δυνάμεων αποτέλεσε μέχρι σήμερα βασική αρχή του δημοκρατικού τόξου. Παράλληλα, ασκεί κριτική στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, υποστηρίζοντας ότι μετά τις ευρωεκλογές του 2024 έχει σε αρκετές περιπτώσεις σχηματίσει εναλλακτικές πλειοψηφίες με τη στήριξη της Ακροδεξιάς. «Η εμπειρία όμως δείχνει ότι, όταν τα κόμματα της κεντροδεξιάς υιοθετούν τη ρητορική της ακροδεξιάς, την κανονικοποιούν και ο ψηφοφόρος τελικά προτιμά το πρωτότυπο», υποστηρίζει.

Ο κ. Φαραντούρης κινείται στην ίδια κατεύθυνση, χαρακτηρίζοντας «ολέθριο λάθος» την υιοθέτηση της ακροδεξιάς ατζέντας.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο εάν θα διατηρηθεί το «τείχος προστασίας». Είναι εάν τα παραδοσιακά κόμματα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις αιτίες που τροφοδοτούν την Ακροδεξιά χωρίς να μετατοπίσουν οι ίδιοι το πολιτικό τους στίγμα.

Η Σουηδία δείχνει ότι η πορεία δεν είναι μονόδρομος

Η σουηδική κάλπη προσφέρει μια διαφορετική εικόνα και λειτουργεί ως αντίβαρο στην αντίληψη ότι η άνοδος της Ακροδεξιάς αποτελεί αναπόφευκτη ευρωπαϊκή τάση.

Οι Sweden Democrats υποχώρησαν περίπου 3 μονάδες, ενώ η Κεντροαριστερά επικράτησε οριακά, σε μια εκλογική αναμέτρηση που ακολούθησε διαφορετική πορεία από εκείνη που καταγράφηκε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

«Τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο στην πολιτική», σημειώνει ο Γ. Μανιάτης. Κατά την εκτίμησή του, η σουηδική εμπειρία δείχνει ότι η Ακροδεξιά μπορεί να αντιμετωπιστεί όταν απέναντί της υπάρχει ένα συγκεκριμένο και συνεκτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης. «Η ακροδεξιά μπορεί να ηττηθεί, αρκεί να μπορούμε να προβάλλουμε ένα συγκεκριμένο, συνεκτικό προοδευτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης, το οποίο απαντάει ουσιαστικά στα προβλήματα των πολιτών».

Και προσθέτει:

«Αν αφήσουμε την ακροδεξιά να είναι η μόνη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης τότε δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για την ενδυνάμωσή της».

Η εξέλιξη στη Σουηδία, επομένως, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι πολιτικές μετατοπίσεις δεν ακολουθούν μία ενιαία ευρωπαϊκή διαδρομή.

Μια Γερμανία μετά τη Μέρκελ και μια Ευρώπη σε αναζήτηση νέων ισορροπιών

Πίσω από τη γερμανική εκλογική αναμέτρηση βρίσκεται ένα ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα: τι συμβαίνει σε μια χώρα που για δεκαετίες αποτέλεσε τον οικονομικό κινητήρα της Ευρώπης, όταν οι βασικές προϋποθέσεις του οικονομικού της μοντέλου αλλάζουν;

Ο Ν. Φαραντούρης περιγράφει τη γερμανική πολιτική ως μια πολιτική που βρίσκεται «κάτω από τη βαριά σκιά της Άνγκελα Μέρκελ». Η προηγούμενη περίοδος συνδέθηκε, όπως σημειώνει, με μεγάλη οικονομική ανάπτυξη και πολιτική σταθερότητα. Το μοντέλο στηρίχθηκε σε φθηνή ενέργεια, ισχυρές εξαγωγές, πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και σταθερό πλαίσιο ασφάλειας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία άλλαξε μεγάλο μέρος αυτής της εξίσωσης. Η γερμανική βιομηχανία αναζητά νέο μοντέλο και η πολιτική τάξη καλείται να δώσει απαντήσεις σε μια κοινωνία που αισθάνεται ότι η προηγούμενη βεβαιότητα τελείωσε.

Για τον Γ. Αυτιά, η απάντηση βρίσκεται στην ανάγκη για μια ισχυρότερη και περισσότερο αυτόνομη Ευρώπη. «Ανθεκτική Ευρώπη, με ισχυρή ανταγωνιστικότητα ώστε να μειωθεί η εξάρτησή της από τρίτες χώρες», είναι το ζητούμενο που θέτει.

Ο κ. Φαραντούρης βλέπει παράλληλα την αλλαγή των ισορροπιών ως ευκαιρία για άλλες χώρες να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο. Αναφέρεται ιδιαίτερα στη Γαλλία, αλλά και στην Ελλάδα. Η χώρα μας, υποστηρίζει, δεν μπορεί να εμφανίζεται μόνο ως χώρα που ζητά ευρωπαϊκή στήριξη. Πρέπει να μπορεί να παράγει ασφάλεια, ενέργεια, συνδεσιμότητα και οικονομική και γεωπολιτική αξία.

Τελικά καταρρέει το πολιτικό κέντρο ή ένα μοντέλο διακυβέρνησης;

Ίσως εδώ βρίσκεται η πιο ουσιαστική σύγκλιση των τριών παρεμβάσεων.

Ο Γιάννης Μανιάτης το διατυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο: «Αυτό που καταρρέει είναι ένα μοντέλο διακυβέρνησης, όχι οι αξίες της δημοκρατίας και της συνεργασίας των κομμάτων». Περιγράφει ως χαρακτηριστικά αυτού του μοντέλου τη λογική του «δεν υπάρχει εναλλακτική», την πεποίθηση ότι «η αγορά θα τα ρυθμίσει όλα» και την αντίληψη ότι η πολιτική είναι απλή διαχείριση.

Ο Νίκος Φαραντούρης χρησιμοποιεί διαφορετική γλώσσα, αλλά κινείται σε παρόμοιο επίπεδο ανάλυσης: για τον ίδιο, η Ευρώπη πρέπει να αναζητήσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, καθώς οι παλιές βεβαιότητες της οικονομικής ανάπτυξης, της ασφάλειας και της κοινωνικής ευημερίας δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται δεδομένες.

Ο Γιώργος Αυτιάς μεταφράζει αυτή την ανάγκη περισσότερο σε όρους οικονομικής ανθεκτικότητας: χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, ανταγωνιστικότητα, επενδύσεις, ισχυρότερη παραγωγική βάση και μικρότερη εξάρτηση από τρίτες χώρες.

Έτσι, πίσω από τις διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες τους, οι τρεις ευρωβουλευτές περιγράφουν μια Ευρώπη που βρίσκεται μπροστά σε μια διπλή πρόκληση: να αντιμετωπίσει τις άμεσες πιέσεις της καθημερινότητας και ταυτόχρονα να επαναπροσδιορίσει το μοντέλο πάνω στο οποίο θα στηριχθεί τα επόμενα χρόνια.

Η γερμανική κάλπη είναι, υπό αυτή την έννοια, περισσότερο από ένα ακόμη εκλογικό αποτέλεσμα. Είναι ένα ακόμη επεισόδιο στη συζήτηση για το εάν η Ευρώπη μπορεί να προσφέρει ξανά στους πολίτες της αυτό που επί δεκαετίες θεωρούσαν δεδομένο: οικονομική ασφάλεια, κοινωνική προστασία, πολιτική σταθερότητα και εμπιστοσύνη ότι το δημοκρατικό σύστημα μπορεί να δώσει λύσεις.

Πηγή: skai.gr