Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Νίκος Καζαντζάκης: Ο άνθρωπος που πάλεψε με τον Θεό και τον εαυτό του...

Δεν είναι από εκείνους τους συγγραφείς που τους τιμάς μια φορά τον χρόνο και μετά τους ξεχνάς. Αν τον διαβάσεις σήμερα, δεν θα σου χαρίσει παρηγοριά

Νίκος Καζαντζάκης

Της Μαρίνας Ζιώζιου 

Κάθε 18 Φλεβάρη, όσο κι αν ο χειμώνας επιμένει, η σκέψη πάει προς τα νότια. Προς το Ηράκλειο, προς το «Μεγάλο Κάστρο», προς έναν τόπο που έμαθε να ζει με τη σκόνη της Ιστορίας στα ρούχα και με τη θάλασσα στο βλέμμα. Εκεί, στις 18 Φεβρουαρίου 1883, γεννιέται ο Νίκος Καζαντζάκης -κι από τότε μοιάζει να μας τραβάει από το μανίκι, άλλοτε τρυφερά κι άλλοτε απότομα, για να μας θυμίσει ότι η ζωή δεν είναι «να περνάμε», είναι να παλεύουμε να σταθούμε όρθιοι.

Δεν είναι από εκείνους τους συγγραφείς που τους τιμάς μια φορά τον χρόνο και μετά τους ξεχνάς. Αν τον διαβάσεις σήμερα, δεν θα σου χαρίσει παρηγοριά. Θα σου δώσει κάτι πιο δύσκολο: μια προσταγή. Και, μαζί της, μια υπόσχεση ότι η ελευθερία δεν είναι δώρο, είναι κατάκτηση.

«Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος»
-Ασκητική

Φωτογραφία του Νίκου Καζαντζάκη

Φωτογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, φοιτητής στο Παρίσι (Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη)

Η φράση που είναι χαραγμένη στον τάφο του δεν έγινε διάσημη επειδή είναι ωραία. Έγινε επειδή είναι αδυσώπητη. «Δεν ελπίζω», «δεν φοβούμαι»: δύο ρήματα που ξεγυμνώνουν τον άνθρωπο από τις πιο συνηθισμένες «πατερίτσες» του. Ελπίδα και φόβος είναι τα δύο σχοινιά που μας τραβούν μπρος-πίσω. Ο Καζαντζάκης δεν τα κόβει για να πέσει στο κενό. Τα κόβει για να περπατήσει χωρίς δεκανίκια. Ο Καζαντζάκης δεν μας χαϊδεύει. Μας ρωτάει αν αντέχουμε να μείνουμε μόνοι με την ευθύνη μας. «Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες», γράφει. «Αντέχεις;». 

Νίκος Καζαντζάκης

Ο συγγραφέας που δεν χωρούσε σε ταμπέλες 

Τον αποκαλούν «συγγραφέα», αλλά το επάγγελμά του ήταν κάτι πιο επικίνδυνο: να μην βολεύεται. Ταξίδεψε, είδε, μπλέχτηκε σε ιδέες, ενθουσιάστηκε, απογοητεύτηκε, ξανάπιασε από την αρχή. Κι όταν γύριζε, δεν έφερνε «εντυπώσεις» σαν καρτ-ποστάλ. Έφερνε ερωτήματα. Αυτό ήταν το πρόβλημά του και, ταυτόχρονα, η δύναμή του: δεν έδινε στους άλλους μια βολική εικόνα για να τον κατατάξουν.

Γι’ αυτό και τον πολέμησαν. Άλλοι για τη γραφή του, άλλοι για τη σκέψη του, άλλοι επειδή δεν άντεχαν την ελευθερία του. Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι που τον κρατά ζωντανό: δεν έγραψε για να αρέσει, αλλά έγραψε για να αφυπνίσει.

Νίκος Καζαντζάκης

Παρότι σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι, πολύ νωρίς παραδόθηκε ολοκληρωτικά στη φιλοσοφία και στη λογοτεχνία. Ανήσυχο και δημιουργικό πνεύμα, ακούραστος ταξιδευτής και βαθύς γνώστης ξένων γλωσσών, άφησε έργο πολυσχιδές και βαθιά προσωπικό. Στη φιλοσοφία ξεχωρίζει η «Ασκητική», πυρήνας της μεταφυσικής του αγωνίας, ενώ στην ποίηση δεσπόζει η «Οδύσσεια», το πιο φιλόδοξο έργο του. Προτάθηκε εννέα φορές για βραβείο Νόμπελ και τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης. Στο ελληνικό κοινό γίνεται ιδιαίτερα γνωστός για τα επτά μυθιστορήματα, που γράφει τις δεκαετίες ‘40 και ‘50, μεσόκοπος πια, στα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας.

«Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (1946) είναι το πρώτο του και μυθοποιεί ένα πραγματικό πρόσωπο, έναν λαϊκό πρωτόγονο τύπο από τη Μακεδονία, με τον οποίο συνεργάστηκε το 1916 σε μία επιχείρηση μεταλλείων στη Μάνη. Τόσο ο «Ζορμπάς» όσο και τα επόμενα έργα του μεταφράζονται σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες (τις περισσότερες φορές εκδίδονται πρώτα σε ξένη γλώσσα κι ύστερα στην ελληνική), σχολιάζονται ευρύτατα, μεταφέρονται στο θέατρο ή στην τηλεόραση. Ως αρτιότερα -μετά τον Ζορμπά- αξιολογούνται «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1948) και ο «Καπετάν Μιχάλης» (1950). Το 1952 εκδίδεται πρώτα στη Νορβηγία και τη Σουηδία «Ο τελευταίος πειρασμός», κείμενο που θα πυροδοτήσει τις λάβρες αντιδράσεις της Εκκλησίας.
 

Ν. Καζαντζάκης - Α. Σικελιανός

Ν. Καζαντζάκης - Α. Σικελιανός

Στην «Ασκητική» ο Καζαντζάκης γράφει σαν να σε κοιτάει στα μάτια. Ξεκινά από ένα «εγώ» που δεν είναι εγωισμός, αλλά ανάληψη ευθύνης. Ένα «εγώ» που δεν κρύβεται πίσω από «οι άλλοι», «το σύστημα», «η εποχή». Είναι η ευθύνη ως καθημερινή πράξη: στον τρόπο που δουλεύεις, που αγαπάς, που μιλάς, που σωπαίνεις. Σου θυμίζει πως δεν είσαι μόνος, πως πίσω σου στέκονται γενιές, μπροστά σου γενιές κι ότι κάθε σου επιλογή ανοίγει -ή κλείνει- δρόμους. 

Νίκος Καζαντζάκης

Και κάπου εδώ, ο Καζαντζάκης συναντά την πιο σύγχρονη αγωνία: τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος όταν όλα μοιάζουν προσωρινά; Όταν η κούραση γίνεται συνήθεια και το «θα δούμε» αντικαθιστά το «θα κάνω»; Εκείνος σου λέει να σηκώσεις κεφάλι, όχι για να νικήσεις τους άλλους, αλλά για να μην προδώσεις τον εαυτό σου. «Ν’ αγαπάς την ευθύνη», γράφει και σε άλλο σημείο σημειώνει: «Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω…». 

Στα κείμενά του το «πέρα από το μέτρο» δεν είναι διαφημιστικό τρικ. Και μετά έρχεται εκείνη η άλλη, η καθαρή διαπίστωση για τη μικρή μας διάρκεια. Όχι για να μας τρομάξει, αλλά για να μας ξυπνήσει. Σαν να σου λέει: μην χάνεις χρόνο σε δευτερεύοντα. Μην διαπραγματεύεσαι την ψυχή σου για λίγη ησυχία. «Φτάσε όπου δεν μπορείς!», γράφει στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο»

Νίκος Καζαντζάκης

Αν η «Ασκητική» είναι η σκληρή του ραχοκοκαλιά, ο «Ζορμπάς» («Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά») είναι το αίμα που κυκλοφορεί. Εκεί ο Καζαντζάκης δεν κηρύττει, αλλά ακούει. Αφήνει έναν άνθρωπο της πράξης να πετάει φράσεις σαν πέτρες, να γελάει, να θυμώνει, να χορεύει εκεί που ο άλλος «σκέφτεται». Ο «Ζορμπάς» μπαίνει σαν νοτιάς και τα κάνει όλα άνω-κάτω. Γιατί δείχνει κάτι απλό: η ζωή δεν ζητά μόνο εξηγήσεις, ζητά συμμετοχή. Ζητά σώμα. Ζητά να λερωθείς, να γελάσεις δυνατά, να πενθήσεις χωρίς να ντρέπεσαι. Εκεί, ο συγγραφέας πιάνει κάτι που δεν μεταφράζεται εύκολα: την Ελλάδα ως αίσθηση, όχι ως «έννοια». 

Νίκος Καζαντζάκης

Η μεγάλη του παρακαταθήκη δεν είναι να τον επαινούμε. Ο Καζαντζάκης δεν ήθελε οπαδούς. Ήθελε συνοδοιπόρους. Ανθρώπους που, έστω για λίγο, θα τολμήσουν να σηκώσουν τον πήχη της ζωής τους. Στο τέλος, μένει μια ερώτηση που επιστρέφει κάθε φορά που τον θυμόμαστε: Tι κάνουμε με τον χρόνο που μας δόθηκε; Τον ξοδεύουμε για να είμαστε «εντάξει» ή για να είμαστε ζωντανοί;  

Δεν «θα καταφέρει» να αφήσει την τελευταία του πνοή στην Κρήτη του. Θα φύγει στην πανεπιστημιακή κλινική του γερμανικού Freiburg. Το σώμα του, όμως, θα μεταφερθεί στο Ηράκλειο, όπου κατά την επιθυμία του θα αναπαυτεί για να ξοφλήσει το ιερό χρέος... να μεταγγίσει το αίμα του στην κρητική γη.

Πηγή: skai.gr
65 0 Bookmark