ΚΑΙΡΟΣ

KPMG Global Family Business Report 2026: Παραμένουν αισιόδοξες οι οικογενειακές επιχειρήσεις

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις που θα ξεχωρίσουν έως το 2035 δεν θα είναι απαραίτητα οι μεγαλύτερες ή οι τεχνολογικά πιο προηγμένες

Έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της παγκόσμιας οικονομίας συνεχίζουν να αποτελούν οι οικογενειακές επιχειρήσεις διατηρώντας υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας, μακροπρόθεσμου προσανατολισμού και εμπιστοσύνης στις προοπτικές τους σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα «Global Family Business Report 2026» του παγκόσμιου οργανισμού παροχής επαγγελματικών υπηρεσιών KPMG.

Ωστόσο, η οικονομική αβεβαιότητα, οι τεχνολογικές εξελίξεις, η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των κινδύνων και η μετάβαση της ηγεσίας στις επόμενες γενιές διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο οι παραδοσιακοί τρόποι διοίκησης δεν επαρκούν.

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις που θα ξεχωρίσουν έως το 2035 δεν θα είναι απαραίτητα οι μεγαλύτερες ή οι τεχνολογικά πιο προηγμένες. Θα είναι εκείνες που θα καταφέρουν να συνδυάσουν τα διαχρονικά πλεονεκτήματα της οικογενειακής ιδιοκτησίας με την πειθαρχία και τις δομές που απαιτεί η εξέλιξη. 

Αυτό σημαίνει ισχυρή διακυβέρνηση, υπεύθυνη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και της κυβερνοασφάλειας, προσέλκυση και ανάπτυξη ταλέντου, συστηματικό σχεδιασμό διαδοχής και ενσωμάτωση των οικογενειακών αξιών σε μηχανισμούς που διασφαλίζουν τη συνέχεια της επιχείρησης πέρα από τη μία γενιά.

Αυτό είναι και το κεντρικό συμπέρασμα του «KPMG Global Family Business Report 2026» που συγκεντρώνει τις απόψεις 1.927 ηγετών οικογενειακών επιχειρήσεων που διοικούνται από τους ιδρυτές τους σε 41 χώρες, καταγράφοντας τις τάσεις που αναμένεται να καθορίσουν το μέλλον τους έως το 2035.

Τα βασικά ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν έναν κλάδο που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από στρατηγική αυτοπεποίθηση και ισχυρές αξίες, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο ουσιαστικού μετασχηματισμού. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο διακυβέρνησής τους, να ενισχύσουν τις ικανότητές τους στη διαχείριση ταλέντων και να αποκτήσουν πιο ώριμες δομές διαχείρισης κινδύνων, ώστε να διατηρήσουν τη βιώσιμη ανάπτυξή τους στο μέλλον.

Ο Νίκος Δημάκος, Partner, Head of Management Consulting, KPMG στην Ελλάδα, σχολίασε: «Βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης των οικογενειακών επιχειρήσεων, όπου η παραδοσιακή επιχειρηματική ευελιξία και οι ισχυρές αξίες πρέπει να συνδυαστούν με πιο ώριμες δομές διακυβέρνησης και σύγχρονες διοικητικές πρακτικές. Η επιτυχία της επόμενης δεκαετίας θα εξαρτηθεί από την ικανότητά τους να προσαρμόζονται στις τεχνολογικές εξελίξεις, να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους και να προετοιμάζουν την επόμενη γενιά ηγεσίας».

Παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις, τις οικονομικές πιέσεις και τις τεχνολογικές αλλαγές, οι οικογενειακές επιχειρήσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα αισιόδοξες για το μέλλον. Το 83% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι διαθέτει σαφή στρατηγική ανάπτυξης, ενώ το 79% αναφέρει υψηλό βαθμό ευθυγράμμισης της ηγετικής ομάδας γύρω από το όραμα και τους στόχους της επιχείρησης.

Την ίδια στιγμή, όμως, η αισιοδοξία συνοδεύεται από ρεαλισμό. Σχεδόν έξι στους δέκα ηγέτες (59%) εκτιμούν ότι η επίτευξη ανάπτυξης θα είναι δυσκολότερη κατά την επόμενη δεκαετία σε σχέση με το παρελθόν. Το εύρημα αυτό παραμένει σταθερό ανεξαρτήτως γεωγραφικής περιοχής, κλάδου δραστηριότητας ή μεγέθους επιχείρησης.

Κοινές αξίες, οικογενειακή φήμη και μακροπρόθεσμος επενδυτικός ορίζοντας εξακολουθούν να θεωρούνται οι σημαντικότεροι παράγοντες δημιουργίας αξίας και διαφοροποίησης των οικογενειακών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η έρευνα υπογραμμίζει ότι η διατήρηση αυτών των πλεονεκτημάτων απαιτεί πλέον πιο σύγχρονα μοντέλα διοίκησης και λήψης αποφάσεων.

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης είναι μία δομική αλλαγή που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στο παγκόσμιο οικογενειακό επιχειρηματικό οικοσύστημα: Οι συμμετέχοντες προβλέπουν ότι έως το 2035, το ποσοστό των επιχειρήσεων που αυτοπροσδιορίζονται ως «διοικούμενες από την οικογένεια» θα μειωθεί από το σημερινό 49% σε μόλις 12%. Τη θέση τους θα λάβουν μοντέλα στα οποία η οικογένεια παραμένει ιδιοκτήτης της επιχείρησης, συμμετέχει στη διακυβέρνηση αλλά η διοίκηση ασκείται ολοένα και περισσότερο από επαγγελματικά στελέχη και εποπτεύεται από οργανωμένα διοικητικά συμβούλια.

Η μετάβαση αυτή σηματοδοτεί μια ιστορική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των οικογενειακών επιχειρήσεων. Οι ιδιοκτήτες θα κληθούν να μεταβούν από τον ρόλο του καθημερινού ενεργού εκτελεστικού μέλους στον ρόλο του στρατηγικού μετόχου και μέλους διοικητικού συμβουλίου, αναπτύσσοντας νέες δεξιότητες εποπτείας, λογοδοσίας και εταιρικής διακυβέρνησης.

Η έκθεση αναδεικνύει την Τεχνητή Νοημοσύνη ως τον κυρίαρχο παράγοντα επιχειρηματικού μετασχηματισμού για τα επόμενα χρόνια. Το 64% των οικογενειακών επιχειρήσεων εφαρμόζει ήδη ενεργά λύσεις Τεχνητής Νοημοσύνης, αναζητώντας ευκαιρίες για βελτίωση της παραγωγικότητας, αυτοματοποίηση διαδικασιών και λήψη πιο αποτελεσματικών αποφάσεων.

Ωστόσο, η ταχύτητα υιοθέτησης της τεχνολογίας δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη ωρίμανση των μηχανισμών εποπτείας. Συγκεκριμένα, το 38% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι δεν διαθέτει ακόμη πλαίσιο διακυβέρνησης για την Τεχνητή Νοημοσύνη, γεγονός που μπορεί να αυξήσει την έκθεση σε λειτουργικούς, κανονιστικούς και κινδύνους φήμης.

Η έρευνα επισημαίνει ότι, καθώς η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) επεκτείνεται σε κρίσιμες λειτουργίες των οργανισμών, η δημιουργία σαφών πολιτικών, διαδικασιών ελέγχου και μηχανισμών λογοδοσίας καθίσταται απαραίτητη προϋπόθεση για τη βιώσιμη αξιοποίησή της.

Η προσέλκυση και διατήρηση ανθρώπινου δυναμικού με τις κατάλληλες δεξιότητες αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι οικογενειακές επιχειρήσεις.

Η έρευνα καταγράφει την προσέλκυση εξωτερικών στελεχών ως τη σημαντικότερη πρόκληση στον τομέα του ανθρώπινου δυναμικού, γεγονός που συνδέεται άμεσα με τη μετάβαση προς πιο επαγγελματικά μοντέλα διοίκησης. Καθώς όλο και περισσότερες επιχειρήσεις επιλέγουν να αναθέσουν ηγετικούς ρόλους σε επαγγελματίες εκτός οικογένειας, η ανάπτυξη μιας ελκυστικής πρότασης αξίας για εργαζομένους και στελέχη αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας.

Η Κατερίνα Πολυζώη, Senior Manager, Family Business, Advisory, KPMG στην Ελλάδα, πρόσθεσε: «Οι οικογενειακές επιχειρήσεις καλούνται να ισορροπήσουν μεταξύ της διατήρησης των αξιών που αποτελούν τη βάση της επιτυχίας τους και της ανάγκης προσαρμογής σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον. Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι όσες επενδύσουν έγκαιρα στη διακυβέρνηση, στη σαφή οριοθέτηση των ρόλων μετόχου, διοικητικού συμβουλίου και διοίκησης, στην προσέλκυση και ανάπτυξη ταλέντων, καθώς και στη συστηματική διαχείριση κινδύνων, θα είναι καλύτερα προετοιμασμένες για το μέλλον».

Παράλληλα, τα ευρήματα εντοπίζουν σημαντικές αδυναμίες στον τομέα της διαχείρισης κινδύνων. Μόλις το 33% των οικογενειακών επιχειρήσεων δηλώνει ότι διαθέτει ολοκληρωμένο πλαίσιο διαχείρισης επιχειρηματικών κινδύνων, ενώ λιγότερες από δύο στις δέκα θεωρούν ότι οι σχετικοί ρόλοι και οι αρμοδιότητες είναι απολύτως ξεκάθαροι μέσα στον οργανισμό.

Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με το ολοένα πιο σύνθετο περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν οι επιχειρήσεις, το οποίο χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικές εντάσεις, μεταβολές στο μακροοικονομικό περιβάλλον, κυβερνοαπειλές, τεχνολογικές ανατροπές και κανονιστικές αλλαγές.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι οργανισμοί που θα επιτύχουν τα επόμενα χρόνια θα είναι εκείνοι που θα περάσουν από την παθητική αντιμετώπιση των κινδύνων σε πιο συστηματικά και προληπτικά μοντέλα διαχείρισής τους.
 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ