Αγρότες σε όλο τον κόσμο βρίσκονται αντιμέτωποι με τη δεύτερη εκτίναξη των τιμών στα λιπάσματα μέσα σε τέσσερα χρόνια, εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν. Ωστόσο, με τις τιμές των σιτηρών να είναι πολύ χαμηλές για να απορροφήσουν τις επιπτώσεις από τη σοβαρότερη αυτή τη φορά κρίση εφοδιασμού, πολλοί επανεξετάζουν τον προγραμματισμό των καλλιεργειών τους, θέτοντας σε κίνδυνο την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων.
Η Μέση Ανατολή αποτελεί κορυφαίο κέντρο παραγωγής λιπασμάτων και μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων διέρχεται συνήθως από το Στενό του Ορμούζ, όπου η κυκλοφορία έχει σταματήσει λόγω της σύγκρουσης.
Οι προμήθειες ουρίας - ενός λιπάσματος με βάση το άζωτο- από τη μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής στον κόσμο στο Κατάρ έχουν διακοπεί, ενώ έχουν περιοριστεί και οι ροές θείου και αμμωνίας, που αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για μια σειρά λιπασμάτων.
Καθώς η επίλυση της σύγκρουσης δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, αναλυτές, έμποροι, παραγωγοί λιπασμάτων και γεωπόνοι ανατρέχουν στην προηγούμενη κρίση εφοδιασμού - την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022- ανησυχώντας ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα, σύμφωνα με το Reuters.
«Το 2022, μεγάλο μέρος των λιπασμάτων τελικά συνέχιζε να ρέει στην αγορά», δήλωσε ο Shawn Arita από το Κέντρο Πολιτικής Αγροτικού Κινδύνου του Πανεπιστημίου της Βόρειας Ντακότα.
«Αυτό που βλέπουμε τώρα είναι μια πολύ πιο απότομη κρίση εφοδιασμού».
Οικονομικό αδιέξοδο για τους αγρότες λόγω της εκτόξευσης των τιμών
Καθώς οι τιμές των λιπασμάτων έχουν εκτοξευθεί από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου, η ουρία παρουσιάζει τη μεγαλύτερη αύξηση, αντανακλώντας την απώλεια περίπου του ενός τρίτου του παγκόσμιου εμπορεύσιμου όγκου που συνήθως εξάγεται από τον Κόλπο.
Ορισμένοι καταφέρνουν να ανταποκριθούν στο κόστος. Η Ινδία, η μεγαλύτερη παραγωγός ρυζιού και δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός σιταριού στον κόσμο, δέσμευσε ποσότητες ρεκόρ ουρίας σε έναν μόνο εισαγωγικό διαγωνισμό, πληρώνοντας σχεδόν τα διπλάσια από όσα πλήρωνε μόλις πριν από δύο μήνες.
Ωστόσο, τέτοια επίπεδα τιμών είναι απρόσιτα για πολλούς, λένε οι αναλυτές. Το 2022, οι υψηλές παγκόσμιες τιμές των σιτηρών βοήθησαν τους αγρότες να αντισταθμίσουν την απότομη αύξηση του κόστους παραγωγής που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Όμως, οι άφθονες σοδειές σιτηρών και ελαιούχων σπόρων τα τελευταία χρόνια έχουν κρατήσει τις τιμές των καλλιεργειών σε χαμηλά επίπεδα.
Οι τιμές του σιταριού στο Σικάγο, για παράδειγμα, είναι περίπου οι μισές από ό,τι ήταν πριν από τέσσερα χρόνια. Οι τιμές της σόγιας ήταν σχεδόν 50% υψηλότερες από ό,τι είναι τώρα. Ως αποτέλεσμα, πολλοί καλλιεργητές σήμερα στερούνται των εσόδων που απαιτούνται για να απορροφήσουν τους διογκωμένους λογαριασμούς των λιπασμάτων.
Τα αζωτούχα λιπάσματα, όπως η ουρία, πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε καλλιεργητική περίοδο για πολλές καλλιέργειες και επηρεάζουν άμεσα τις ετήσιες αποδόσεις, καθώς και ποιοτικές παραμέτρους, όπως την περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη στο σιτάρι.
Οι αγρότες μπορούν να περικόψουν άλλα βασικά θρεπτικά συστατικά, όπως φώσφορο και κάλιο, χωρίς άμεσες απώλειες στην απόδοση.
Ακόμη και αυτή η επιλογή, ωστόσο, μπορεί να δοκιμαστεί εάν οι αγορές φωσφόρου υποστούν παρατεταμένη πίεση, καθώς οι κινεζικοί εξαγωγικοί περιορισμοί συμπίπτουν με τις διαταραχές που προκαλεί ο πόλεμος στις πρώτες ύλες θείου και αμμωνίας.
Τελικά, ορισμένοι καλλιεργητές μπορεί απλώς να «ρισκάρουν» και να μειώσουν τις ποσότητες λιπασμάτων, θέτοντας σε κίνδυνο τις αποδόσεις, δήλωσε ο Andy Jung του αμερικανικού ομίλου λιπασμάτων Mosaic.
Τουλάχιστον 2 εκατομμύρια μετρικοί τόνοι παραγωγής ουρίας - ποσότητα που ισοδυναμεί με περίπου το 3% του ετήσιου θαλάσσιου εμπορίου- έχουν χαθεί από την έναρξη της σύγκρουσης, σύμφωνα με τη Sarah Marlow του παρόχου δεδομένων εμπορευμάτων Argus, καθώς εργοστάσια έκλεισαν στη Μέση Ανατολή, καθώς και στην Ινδία, το Μπαγκλαντές και τη Ρωσία.
Στο μεταξύ, σχεδόν 1 εκατομμύριο τόνοι που έχουν ήδη φορτωθεί σε πλοία παραμένουν εγκλωβισμένοι στον Κόλπο.
Ακόμη και αν οι εχθροπραξίες τερματιστούν σύντομα και το Στενό του Ορμούζ ανοίξει ξανά, μόνο η αποσυμφόρηση της αναμονής θα διαρκέσει εβδομάδες, δήλωσε ο Mark Milam της εταιρείας πληροφοριών αγοράς εμπορευμάτων ICIS.
Και η διαθεσιμότητα λιπασμάτων θα παραμείνει πιθανότατα περιορισμένη για μήνες, λόγω των ζημιών στις εγκαταστάσεις παραγωγής του Κόλπου και του ανταγωνισμού για τις περιορισμένες εναλλακτικές προμήθειες.
«Θα χρειαστεί χρόνος για να επιστρέψουμε στην κανονικότητα», δήλωσε ο Stephen Nicholson, επικεφαλής του τμήματος δημητριακών και ελαιούχων σπόρων της Rabobank για τη Βόρεια Αμερική.
Σε κίνδυνο η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων
Πολλές γεωργικές εκμεταλλεύσεις διαθέτουν ακόμη αποθέματα λιπασμάτων, ενώ οι σοδειές-ρεκόρ του περασμένου έτους ενίσχυσαν τα παγκόσμια αποθέματα σιτηρών. Έτσι, ο άμεσος αντίκτυπος της τρέχουσας κρίσης στον παγκόσμιο εφοδιασμό τροφίμων ενδέχεται να είναι περιορισμένος.
Ωστόσο, γεωργικοί φορείς, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Συμβουλίου Σιτηρών, ήδη μειώνουν τις προβλέψεις τους για τις επόμενες σοδειές. Και ο ΟΗΕ, ο οποίος προσπαθεί να διαπραγματευτεί την πρόσβαση των πλοίων για τη μεταφορά λιπασμάτων μέσω του Κόλπου, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την επισιτιστική ασφάλεια στα αναπτυσσόμενα έθνη.
Το 2022, το υψηλό κόστος των λιπασμάτων συνέβαλε στην επιδείνωση της πείνας σε φτωχές, εξαρτώμενες από τις εισαγωγές χώρες, και οι αναλυτές λένε ότι περιοχές όπως η Ανατολική Αφρική είναι και πάλι ευάλωτες.
Η Αυστραλία μπορεί να προσφέρει μια πρώτη ένδειξη του αντικτύπου στην παραγωγή βασικών παγκόσμιων προϊόντων.
Στην πολιτεία της Δυτικής Αυστραλίας, μια βιομηχανική ένωση αναμένει τώρα ότι η έκταση σποράς σιταριού θα μειωθεί κατά 14%, καθώς οι καλλιεργητές απομακρύνονται από το σιτάρι που απαιτεί πολλά λιπάσματα και έχει χαμηλά περιθώρια κέρδους.
Οι αγρότες που εξακολουθούν να καλλιεργούν σιτάρι μπορεί απλώς να μειώσουν τα ποσοστά εφαρμογής λιπασμάτων.
«Αν δούμε μια πτώση στην εφαρμογή στην Αυστραλία και οι αναμενόμενες αποδόσεις αρχίσουν να μειώνονται, θα μπορούσε να είναι ένα δυσοίωνο σημάδι για το τι επιφυλάσσεται για όλους τους άλλους», δήλωσε ο Matthew Biggin, ανώτερος αναλυτής εμπορευμάτων στην BMI.
Στη Βραζιλία, τον μεγαλύτερο εξαγωγέα σόγιας στον κόσμο, οι αναλυτές αναμένουν επίσης ότι οι αγρότες θα χρησιμοποιήσουν λιγότερα λιπάσματα και ενδεχομένως θα στραφούν σε φθηνότερα, λιγότερο αποτελεσματικά προϊόντα, όπως το θειικό αμμώνιο.
Οι αποδόσεις για το φοινικέλαιο της Νοτιοανατολικής Ασίας - το βρώσιμο έλαιο με τη μεγαλύτερη παραγωγή στον κόσμο, που αντιμετωπίζει ήδη θέμα σε σχέση με τον εφοδιασμό - θα μπορούσαν επίσης να μειωθούν, ενώ ο Amit Guha, ένας ανεξάρτητος γεωπόνος με έδρα την Κουάλα Λουμπούρ, προειδοποίησε ότι οι ελλείψεις θρεπτικών συστατικών ενέχουν μακροπρόθεσμους κινδύνους για τα νεότερα δέντρα.
Στην Ευρώπη, οι αποφάσεις για την εαρινή σπορά μετατοπίζονται εις βάρος του καλαμποκιού, που απαιτεί πολλές εισροές, σε χώρες όπως η Γαλλία, ενώ η μειωμένη συμπληρωματική εφαρμογή αζώτου μπορεί να περιορίσει την περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη στη φετινή καλοκαιρινή σοδειά σιταριού, λένε οι αναλυτές.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, ωστόσο, θα εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής σποράς, όταν οι Ευρωπαίοι αγρότες που αντιμετωπίζουν έλλειψη ρευστότητας θα μπορούσαν να μειώσουν τη συνολική έκταση των σιτηρών.
«Γι' αυτό αρχίζουμε να ανησυχούμε λίγο για τη σοδειά του 2027», δήλωσε ο Benoit Fayaud της Expana.
Διαβάστε αναλυτικά τις τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εδώ
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.