ΚΑΙΡΟΣ

28η Οκτωβρίου: Ο ήρωας από τη Χάλκη που πολέμησε τους Ιταλούς και δεν γύρισε ποτέ

Your browser doesn’t support HTML5 audio

Από την ιταλοκρατούμενη Δωδεκάνησο στη μάχη της Τσούκας – Η ιστορία του υπολοχαγού που σκοτώθηκε την 1η Νοεμβρίου 1940, στα 29 του χρόνια

Την 1η Νοεμβρίου 1940, στα βουνά της Πίνδου, ένας 29χρονος υπολοχαγός οδηγούσε τους άνδρες του σε διαδοχικές εφόδους εναντίον των ιταλικών δυνάμεων. Λίγες ημέρες είχαν περάσει από την έναρξη του πολέμου και η μάχη για το ύψωμα Τσούκα ήταν σκληρή. Μέσα στα πυρά των πολυβόλων, ο νεαρός αξιωματικός σκοτώθηκε στην πρώτη γραμμή. Ήταν ο Αλέξανδρος Διάκος, ο πρώτος πεσών αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού Ξηράς στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο.

Η ιστορία του έχει μια ιδιαίτερη πλευρά. Ο Διάκος καταγόταν από τη Χάλκη των Δωδεκανήσων, έναν τόπο που το 1940 βρισκόταν υπό ιταλική κυριαρχία. Πολεμούσε, δηλαδή, εναντίον των δυνάμεων της χώρας που κατείχε τη γενέτειρά του. Και όταν έπεσε στην Πίνδο, δεν είχε προλάβει να δει τα Δωδεκάνησα ενωμένα με την Ελλάδα.

Ογδόντα έξι χρόνια μετά, με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, η μνήμη του παραμένει ζωντανή στη Χάλκη, στη Ρόδο, αλλά και στα ορεινά χωριά της Πίνδου. Εκεί όπου ο νεαρός υπολοχαγός άφησε την τελευταία του πνοή και όπου οι κάτοικοι εξακολουθούν να τον τιμούν ως έναν δικό τους άνθρωπο.

«Τον ηρωισμό του τον διδάσκουμε στους Ευέλπιδες»

Μιλώντας στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο δήμαρχος Χάλκης, Άγγελος Φραγκάκης, περιέγραψε τη συγκίνηση με την οποία εξακολουθούν να μνημονεύουν τον Αλέξανδρο Διάκο οι κάτοικοι της περιοχής όπου σκοτώθηκε.

«Αυτό που είναι συγκλονιστικό είναι ότι ακόμη και σήμερα οι άνθρωποι του χωριού όπου έπεσε τον μνημονεύουν και τον κλαίνε. Τον θεωρούν δικό τους παιδί. Έναν άνθρωπο που άφησε την πατρίδα του, άφησε την οικογένειά του και πήγε να σκοτωθεί στα δικά τους χώματα. Είναι κάτι εξαιρετικά τιμητικό και συγκινητικό», ανέφερε.

Ο δήμαρχος θυμήθηκε και ένα περιστατικό από παλαιότερη συμμετοχή του στις εκδηλώσεις μνήμης στην Πίνδο, όταν ένας ανώτερος αξιωματικός τού μίλησε για τη θέση που κατέχει η ιστορία του Διάκου στη στρατιωτική εκπαίδευση.

«Θυμάμαι έναν ταξίαρχο, ο οποίος μου έσφιξε το χέρι και μου είπε: "Δήμαρχε, εμείς τον ηρωισμό του Αλέξανδρου Διάκου τον διδάσκουμε στους Ευέλπιδες". Ήταν μια πολύ σπουδαία κουβέντα, γι' αυτό και την αναφέρω», σημείωσε ο κ. Φραγκάκης.

Από τη Χάλκη και τη Ρόδο στη Σχολή Ευελπίδων

Ο Αλέξανδρος Διάκος γεννήθηκε το 1911 στη Χάλκη, όταν τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία. Έναν χρόνο αργότερα, το 1912, οι Ιταλοί κατέλαβαν τα νησιά, εγκαινιάζοντας μια μακρά περίοδο ξένης διοίκησης.

Μεγάλωσε στη Ρόδο, όπου φοίτησε στο ιστορικό Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Το όνομά του βρίσκεται στην αναμνηστική πλάκα του σχολείου, ανάμεσα στους παλαιούς μαθητές που σκοτώθηκαν για την πατρίδα. Συνδέθηκε επίσης με τον ιστορικό αθλητικό σύλλογο Δωριέα.

Το 1929 έφυγε για την Αθήνα, επιλέγοντας να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1934 ως ανθυπολοχαγός Πεζικού και εντάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό.

Για έναν νέο από την ιταλοκρατούμενη Δωδεκάνησο, η επιλογή αυτή είχε ιδιαίτερο συμβολισμό. Η γενέτειρά του δεν ανήκε στο ελληνικό κράτος, ενώ το αίτημα της ένωσης με την Ελλάδα παρέμενε ζωντανό ανάμεσα στους κατοίκους των νησιών.

Η τελευταία έφοδος στην Τσούκα

Η ιταλική εισβολή στις 28 Οκτωβρίου 1940 βρήκε τον Διάκο να υπηρετεί ως υπολοχαγός, διοικητής του 2ου Λόχου του 4ου Συντάγματος Πεζικού. Η μονάδα του συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Αποσπάσματος Πίνδου, υπό τον Κωνσταντίνο Δαβάκη, απέναντι στην προέλαση της ιταλικής μεραρχίας αλπινιστών «Τζούλια».

Οι πρώτες ημέρες του πολέμου ήταν εξαιρετικά δύσκολες για τις ελληνικές δυνάμεις. Το ορεινό έδαφος, οι αντίξοες συνθήκες και η πίεση των ιταλικών μονάδων διαμόρφωναν μια ιδιαίτερα απαιτητική κατάσταση στο μέτωπο.

Την 1η Νοεμβρίου 1940, ο λόχος του Διάκου έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την ανακατάληψη του υψώματος Τσούκα, στην περιοχή ανάμεσα στη Ζούζουλη Καστοριάς και τη Φούρκα Ιωαννίνων. Οι αντίπαλες δυνάμεις συγκρούστηκαν επανειλημμένα για τον έλεγχο του υψώματος.

Σύμφωνα με την ιστορική αναφορά του ταγματάρχη Ιωάννη Καραβία, την οποία παραθέτει ο Δήμος Χάλκης, ο Διάκος κατάφερε να ανασυντάξει τους στρατιώτες του, παρά τις απώλειες και τα συνεχή πυρά των ιταλικών πολυβόλων.

Ο νεαρός υπολοχαγός βρισκόταν όρθιος ανάμεσα στους άνδρες του, δίνοντας εντολές και προσπαθώντας να τους εμψυχώσει. Την ώρα που οδηγούσε νέα έφοδο εναντίον των ιταλικών θέσεων, μια ριπή πολυβόλου τον τραυμάτισε θανάσιμα.

Ήταν μόλις 29 ετών. Ο Αλέξανδρος Διάκος έγινε ο πρώτος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς που σκοτώθηκε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Είχαν ήδη προηγηθεί απώλειες στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, μεταξύ των οποίων ο υποσμηναγός Ευάγγελος Γιάνναρης, που σκοτώθηκε στις 30 Οκτωβρίου.

Η μάχη για την Τσούκα συνεχίστηκε μετά τον θάνατο του Διάκου. Οι ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν να ανακαταλάβουν το ύψωμα στις 2 Νοεμβρίου.

Τρεις τόποι κρατούν ζωντανή τη μνήμη του

Η ζωή του Αλέξανδρου Διάκου συνδέει τη Χάλκη, τη Ρόδο και την ορεινή Πίνδο. Στο νησί όπου γεννήθηκε, η προτομή του βρίσκεται στον παραλιακό χώρο, δίπλα σε εκείνη του Διογένη Φανουράκη. Στη Ρόδο, ο ανδριάντας του στο Μανδράκι, έργο του γλύπτη Κώστα Βαλσάμη, αποτελεί ένα από τα σημεία δημόσιας τιμής στον Δωδεκανήσιο αξιωματικό.

Στην περιοχή όπου έπεσε, οι ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης διατηρούν την ιστορία του συνδεδεμένη με τους ανθρώπους που ζουν σήμερα κοντά στο πεδίο της τελευταίας του μάχης.

Ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Τα νησιά πέρασαν στην ελληνική διοίκηση το 1947 και η επίσημη τελετή ενσωμάτωσης πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαρτίου 1948, σχεδόν οκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του.

Σήμερα, 86 χρόνια από τη μάχη της Τσούκας, η διαδρομή του Αλέξανδρου Διάκου εξακολουθεί να θυμίζει μια λιγότερο γνωστή πτυχή του πολέμου του 1940: την παρουσία στην πρώτη γραμμή ανθρώπων που προέρχονταν από ελληνικούς τόπους οι οποίοι δεν είχαν ακόμη ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος.

Και ίσως η πιο ανθρώπινη πλευρά αυτής της ιστορίας βρίσκεται στα λόγια του δημάρχου Χάλκης: ότι, ακόμη και σήμερα, οι κάτοικοι των ορεινών χωριών όπου πολέμησε εξακολουθούν να τον μνημονεύουν και να τον θεωρούν δικό τους παιδί.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ