Γαλλία: Πολιτική κρίση χωρίς διαφαινόμενη διέξοδο

Στην πραγματικότητα, η Γαλλία βρίσκεται στο χείλος της αβύσσου για πολλά χρόνια. Ο τελευταίος ισοσκελισμένος προϋπολογισμός χρονολογείται από το 1974.

Γαλλία

Στην πραγματικότητα, η Γαλλία βρίσκεται στο χείλος της αβύσσου για πολλά χρόνια. Ο τελευταίος ισοσκελισμένος προϋπολογισμός χρονολογείται από το 1974.

Στην εποχή του Εμμανουέλ Μακρόν, το κράτος έχει συσσωρεύσει ένα τρισ. επιπλέον χρέος, φτάνοντας το ποσό ρεκόρ των 3,4 δισ., ή περίπου πενήντα χιλιάδες ευρώ για κάθε Γάλλο. Στην πράξη, μετά τον Ζισκάρ ντ' Εστέν, η Γαλλία έχει δαπανήσει περισσότερα από τους διαθέσιμους πόρους της, επιδεινώνοντας τις δημοσιονομικές της υποχρεώσεις.  

Αλλά αυτό που δίνει την αίσθηση του σοβαρού κινδύνου δεν είναι το ίδιο το χρέος.

Η Γαλλία εξακολουθεί να είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το βιομηχανικό σύστημα, οι υποδομές, οι υπηρεσίες, η καινοτομία και η έρευνα εξακολουθούν να αποτελούν μεγάλο δυναμικό αναγέννησης και ανάπτυξης της χώρας. Είναι, όμως, ο κρίσιμος και ταυτόχρονος συνδυασμός διαφορετικών παραγόντων, που κάνει τη Γαλλία να κινδυνεύει περισσότερο.

Πέρα από τον προϋπολογισμό

Ο πρώτος κύριος παράγοντας είναι η πολιτική κρίση χωρίς διέξοδο, που τροφοδοτείται από τη φιλονικία των κομμάτων και την αποσύνθεση ενός πλαισίου, που για δεκαετίες επέτρεπε τη διαλεκτική μεταξύ της μετριοπαθούς λαϊκής δεξιάς και της ρεφορμιστικής αριστεράς. Ένα σχεδόν ιδανικό δικομματικό σύστημα, που απέκλειε την αντισυστημική δύναμη, το Εθνικό Μέτωπο, την ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν.

Όλα αυτά έχουν τελειώσει, όμως, όπως και η προσπάθεια του Μακρόν (επιτυχής στην πρώτη του θητεία) να επανιδρύσει το σύστημα δημιουργώντας μια μεγάλη μεταρρυθμιστική δύναμη, η οποία αρχικά είχε συγκεντρώσει ευρεία συναίνεση, τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερά, και μείωσε δραματικά την απήχηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των  Γκωλικών στο εκλογικό σώμα.

Τώρα, ο πρόεδρος έχει μάλλον απομονωθεί και παρατηρεί τη συναίνεση να εξατμίζεται και το κίνημά του να υφίσταται μεγάλες απώλειες. Η απροσδόκητη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης και οι πρόωρες εκλογές του περασμένου έτους, παρήγαγαν ένα ακυβέρνητο κοινοβούλιο, στο οποίο η άκρα δεξιά και η άκρα αριστερά έχουν την πλειοψηφία των εδρών.

Ο δεύτερος παράγοντας κινδύνου προέρχεται άμεσα από τον πρώτο, καθώς η κρίση είναι επίσης θεσμική.

Η αδυναμία των κομμάτων, των ενδιάμεσων οργάνων, της Εθνικής Συνέλευσης, της Γερουσίας, φαίνονται να αποτελούν εμπόδιο στη διαβούλευση, τον διάλογο και τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες μεταρρύθμισης.

Ο Γάλλος πρόεδρος μπορεί ακόμα να εκπλήξει. Κανείς δεν περίμενε, ότι θα διόριζε νέο πρωθυπουργό τόσο γρήγορα. Αλλά είναι σοβαρό το ενδεχόμενο, η θητεία του Sébastien Lecornu να μην διαρκέσει, ενώ ο Μακρόν προσπαθεί να κατευνάσει τις εκκλήσεις, για παραίτηση και νέες εκλογές.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η οικονομία. Η Γαλλία παράγει λιγότερο, το ΑΕΠ δεν αυξάνεται, η απασχόληση βρίσκεται σε στασιμότητα. Στην πραγματικότητα, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ δεν είναι σε θέση να αντισταθμίσει την έκρηξη του χρέους. Ως αποτέλεσμα, η Γαλλία εμφανίζεται ως μια χώρα βαθιά κλεισμένη στον εαυτό της, δύσπιστη, απαισιόδοξη και θυμωμένη. Οι παροιμιώδεις βεβαιότητες – η πολιτική σταθερότητα, ο ρόλος του κράτους πρόνοιας και το βάρος στη διεθνή σκηνή – ξεθωριάζουν. Η πολιτική αστάθεια δεν μπορεί να βρει λύσεις για ένα σπάταλο κράτος, που δεν αμβλύνει τις ανισότητες. Κάθε φορά που μια κυβέρνηση προτείνει περικοπές δαπανών, πυροδοτούνται διασταυρούμενα βέτο και κοινωνικές διαμαρτυρίες. Αυτή η δυσαρέσκεια ωφελεί ιδιαίτερα τους εξτρεμιστές, τους λαϊκιστές της αριστεράς, αλλά περισσότερο την άκρα δεξιά.

Από την άλλη πλευρά, η αναγκαία κατανομή των θυσιών έρχεται σε σύγκρουση με αντικειμενικά δεδομένα, τα οποία τροφοδοτούν ωστόσο αντίθετες ερμηνείες μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και της κοινής γνώμης. Αναφέρεται, ότι το κράτος πρόνοιας αιμορραγεί από καταχρήσεις, σπατάλη, πληθώρα υπαλλήλων, έλλειψη ελέγχου για το πόσοι θα δικαιούνταν πραγματικά ένα σύνολο παροχών. Σημειώνεται, όμως, και ότι μια μειοψηφία των Γάλλων (η μεσαία τάξη) φέρει μεγάλο μέρος της φορολογικής επιβάρυνσης.

Οι πολύ πλούσιοι πολίτες και η συγκέντρωση μεγάλων περιουσιακών στοιχείων, τα τελευταία χρόνια έχουν πολλαπλασιαστεί δραματικά, χάρη στο χρηματιστήριο και την αγορά ακινήτων. Στην κορυφή της κοινωνικής κλίμακας, το 0,1% είδε τον πλούτο του να αυξάνεται εκθετικά. Μεταξύ 1996 και 2025, ο πλούτος των 500 κορυφαίων πλούσιων Γάλλων αυξήθηκε 14 φορές, σύμφωνα με το περιοδικό Challenge.

Μια μικρή θυσία δεν θα ήταν ενδεχομένως ούτε αφόρητη ούτε επαναστατική. Συζητείται πχ η εισαγωγή του αμφιλεγόμενου φόρου Zucman, ο οποίος έχει ήδη εγκριθεί από τη Συνέλευση και απορρίφθηκε από τη Γερουσία. Το μέτρο προβλέπει εισφορά της τάξης του 2% σε περιουσίες άνω των 100 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με αναλυτές, το κράτος θα ανακτούσε μεταξύ 10 και 25 δισ. ευρώ. Ένας πρόχειρος υπολογισμός, ο οποίος σε κάθε περίπτωση θα ελάφρυνε την περικοπή των κοινωνικών δαπανών, την οποία πρότεινε η κυβέρνηση Μπαϊρού και πιθανότατα θα προταθεί εκ νέου τις επόμενες εβδομάδες, σε μια ηπιότερη εκδοχή.

Ακόμη, σύμφωνα με μελέτες, φαίνεται ότι και οι εταιρείες απολαμβάνουν ένα μεγάλο ποσό μεταξύ φορολογικών ελαφρύνσεων και κινήτρων: ένα ποσό, περίπου 200 δισ. ετησίως, τετραπλάσιο πχ από τις δαπάνες για την εκπαίδευση. 

«Η προσπάθεια πρώτα και κύρια προς αυτούς οι οποίοι έχουν τα περισσότερα, είναι η βάση κάθε πιθανού συμβιβασμού», υποστηρίζει ένας από τους ηγέτες της μεταρρυθμιστικής αριστεράς ο Raphaël Glucksmann (Place publique). Ο φόρος – γράφει η Le Monde – θα μπορούσε να διορθώσει τις ιδιοκτησιακές ανισότητες, οι οποίες έχουν ενταθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα

Επιπλέον, ένα ακόμη βαθύτερο κοινωνικό ρήγμα παραμένει ανεξερεύνητο. Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των προαστίων – τα περίφημα προάστια που πυρπόλησαν το Παρίσι πριν από είκοσι χρόνια – παραμένουν περιθωριακά, ακόμη και στη διαμαρτυρία. Είναι ενδεχομένως, ένα είδος παραίτησης και αυτό-αποκλεισμού από το πολιτικό πεδίο. Ο Roland Cayrol, πολιτικός επιστήμονας, υποστηρίζει ότι οι Γάλλοι εκφράζουν μια «θλίψη», μια μορφή μελαγχολίας.

Ενώ τα πολιτικά αίτια και οι κοινωνικές διαδικασίες που προκάλεσαν την άνοδο της ακροδεξιάς αποτελούν αντικείμενο καθημερινής έρευνας, και είναι η αντανάκλαση μιας χώρας, που έχει έντονα επηρεασθεί από τον ξενοφοβικό εθνικιστικό λαϊκισμό, ο χώρος διαμαρτυρίας, που η αριστερά ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί παραμένει μάλλον ασαφής.

Τα αριστερά κόμματα, με προεξάρχοντα τον ριζοσπάστη Ζαν-Λυκ Μελανσόν, απάντησαν στον δεξιό λαϊκισμό με αριστερό λαϊκισμό, τροφοδοτώντας τη διαμαρτυρία των ελίτ, με τον ισχυρισμό, ότι το κράτος πρόνοιας πρέπει να χορηγεί επιδοτήσεις, ούτως ή άλλως.

Ωστόσο, υπάρχει η «αόρατη χώρα», κατά την έννοια, ότι δεν εμφανίζεται στις έρευνες, ή ακόμη και στους δρόμους. Αυτό ενισχύει την άποψη, για την αποτυχία ενός μοντέλου ολοκλήρωσης το οποίο έχει παράγει αποτελέσματα αντίθετα από τις προσδοκίες και το πολιτιστικό ιδανικό, που το εμπνέουν. 

Εάν η προσπάθεια του Λεκορνύ αποτύχει, ο Μακρόν θα μπορούσε να διαλύσει τη Συνέλευση για άλλη μια φορά. Αλλά πιθανότατα θα ανάμενε την επόμενη προθεσμία, πχ τις εαρινές τοπικές διοικητικές εκλογές, με προσεγγίσεις οι οποίες κάνουν τους Γάλλους να λένε, ότι η χώρα τους «ιταλοποιείται». Αλλά η Γαλλία παραμένει μια χώρα χωρίς κουλτούρα πολιτικών συμβιβασμών και κυβερνήσεων συνασπισμού, όπως αυτή που υπάρχει πχ στην Ιταλία ή τη Γερμανία.

Ενδεχομένως, το γαλλικό θεσμικό σύστημα, αποδεικνύεται λιγότερο ευέλικτο και λιγότερο ανθεκτικό από το ιταλικό κοινοβουλευτικό μοντέλο, που συχνά επικρίνεται, αλλά στον τρέχοντα χρόνο φαίνεται περισσότερο αποτελεσματικό στη διαχείριση βαθιών κρίσεων. Βέβαια, οι προσωπικότητες των ηγετών παίζουν και αυτές ένα σημαντικότατο ρόλο.

* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής

 
17 0 Bookmark