ΚΑΙΡΟΣ

Αφγανιστάν: Η χώρα με τη χειρότερη κρίση των δικαιωμάτων των γυναικών

Ως de facto εξουσία, οι Ταλιμπάν, έχουν επιβάλει περιορισμούς σε όλες τις πτυχές των δικαιωμάτων και ελευθεριών των γυναικών και των κοριτσιών

Καθώς έκλεισαν 5 χρόνια από την επιστροφή των Ταλιμπάν στην Καμπούλ (15/8/2021) και την ανάληψη της εξουσίας από αυτούς, το Αφγανιστάν αναδεικνύεται στη χειρότερη χώρα, όπου παραβιάζονται τα δικαιώματα των γυναικών.

Ως de facto εξουσία, οι Ταλιμπάν, έχουν επιβάλει περιορισμούς σε όλες τις πτυχές των δικαιωμάτων και ελευθεριών των γυναικών και των κοριτσιών. Οι γυναίκες και τα κορίτσια στερούνται εκπαίδευσης με βάση το φύλο τους: τα κορίτσια άνω των 11 ετών δεν μπορούν να συνεχίσουν στο σχολείο και έχει απαγορευτεί η φοίτησή τους στο πανεπιστήμιο. Από τον Δεκέμβριο του 2024, οι νέες γυναίκες απαγορεύεται να αναζητήσουν εκπαίδευση στη μαιευτική, την ιατρική και τη νοσηλευτική, τις μόνες ευκαιρίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που είχαν παραμείνει γι' αυτές ανοιχτές.

Υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί στην κίνηση, το ντύσιμο και τον ελεύθερο χρόνο των γυναικών. Π.χ., απαιτείται να ταξιδεύουν με mahram (αρσενικό μέλος της οικογένειας) και δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη ή νομικές υπηρεσίες μόνες τους. Επιπλέον, πρέπει να ακολουθούν τον ενδυματολογικό κώδικα των Ταλιμπάν δημόσια, ο οποίος απαιτεί την κάλυψη ολόκληρου του σώματός τους καθώς και του μεγαλύτερου μέρους του προσώπου τους. Είναι χαρακτηριστικό του αποκλεισμού των γυναικών, ότι έχουν απομακρυνθεί από τις θέσεις τους στην κυβέρνηση και το δικαστικό σώμα και αντιμετωπίζουν τεράστιους περιορισμούς στην αναζήτηση εργασίας, καθώς μπορούν να εργαστούν μόνο σε περιορισμένους τομείς, όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η λειτουργία μικρών επιχειρήσεων. Οι γυναίκες υπάλληλοι του ΟΗΕ απαγορεύεται να εισέρχονται στα γραφεία και τις εγκαταστάσεις του Οργανισμού από τον Σεπτέμβριο του 2025.

Η πρόσβαση των γυναικών στη δικαιοσύνη έχει περιοριστεί σημαντικά και δεν υπάρχει προστασία για τις γυναίκες που γίνονται θύματα βίας, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας. Τα κορίτσια δεν προστατεύονται από πρόωρους ή καταναγκαστικούς γάμους, δεν υπάρχουν καταφύγια και ασφαλή σπίτια για γυναίκες και κορίτσια θύματα ενδοοικογενειακής βίας, ούτε μπορούν να αναζητήσουν ένδικα μέσα για συναισθηματική, οικονομική και σεξουαλική κακοποίηση από τους συντρόφους τους.

Οι περισσότερες μορφές σωματικής κακοποίησης δεν θεωρούνται παράνομες. Μόνο εμφανείς μώλωπες ή σπασμένα οστά δίνουν το δικαίωμα σε μια γυναίκα να υποβάλει καταγγελία για κακοποίηση. Εάν μια γυναίκα θύμα κακοποίησης, συνοδευόμενη από τον κατάλληλο συγγενή άνδρα (δηλαδή τον πατέρα, τον θείο ή τον αδελφό της) καταφύγει στο νομικό σύστημα των Ταλιμπάν για να υποβάλει καταγγελία για σοβαρή σωματική κακοποίηση, ακόμη και αν η καταγγελία της γίνει δεκτή, ο σύζυγος θα φυλακιστεί μόνο για 15 ημέρες και στη συνέχεια θα σταλεί σπίτι για να ζήσει ξανά μαζί της.

Ως αποτέλεσμα αυτών των ακραίων συνθηκών, υπήρξε αύξηση των ψυχικών ασθενειών και των αποπειρών αυτοκτονίας μεταξύ γυναικών και κοριτσιών στο Αφγανιστάν.  Επιπλέον, η χώρα υποφέρει από ανθρωπιστική κρίση, ακρωτηριασμένη από τη φτώχεια, τον υποσιτισμό και την έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, και αγωνίζεται να αντιμετωπίσει τον υψηλό αριθμό αναγκαστικών απελάσεων από το Πακιστάν και το Ιράν, καθώς και τώρα από τη Γερμανία και ενδεχομένως από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Οι περιορισμοί των Ταλιμπάν στη ζωή των γυναικών ακολούθησαν ένα μοτίβο προφορικών εντολών, γραπτών νόμων και εντατικής, επιθετικής επιβολής. Μετά την επιστροφή τους στην εξουσία το 2021, οι Ταλιμπάν εξέδωσαν, αρχικά, προφορικές εντολές που ανακοίνωναν περιορισμούς στις μετακινήσεις ή την απαγόρευση της πρόσβασης των κοριτσιών στην εκπαίδευση. Ακολούθησαν γραπτά διατάγματα. Τον Ιούλιο του 2024, οι Ταλιμπάν εξέδωσαν τον νόμο για την προώθηση της αρετής και την πρόληψη της διαφθοράς, κατοχυρώνοντας αυτούς τους περιορισμούς σε ένα νομικό πλαίσιο. Ακολούθησε ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας τον Ιανουάριο του 2026 και, τον Μάιο του 2026, ο νόμος για τη διάσταση των συζύγων. Ένας βασικός σκοπός αυτών των νόμων είναι να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των περιορισμών σε ολόκληρο το Αφγανιστάν και να κατασταλούν τυχόν τοπικές ρυθμίσεις, που θα μπορούσαν να παρέχουν στις γυναίκες κάποιο χώρο.

Οι Ταλιμπάν δεν εκδίδουν απλώς τους νόμους, αλλά ενισχύουν και τους θεσμούς οι οποίοι προορίζονται για την εφαρμογή τους. Το Υπουργείο Προώθησης της Αρετής και Πρόληψης της Διαφθοράς (PVPV), για παράδειγμα, έχει την κύρια ευθύνη για την εφαρμογή του νόμου περί Κακίας και Αρετής στέλνοντας περιπολίες σε καταστήματα και αγορές, καθώς και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και σχολεία, συλλαμβάνοντας όσους και όσες αψηφούν το νόμο. Ένα πρόσφατο παράδειγμα, συνέβη τον Ιούνιο του 2026, όταν η αστυνομία του PVPV επιτέθηκε σωματικά και συνέλαβε γυναίκες στους δρόμους της Χεράτ, επειδή δεν συμμορφώνονταν με τον ενδυματολογικό κώδικα που ορίζουν οι Ταλιμπάν. Επιπλέον, η Γενική Διεύθυνση Πληροφοριών των Ταλιμπάν διαδραματίζει βασικό ρόλο στην επιβολή του νόμου μέσω της κράτησης, του βασανισμού και της εξαφάνισης αντιφρονούντων, όπως διαδηλωτών και όσων τολμούν να αμφισβητήσουν τις κεντρικές πολιτικές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι Ταλιμπάν έχουν ανοίξει χιλιάδες νέους μεντρεσέδες (θρησκευτικά σχολεία) σε όλο το Αφγανιστάν, κατηχώντας δεκάδες χιλιάδες νέες γυναίκες και άνδρες, προκειμένου να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα και την επέκταση της κατασταλτικής τους εμβέλειας, στρέφοντας τις γυναίκες καθώς και τους άνδρες ενάντια στις ιδέες των δικαιωμάτων των γυναικών και της ισότητας των φύλων. Ταυτόχρονα, όμως, κανονικοποιούνται διεθνώς και αντιμετωπίζονται ως η επίσημη κυβέρνηση, τόσο σε περιφερειακό, όσο και σε διεθνές επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Ταλιμπάν έχουν πρεσβευτές στην Κίνα, την Τουρκία και το Ουζμπεκιστάν και τώρα λειτουργούν προξενεία στη Γερμανία. Παρά τη μαζική αναταραχή της αφγανικής κοινωνίας των πολιτών, οι Ταλιμπάν συναντήθηκαν με την ΕΕ στις Βρυξέλλες στα τέλη Ιουνίου για να συζητήσουν τις απελάσεις.

Καθώς η διεθνής κοινότητα τείνει να ομαλοποιεί τις σχέσεις της με τους Ταλιμπάν - πχ η συνάντηση του Ιουνίου στις Βρυξέλλες, μεταξύ αντιπροσωπείας των Ταλιμπάν του Αφγανιστάν και εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και 15 κρατών μελών της ΕΕ, για να συζητηθούν οι απελάσεις Αφγανών από την ΕΕ στο Αφγανιστάν - παρά την αυξημένη καταστολή που εφαρμόζουν οι τελευταίοι, οι γυναίκες του Αφγανιστάν, η αφγανική κοινωνία και η κοινότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένουν σταθερές στην αντίθεσή τους.

Σε τοπικό επίπεδο, οι γυναίκες παρακάμπτουν τους περιορισμούς των Ταλιμπάν, ή τους αψηφούν για να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους στο σπίτι ή στο διαδίκτυο, να γράψουν ποίηση, να δημιουργήσουν τέχνη και να συνδεθούν με ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Οι γυναίκες οργανώνουν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας στο σπίτι τους και δημοσιεύουν βιντεοσκοπήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ ξεκινούν επιχειρήσεις που απασχολούν άλλες γυναίκες.

Στην εξορία, οι Αφγανές, προκειμένου να προβάλουν τις απόψεις τους, αναζητούν και χρησιμοποιούν διαθέσιμες πλατφόρμες, όπως πχ από τις αίθουσες του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Σημαντικός προς την κατεύθυνση αυτή είναι ο ρόλος του Μόνιμου Λαϊκού Δικαστηρίου (PPT), το οποίο είναι ένα διεθνές δικαστήριο γνώμης, που ιδρύθηκε στην Μπολόνια το 1979, μετά την υιοθέτηση της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων των Λαών (1976). Κατά τη διάρκεια 57 συνεδριών, έχει εξετάσει σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου, γενοκτονίας, καθώς και πρόσφατα οικονομικά, οικολογικά και συστημικά εγκλήματα. Το Δικαστήριο εδρεύει στο Ίδρυμα Lelio and Lisli Basso στη Ρώμη της Ιταλίας.

Το Δικαστήριο πραγματοποίησε την 55η σύνοδό του στη Μαδρίτη από τις 8 έως τις 10 Οκτωβρίου 2025, κατόπιν αιτήματος τεσσάρων οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για να εξετάσει το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που συνιστά η δίωξη λόγω φύλου, υπό το πρίσμα των de facto συστηματικών παραβιάσεων, από τις αρχές των Ταλιμπάν.

Το Λαϊκό Δικαστήριο για τις Γυναίκες του Αφγανιστάν, στην απόφασή του που εκδόθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2025, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι οι πολιτικές και οι ενέργειες των Ταλιμπάν συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ιδίως το έγκλημα της δίωξης λόγω φύλου, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του Καταστατικού της Ρώμης, σύμφωνα με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Επιπλέον, η απόφαση του Δικαστηρίου κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι το Αφγανιστάν, υπό τον de facto έλεγχο των Ταλιμπάν, έχει στερήσει από τις γυναίκες και τα κορίτσια τα θεμελιώδη δικαιώματά τους, όπως αντικατοπτρίζονται στις πολυάριθμες δεσμευτικές διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στις οποίες το Αφγανιστάν είναι συμβαλλόμενο μέρος.

Παράλληλα, η απόφαση αναγνώρισε, ότι η κατάσταση στο Αφγανιστάν ανταποκρίνεται στα συστατικά στοιχεία ενός συστήματος, το οποίο προσομοιάζει με απαρτχάιντ, δηλαδή ενός θεσμοθετημένου καθεστώτος διακρίσεων, διαχωρισμού, αποκλεισμού και κυριαρχίας με βάση το φύλο.

Ο Ειδικός Εισηγητής στο Λαϊκό Δικαστήριο Richard Bennett, σχολιάζοντας τη συνάντηση των Ευρωπαίων με τους Ταλιμπάν για τις απελάσεις, παρατήρησε ότι μπορούμε να διακρίνουμε ένα «παράδοξο ή δύο μέτρα και δύο σταθμά. Από τη μία πλευρά, χώρες οι οποίες διατείνονται, ότι υποστηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και κάνουν πολύ έντονες δηλώσεις στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Συμβούλιο Ασφαλείας και στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ σχετικά με την αποτρόπαια μεταχείριση των γυναικών στο Αφγανιστάν, από την άλλη πλευρά, αρχίζουν να ομαλοποιούν τις σχέσεις τους με τους Ταλιμπάν».

Είναι θετικό όμως, ότι κερδίζει έδαφος η άποψη, ότι τα κράτη μέλη του ΟΗΕ θα πρέπει να θέσουν σε πλήρη λειτουργία και να διαθέσουν επαρκείς πόρους στον νεοσυσταθέντα Ανεξάρτητο Μηχανισμό Έρευνας για το Αφγανιστάν (IIMA) για τη συλλογή, διατήρηση και ανάλυση αποδεικτικών στοιχείων, για μελλοντικές ποινικές διώξεις.

Θα ήταν ευχής έργο, η διεθνής διπλωματική συνεργασία με τις de facto αρχές στην Καμπούλ, να εξαρτάται αυστηρά από τα αποδεδειγμένα κριτήρια αναφοράς για παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων στο Αφγανιστάν.

* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής