Του Max Boot*
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ καταπατά τόσους θεσμικούς και πολιτικούς κανόνες, που συχνά περνά απαρατήρητο το πόσο ακραίες είναι ορισμένες από τις ενέργειές του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνήθειά του να προχωρά σε επίσημες δηλώσεις στήριξης υπέρ υποψηφίων σε εκλογικές αναμετρήσεις άλλων χωρών. Προηγούμενοι πρόεδροι έκαναν κατά καιρούς σαφείς τις προτιμήσεις τους, κάτι που συχνά μετάνιωναν στη συνέχεια: Ο Μπιλ Κλίντον είχε ταχθεί υπέρ του Μπόρις Γέλτσιν στις ρωσικές εκλογές του 1996, ενώ ο Μπαράκ Ομπάμα είχε ασκήσει κριτική στον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου ενόψει των εκλογών του 2015. Ωστόσο, σπάνια Αμερικανοί πρόεδροι είχαν εμπλακεί τόσο απροκάλυπτα και επιθετικά στην πολιτική ζωή ξένων χωρών όσο ο Τραμπ.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο Τραμπ εξέφρασε την «πλήρη και απόλυτη στήριξή» του τόσο στην πρωθυπουργό της Ιπαωνίας Σανάε Τακαΐτσι - την οποία χαρακτήρισε «ισχυρή και σοφή ηγέτιδα» - όσο και στον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν, τον οποίο αποκάλεσε επίσης «πραγματικά ισχυρό ηγέτη» (αν και, ίσως, όχι και τόσο… σοφό;). Αντίθετα, έχει ζητήσει από τους Ιρακινούς βουλευτές να μην επιλέξουν τον Νουρί αλ Μαλίκι - που θεωρείται ότι διατηρεί στενούς δεσμούς με το Ιράν - για τη θέση του πρωθυπουργού της χώρας.
Πέρυσι, ο Τραμπ στήριξε τον Νάσρι Ασφούρα στις προεδρικές εκλογές της Ονδούρας και τον Χαβιέρ Μιλέι στις εκλογές της Αργεντινής. Στη δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, ξεκαθάρισε ότι η Αργεντινή θα λάμβανε πακέτο διάσωσης ύψους 20 δισ. δολαρίων μόνο εφόσον κέρδιζε ο Μιλέι. Μεταξύ των ξένων ηγετών που έχουν κατά το παρελθόν λάβει την εκλογική «ευλογία» του Τραμπ συγκαταλέγονται ο Ζαΐχ Μπολσονάρου στη Βραζιλία, ο Μπόρις Τζόνσον στη Βρετανία, ο Κάρολ Ναβρότσκι στην Πολωνία και ο Τζουζέπε Κόντε στην Ιταλία.
Στις περιπτώσεις του Μπολσονάρου και Νετανιάχου, ο Τραμπ προχώρησε ακόμη περισσότερο, ασκώντας πιέσεις στις χώρες τους να σταματήσουν τις ποινικές διώξεις σε βάρος τους: Ο Μπολσονάρου καταδικάστηκε για υποκίνηση στρατιωτικού πραξικοπήματος, ενώ ο Νετανιάχου δικάζεται για υποθέσεις φερόμενης διαφθοράς. Σε μια ανεπιτυχή προσπάθεια να αναγκάσει τη δικαιοσύνη της Βραζιλίας να απελευθερώσει τον Μπολσονάρου, ο Τραμπ επέβαλε ακόμη και δασμούς 50% στη Βραζιλία.
Ο Τραμπ ενδέχεται να αντλεί ικανοποίηση από το γεγονός ότι πολλοί από τους ηγέτες που στήριξε τελικά κέρδισαν τις εκλογές (με εξαιρέσεις τον Μπολσονάρου και τον Κόντε). Ωστόσο, το κατά πόσο η δική του υποστήριξη συνέβαλε ουσιαστικά σε αυτές τις νίκες παραμένει συχνά αμφισβητήσιμο ζήτημα.
Ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημα σε όλη αυτή την κατάσταση; Πρώτον, αυτές οι παρεμβάσεις αντανακλούν τη δυσάρεστη τάση του Τραμπ να κάνει πιο προσωπικές τις σχέσεις με άλλα κράτη: Επιβραβεύει ηγέτες που συμπαθεί και τιμωρεί όσους δεν του είναι αρεστοί. Έχει μάλιστα καυχηθεί ότι πέρυσι αύξησε τους δασμούς στην Ελβετία, επειδή - αναφερόμενος στην τότε πρόεδρο της χώρας Κάριν Κέλερ-Σούτερ - «δεν μου άρεσε πραγματικά ο τρόπος που μας μιλούσε». Δύσκολα μπορεί αυτό να θεωρηθεί σοβαρός λόγος για να αυξηθεί το κόστος των ελβετικών προϊόντων για τους Αμερικανούς καταναλωτές. (Στη συνέχεια, πάντως, ο Τραμπ μείωσε τους δασμούς όταν ανέλαβε καθήκοντα νέος πρόεδρος στην Ελβετία).
Φυσικά, οι ηγέτες που προτιμά περισσότερο ο Τραμπ είναι εκείνοι που τον κολακεύουν και τον μιμούνται περισσότερο: Έχει αποκαλέσει τον Μπολσονάρου «Τροπικό Τραμπ» και τον Μπόρις Τζόνσον «Τραμπ της Βρετανίας».
Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Τραμπ συμπαθεί ορισμένους ηγέτες δεν σημαίνει πως η διακυβέρνησή τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Ο Όρμπαν, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς ένας αυταρχικός ηγέτης. Διατηρεί επίσης στενές σχέσεις τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Κίνα και τηρεί εχθρική στάση απέναντι στην Ουκρανία. Η ήττα του τον Απρίλιο θα ωφελούσε τη δυτική συμμαχία. Το πρόβλημα είναι ότι ο Τραμπ φαίνεται να προωθεί τη δική του προσωπική πολιτική ατζέντα και όχι την ατζέντα των ΗΠΑ, όπως αυτό γινόταν παραδοσιακά από προέδρους και των δύο κομμάτων της χώρας.
Ευθυγραμμίζοντας τις ΗΠΑ με συγκεκριμένους ηγέτες, ο Τραμπ διακινδυνεύει επίσης να καταστήσει εχθρό του την πολιτική αντιπολίτευση στις χώρες τους και έτσι να προκαλέσει αντίδραση εις βάρος του. Αυτό έχει ήδη συμβεί στον Καναδά. Πέρυσι, ο Τραμπ ουσιαστικά στήριξε τον ηγέτη του Συντηρητικού Κόμματος Πιερ Πουαλιέβρ με μια αλλόκοτη ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία άφηνε να εννοηθεί ότι ο Πουαλιέβρ (χωρίς να τον κατονομάζει) θα βοηθούσε τον Καναδά να γίνει η 51η πολιτεία των ΗΠΑ και, ως εκ τούτου, να αρθούν οι αμερικανικοί δασμοί. Έκπληκτος και ενοχλημένος, ο Πουαλιέβρ κάλεσε τον Τραμπ να «μείνει έξω από τις εκλογές μας», όμως η ζημιά είχε ήδη γίνει: Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων Μαρκ Κάρνεϊ επικράτησε με συντριπτική διαφορά.
Τώρα, ο Τραμπ φαίνεται να προκαλεί παρόμοια αντίδραση και στην Ευρώπη, όπου έχει καταστεί ιδιαίτερα αντιδημοφιλής λόγω των δασμών που επέβαλε, των «επιθέσεών» του κατά των ευρωπαϊκών κανονισμών για το διαδίκτυο και των μεταναστευτικών πολιτικών, της προσπάθειάς του να θέσει υπό αμερικανικό έλεγχο τη Γροιλανδία, αλλά και των προσβλητικών του σχολίων ότι οι Ευρωπαίοι στρατιώτες απέφευγαν τις μάχες στο Αφγανιστάν.
Δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα από το European Council on Foreign Relations έδειξε ότι μόλις το 16% των Ευρωπαίων θεωρεί πλέον τις ΗΠΑσύμμαχο. Στη Δανία, το 84% εκφράζει αρνητική άποψη για τις ΗΠΑ. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς αποδοκιμάστηκε στην τελετή έναρξης των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Μιλάνο, παρά το ότι η Ιταλία διαθέτει πρωθυπουργό φιλικά διακείμενο προς τον Τραμπ.
Αυτό αποτελεί πρόβλημα για τον Τραμπ, καθώς φαίνεται ότι ο Αμερικανός πρόεδρος και οι συνεργάτες του επιδιώκουν ενεργά να ενισχύσουν ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη. Όπως αποκάλυψαν πρώτα οι Financial Times, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ σχεδιάζει να χρηματοδοτήσει δεξιά «think tanks» και πολιτικές ομάδες στην Ευρώπη, με το πρόσχημα της προώθησης της «ελευθερίας του λόγου». (Πρόκειται, φυσικά, για μια ειρωνική αντίφαση, αν αναλογιστεί κανείς ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης υπό τον Τραμπ είχε επιχειρήσει να ασκήσει δίωξη κατά έξι μελών του Κογκρέσου για την άσκηση των δικαιωμάτων τους στην ελευθερία του λόγου).
Ασφαλώς, ορισμένοι ευρωπαϊκοί φορείς θα δεχτούν με χαρά τη χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ, όμως είναι απίθανο αυτό να ωφελήσει σημαντικά την ευρωπαϊκή ακροδεξιά, δεδομένου ότι θα συνδέεται με έναν Αμερικανό πρόεδρο που είναι τόσο ευρέως αμφιλεγόμενος. Δημοσκόπηση του Politico τον Δεκέμβριο έδειξε ότι στη Γαλλία και στη Γερμανία, μόλις το ένα τρίτο των υποστηρικτών δεξιών κομμάτων έχει θετική άποψη για τον Τραμπ.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ηγέτες της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς καταδίκασαν την απόπειρα του Τραμπ να θέσει υπό αμερικανικό έλεγχο τη Γροιλανδία και το ότι προσπάθησαν να κρατήσουν αποστάσεις από τον Αμερικανό πρόεδρο. Ο Τίνο Κρουπάλα από το ακροδεξιό κόμμα Alternative für Deutschland (AfD) στη Γερμανία, επέκρινε τις «μεθόδους Άγριας Δύσης» του Τραμπ. Ο Ζορντάν Μπαρντελά από το ακροδεξιό Εθνική Συσπείρωση στη Γαλλία δήλωσε ότι οι «απειλές κατά της κυριαρχίας ενός κράτους» από τον Τραμπ ήταν «απαράδεκτες». Παράλληλα, ο Νάιτζελ Φάρατζ από το Reform UK χαρακτήρισε τις απειλές περί δασμών του Τραμπ «μια πολύ εχθρική ενέργεια». Πρόκειται για ευρωπαίους πολιτικούς που θα περίμενε κανείς να είναι ιδιαίτερα φιλικοί προς τον Τραμπ, αλλά δεν θέλουν να εμφανίζονται ως μαριονέτες του Αμερικανού προέδρου.
Ένας πρόεδρος που προστατεύει με ζήλο την κυριαρχία των ΗΠΑ θα έπρεπε να επιδεικνύει μεγαλύτερο σεβασμό στην κυριαρχία άλλων χωρών. Ο Τραμπ πρέπει να σταματήσει να αντιμετωπίζει τις εκλογές στο εξωτερικό σαν να πρόκειται για προκριματικές εκλογές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, όπου μπορεί να υπαγορεύει το αποτέλεσμα. Αντ' αυτού, θα έπρεπε να λάβει υπόψη το διαχρονικό ρητό του Λόρδου Πάλμερστον: «Δεν έχουμε αιώνιους συμμάχους και δεν έχουμε αιώνιους εχθρούς. Τα συμφέροντά μας είναι αιώνια και διαρκή, και είναι καθήκον μας να τα ακολουθούμε».
*Ο Max Boot είναι αρθρογράφος της Washington Post και ανώτερος ερευνητής στο Council on Foreign Relations.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.