ΚΑΙΡΟΣ

Από τον «τουρκικό κόσμο» στη Βόρεια Κύπρο: Η γεωπολιτική στρατηγική της Άγκυρας

Ο Οργανισμός Τουρκογενών Κρατών εξελίσσεται σε ένα ευρύτερο εργαλείο περιφερειακής επιρροής της Τουρκίας. Και η ενίσχυση της τουρκοκυπριακής παρουσίας σε αυτόν δημιουργεί νέα δεδομένα για το Κυπριακό.

Η Τουρκία δεν περιορίζει πλέον τη φιλοδοξία της στον ρόλο μιας χώρας που συνδέει πολιτιστικά και οικονομικά τα κράτη του τουρκικού κόσμου. Ο Οργανισμός Τουρκογενών Κρατών (OTS) εξελίσσεται σε ένα ευρύτερο δίκτυο πολιτικής, οικονομικής και θεσμικής συνεργασίας. Και η Βόρεια Κύπρος αποτελεί ίσως το πιο ευαίσθητο παράδειγμα αυτής της μετατόπισης.

Στις 30 Οκτωβρίου, η Τουρκία θα φιλοξενήσει την 13η Σύνοδο του OTS, ενώ την προηγουμένη θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα η 13η Σύνοδος του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών. Η ατζέντα του Οργανισμού έχει πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τις πολιτιστικές ανταλλαγές: περιλαμβάνει οικονομία, συνδεσιμότητα, ενέργεια, εκπαίδευση, τεχνολογία και άλλους τομείς περιφερειακής συνεργασίας. 

Η ίδια η Άγκυρα περιγράφει τον OTS ως πλαίσιο εμβάθυνσης της συνεργασίας και της αλληλεγγύης μεταξύ των τουρκικών κρατών, στη βάση κοινής ιστορίας, γλώσσας και πολιτισμού. Ο ίδιος ο Οργανισμός μιλά για τέσσερις βασικούς πυλώνες: κοινή ιστορία, κοινή γλώσσα, κοινή ταυτότητα και κοινή κουλτούρα. 

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν υπάρχει ένας «τουρκικός κόσμος». Υπάρχει. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς αυτή η κοινή ταυτότητα μετατρέπεται σε γεωπολιτική επιρροή και τι σημαίνει αυτό όταν φτάνει μέχρι την Κύπρο.

Εδώ βρίσκεται η ιδιαίτερη σημασία της Βόρειας Κύπρου.

Η διεθνώς μη αναγνωρισμένη «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου» απέκτησε καθεστώς παρατηρητή στον OTS τον Νοέμβριο του 2022. Η ίδια η Τουρκία εξακολουθεί να χαρακτηρίζει αυτή τη συμμετοχή ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της «ενότητας και ακεραιότητας» του τουρκικού κόσμου και υποστηρίζει ότι οι Τουρκοκύπριοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του. 

Η εξέλιξη δεν έμεινε σε επίπεδο συμβολισμού. Τον Μάρτιο του 2026, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν συνέδεσε ευθέως τη συμμετοχή της Βόρειας Κύπρου στον OTS με την «ενότητα» του τουρκικού κόσμου, ενώ στο ίδιο πλαίσιο μίλησε για την ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας των τουρκικών κρατών σε ζητήματα όπως η ενέργεια, η συνδεσιμότητα και η περιφερειακή συνεργασία. 

Κι εδώ ακριβώς αρχίζει η γεωπολιτική διάσταση.

Η πολιτιστική συνεργασία μεταξύ χωρών με κοινή γλώσσα και ιστορικές αναφορές δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Όταν όμως η ίδια λογική αποκτά πολιτικό και θεσμικό βάθος και παράλληλα προσφέρει στη Βόρεια Κύπρο πρόσβαση σε ένα ευρύτερο δίκτυο διεθνών σχέσεων, τότε οι συνέπειες για το Κυπριακό δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταστήσει σαφή τη θέση της. Αναγνωρίζει μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου και έχει καλέσει τα μέλη του OTS να απέχουν από ενέργειες που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν αναγνώριση της μη αναγνωρισμένης τουρκοκυπριακής οντότητας. 

Η προειδοποίηση αυτή δεν είναι καινούργια. Ήδη από το 2022 η ΕΕ είχε χαρακτηρίσει την απόφαση για την παραχώρηση καθεστώτος παρατηρητή στη Βόρεια Κύπρο «λυπηρή» και είχε προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε ενέργεια διευκολύνει ή υποστηρίζει τη διεθνή αναγνώρισή της βλάπτει σοβαρά τις προσπάθειες δημιουργίας ενός περιβάλλοντος κατάλληλου για την επανέναρξη των συνομιλιών υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. 

Το πραγματικό πρόβλημα

Δεν χρειάζεται να υποστηρίξει κανείς ότι ο OTS έχει ως επίσημο στόχο τη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τις επίσημες διακηρύξεις του. Ο ίδιος ο Οργανισμός δηλώνει ότι στηρίζεται στις αρχές της κυριαρχικής ισότητας, της εδαφικής ακεραιότητας και των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων. 

Το ζήτημα είναι πιο σύνθετο: η δημιουργία παράλληλων πολιτικών και θεσμικών διαδρομών για τη Βόρεια Κύπρο ενισχύει τη διεθνή της ορατότητα και μπορεί να ενδυναμώνει εκείνες τις δυνάμεις που προκρίνουν μια ξεχωριστή κρατική πορεία.

Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η διαδικασία του ΟΗΕ επιχειρεί να ξαναβρεί βηματισμό. Ο Αντόνιο Γκουτέρες ανακοίνωσε τον Ιούλιο ότι σκοπεύει να συγκαλέσει νέα συνάντηση 5+1, αφού προηγηθεί προετοιμασία σε ζητήματα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, μεθοδολογίας και ουσίας. Τον Αύγουστο, οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων συμφώνησαν να εντείνουν τις συναντήσεις τους υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. 

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ενίσχυση μιας παράλληλης διεθνούς παρουσίας της Βόρειας Κύπρου μέσω του «τουρκικού κόσμου» δεν λειτουργεί ως παράγοντας σύγκλισης. Αντίθετα, κινδυνεύει να ενισχύσει την αντίληψη ότι υπάρχει ένας εναλλακτικός δρόμος διεθνούς παρουσίας έξω από το πλαίσιο της διαδικασίας των Ηνωμένων Εθνών.

Η Τουρκία μπορεί να επιδιώκει μέσω του OTS μεγαλύτερη οικονομική διασύνδεση, ενεργειακή συνεργασία και επιρροή από την Κεντρική Ασία έως την Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό αποτελεί θεμιτό αντικείμενο εξωτερικής πολιτικής. Όταν όμως η ίδια στρατηγική αγγίζει το Κυπριακό, αποκτά διαφορετικό βάρος.

Γιατί η ενίσχυση μιας ξεχωριστής διεθνούς ταυτότητας της Βόρειας Κύπρου δεν δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για έναν συμβιβασμό. Αντίθετα, κινδυνεύει να ενθαρρύνει τις αποσχιστικές δυνάμεις και να απομακρύνει ακόμη περισσότερο τις δύο πλευρές από το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί μια κοινά αποδεκτή λύση.

Η 13η Σύνοδος του OTS στην Τουρκία στις 30 Οκτωβρίου θα αποτελέσει ένα ακόμη τεστ. Το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η Άγκυρα επενδύει στη δημιουργία ενός ισχυρότερου «τουρκικού κόσμου». Το κάνει. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο μακριά θα φτάσει αυτή η γεωπολιτική στρατηγική — και πόσο θα δυσκολέψει την προσπάθεια για μια συμφωνημένη και βιώσιμη λύση και την επανένωση της Κύπρου.

* O Βαγγέλης Λιακόγκονας είναι δημοσιογράφος