ΚΑΙΡΟΣ

Βλεφαρίτιδα: Πώς οι ψεύτικες βλεφαρίδες μπορούν να δημιουργήσουν φλεγμονή

Η  πάθηση κρύβεται συνήθως  πίσω από την ξηροφθαλμία.  Τι ρόλο παίζουν το Demodex, οι ψεύτικες βλεφαρίδες και οι νέες θεραπείες

Κάψιμο, φαγούρα, κοκκινίλα, αίσθηση ξένου σώματος, δάκρυα και ξηροφθαλμία είναι συμπτώματα που μπορεί να συνδέονται με μια πολύ συχνή αλλά συχνά υποδιαγνωσμένη πάθηση των βλεφάρων, τη βλεφαρίτιδα. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ελληνικής Οφθαλμολογικής Εταιρείας και διευθυντή του Οφθαλμολογικού Τμήματος του Ασκληπιείου Βούλας, Χρήστο Πίτσα, η πάθηση μπορεί να αφορά σημαντικό ποσοστό των ασθενών που επισκέπτονται οφθαλμίατρο, ενώ η σύγχρονη αντιμετώπιση περιλαμβάνει, πέρα από την υγιεινή των βλεφάρων και τις φαρμακευτικές θεραπείες, και τεχνικές με φως και θερμότητα.

Η βλεφαρίτιδα, όπως εξηγεί ο κ. Πίτσας, είναι πολύ συχνότερη από όσο αποτυπώνουν οι επίσημες διαγνώσεις. Δεν υπάρχει ένα απολύτως αξιόπιστο ποσοστό για τον γενικό πληθυσμό, καθώς η βλεφαρίτιδα, η δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων και η ξηροφθαλμία συχνά δεν καταγράφονται ξεχωριστά. Ωστόσο, εκτιμάται ότι περίπου το 30%-50% των ασθενών που επισκέπτονται οφθαλμίατρο έχουν βλεφαρίτιδα.

Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί άνθρωποι μπορεί να εμφανίζουν αλλοιώσεις χωρίς να το αντιλαμβάνονται. Η απουσία έντονων συμπτωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα βλέφαρα και οι μεϊβομιανοί αδένες λειτουργούν φυσιολογικά.

Γιατί συχνά συγχέεται με την ξηροφθαλμία

Η βλεφαρίτιδα μπορεί να περάσει απαρατήρητη επειδή τα συμπτώματά της είναι συχνά ήπια ή αποδίδονται γενικά στην ξηροφθαλμία. Ιδιαίτερα η δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων μπορεί να εξελίσσεται χωρίς ο ασθενής να αντιλαμβάνεται εύκολα την αιτία.

Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Ελληνικής Οφθαλμολογικής Εταιρείας, υπάρχει παράλληλα και ένα ζήτημα ορολογίας. Η αστάθεια της δακρυϊκής στιβάδας, η ξηροφθαλμία και η φλεγμονή των βλεφάρων μπορεί να καταγράφονται συνολικά ως «ξηροφθαλμία», ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να υπάρχει και υποκείμενη βλεφαρίτιδα.

Η βλεφαρίτιδα δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο, αλλά έναν γενικό όρο που περιλαμβάνει διαφορετικούς μηχανισμούς, οι οποίοι μάλιστα συχνά συνυπάρχουν. Η διάκριση έχει σημασία, καθώς από την αιτία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και η θεραπευτική προσέγγιση.

Πρόσθια και οπίσθια βλεφαρίτιδα

Μια βασική διάκριση είναι μεταξύ πρόσθιας και οπίσθιας βλεφαρίτιδας. Η πρόσθια αφορά κυρίως τη βάση των βλεφαρίδων και το εξωτερικό χείλος του βλεφάρου και μπορεί να σχετίζεται με μικροβιακή αποίκιση, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα ή Demodex.

Το Demodex είναι ένα μικροσκοπικό ακάρεο που μπορεί να εγκαθίσταται στους θύλακες των βλεφαρίδων. Η παρουσία του, ωστόσο, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι προκαλεί βλεφαρίτιδα, καθώς μπορεί να εντοπίζεται και σε υγιείς βλεφαρίδες.

Η οπίσθια βλεφαρίτιδα, από την άλλη πλευρά, αφορά κυρίως τη λειτουργία των μεϊβομιανών αδένων. Οι αδένες αυτοί μπορεί να αποφράσσονται, ενώ μπορεί να μεταβάλλεται και η σύσταση του λιπιδικού συστατικού που παράγουν. Το συγκεκριμένο συστατικό είναι απαραίτητο για τη σταθερότητα της δακρυϊκής στιβάδας και η δυσλειτουργία του μπορεί να οδηγήσει σε έντονη φλεγμονή και εξατμιστική ξηροφθαλμία.

Ο κ. Πίτσας υπογραμμίζει ότι υπάρχουν πολλοί μηχανισμοί που αλληλοκαλύπτονται και για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό κάθε ασθενής να εξετάζεται ξεχωριστά, ώστε να αναζητείται ο παράγοντας που προκαλεί ή συντηρεί τη φλεγμονή.

Demodex: Πότε το ακάρεο γίνεται πρόβλημα

Το Demodex έχει βρεθεί σε σημαντικό ποσοστό ασθενών με χρόνια βλεφαρίτιδα. Σύμφωνα με τον κ. Πίτσα, περίπου 30%-70% των ασθενών με χρόνια βλεφαρίτιδα μπορεί να εμφανίζουν Demodex, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες.

Η παρουσία του, ωστόσο, πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα. Χαρακτηριστικό εύρημα που μπορεί να κινήσει την υποψία είναι οι κυλινδρικές εναποθέσεις ή τα λεγόμενα «κολάρα» γύρω από τη βάση των βλεφαρίδων.

Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί περαιτέρω εξέταση. Οι οφθαλμίατροι μπορούν να αφαιρέσουν βλεφαρίδες και να τις εξετάσουν στο μικροσκόπιο για την ανίχνευση του Demodex. Πρόκειται για μικροσκοπική εξέταση και όχι για καλλιέργεια.

Η βλεφαρίτιδα, πάντως, δεν θεωρείται μεταδοτική νόσος. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραβλέπονται βασικοί κανόνες υγιεινής. Η κοινή χρήση καλλυντικών, όπως για παράδειγμα μιας μάσκαρας, δεν αποτελεί καλή πρακτική, καθώς μπορεί να διευκολύνει τη μεταφορά μικροοργανισμών και να συμβάλει στην πρόκληση ερεθισμού.

Τι προσφέρουν οι νέες θεραπείες με φως

Στη θεραπευτική αντιμετώπιση έχουν προστεθεί τα τελευταία χρόνια και τεχνικές που χρησιμοποιούν φως. Μεταξύ αυτών είναι το IPL, δηλαδή η θεραπεία με έντονο παλμικό φως, αλλά και το LLLT, η θεραπεία με φως χαμηλής έντασης.

Ο κ. Πίτσας διευκρινίζει ότι πρόκειται για διαφορετικές τεχνικές, με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης, οι οποίες αφορούν κυρίως μορφές βλεφαρίτιδας που συνδέονται με δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων και χρόνια ξηροφθαλμία. Δεν αποτελούν θεραπείες για κάθε μορφή βλεφαρίτιδας.

Το IPL χρησιμοποιεί έντονο παλμικό φως ευρέος φάσματος, το οποίο εφαρμόζεται κυρίως στο δέρμα κάτω από τα βλέφαρα και όχι απευθείας στον κερατοειδή. Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς δράσης του είναι η απορρόφηση του φωτός από την αιμοσφαιρίνη στα διατεταμένα αγγεία, επηρεάζοντας έτσι το αγγειακό και φλεγμονώδες υπόστρωμα.

Δεν πρόκειται, επομένως, απλώς για μια τεχνική που «ζεσταίνει» τα βλέφαρα. Υπάρχουν περισσότεροι μηχανισμοί δράσης, με στόχο μεταξύ άλλων τη βελτίωση της λειτουργίας των μεϊβομιανών αδένων και της ποιότητας των εκκρίσεών τους.

Χρόνια κατάσταση, αλλά μπορεί να ελεγχθεί

Το αν η βλεφαρίτιδα μπορεί να αντιμετωπιστεί οριστικά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τύπο της και τον παράγοντα που την προκαλεί.

Όταν συνυπάρχει με δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων, ροδόχρου ακμή και ξηροφθαλμία, η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι πρόκειται συνήθως για μια χρόνια κατάσταση, η οποία όμως μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά.

Υπάρχει ωστόσο μια σημαντική εξαίρεση: όταν εντοπίζεται συγκεκριμένος αιτιολογικός παράγοντας, η αντιμετώπιση μπορεί να γίνει πολύ πιο στοχευμένα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Demodex.

Η θεραπεία, επομένως, δεν είναι ίδια για όλους τους ασθενείς. Προηγείται η αναζήτηση του αιτιολογικού παράγοντα, όταν αυτός υπάρχει, και στη συνέχεια η αποκατάσταση της υγείας των βλεφάρων και της οφθαλμικής επιφάνειας.

Σημαντικό ρόλο έχει και η πρόληψη των υποτροπών. Η βασική υγιεινή των βλεφάρων παραμένει σημαντικό μέρος της αντιμετώπισης, αλλά απαιτείται σωστή οφθαλμολογική εξέταση ώστε να εντοπιστεί ο παράγοντας που προκαλεί ή συντηρεί το πρόβλημα. Όταν η θεραπεία στοχεύει στην αιτία, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι σημαντικά καλύτερα.

Οι ψεύτικες βλεφαρίδες και τα extensions

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στη χρήση ψεύτικων βλεφαρίδων, κυρίως των extensions, καθώς μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν ερεθισμό και φλεγμονή στην περιοχή των βλεφάρων.

Σύμφωνα με τον κ. Πίτσα, υπάρχουν αρκετοί πιθανοί μηχανισμοί. Ο πρώτος είναι η αλλεργική αντίδραση ή ο ερεθισμός από την κόλλα που χρησιμοποιείται. Οι ουσίες αυτές μπορούν να προκαλέσουν φαγούρα, κοκκίνισμα και οίδημα.

Ο δεύτερος είναι ο μηχανικός ερεθισμός. Η προσθήκη βάρους στις φυσικές βλεφαρίδες μπορεί να μεταβάλει τη μηχανική συμπεριφορά της περιοχής, προκαλώντας ερεθισμό στο βλεφαρικό χείλος ή έλξη των φυσικών βλεφαρίδων.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η συσσώρευση υλικού στη βάση των βλεφαρίδων. Η παρουσία πρόσθετου υλικού δυσκολεύει τον καθαρισμό της περιοχής και μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση λιπαρότητας και κυτταρικών υπολειμμάτων, δημιουργώντας συνθήκες που ευνοούν τον ερεθισμό και τη φλεγμονή.

Πηγή: skai.gr