Αποκριά του 1834, ο Φαναριώτης λόγιος Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής εμφανίζεται στην οικία τού Ρώσου πρέσβη Γαβριήλ Κατακάζη στην Πλάκα, ντυμένος φτερωτός Ζέφυρος, έχοντας προηγουμένως ενημερωθεί από την οικοδέσποινα, Σοφία, ότι το αποκριάτικο πάρτι στο οποίο τον καλεί θα είναι θεματικό και ότι οι καλεσμένοι θα πρέπει να φέρουν αμφίεση εμπνευσμένη από την αρχαία Ελλάδα.
Καταφθάνει, λοιπόν, στην πρεσβευτική κατοικία ο σπουδαίος Ραγκαβής, ο οποίος αυτήν την εποχή εκτελεί και χρέη συμβούλου του υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Εκπαιδεύσεως, συνοδευόμενος από τις δύο αδελφές του, που έχουν ντυθεί αλκυονίδα Ανθώ η μία και Αγλαΐα (εκ των τριών Χαρίτων) η άλλη. Η δική του αμφίεση; Την περιγράφει με σπαρταριστό τρόπο στα απομνημονεύματά του: «Επί τέλους ενέδωκα και ενεδύθην βραχύν χιτώνα, αιθερίως διαφανή, και λευκά μεταξωτά πέδιλα αρχαϊκώς περιδεδεμένα και εις τα νώτα ποικιλόχροα πτερά εκ σύρματος και λεπτοφυούς υφάσματος χρωματισμένου, υπό του γαμβρού μου φιλοτεχνηθέντα· και ούτως προσείλκυσα εις τον χορόν πάντων την προσοχήν...».
Είναι αλήθεια ότι τα λικνιζόμενα πούπουλα δεν πολυταιριάζουν σε λόγιο αξιωματούχο της κυβέρνησης. Ο Ραγκαβής έχει τραβήξει επάνω του όλα τα βλέμματα της αίθουσας -και του Όθωνα συμπεριλαμβανομένου- κι έτσι αποφασίζει να ξεμοναχιάσει τον σύμβουλο του βασιλιά, Σκαρλάτο Σούτσο, και τον παρακαλέσει να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση. «Να μου κόψεις τα πτερά και να ησυχάσουμε κι εγώ κι οι καλεσμένοι» του λέει κι έτσι γίνεται. Όταν ο Όθων διαπιστώσει ότι τα φτερά του Ζέφυρου είναι πλέον παρελθόν, ο Ραγκαβής θα του δικαιολογηθεί: «Δια του υπασπιστηρίου, Μεγαλειότατε, τα κατέθεσα εις την διάθεσιν της Υμετέρας Μεγαλειότητος!»
Το ότι ο Ραγκαβής βρέθηκε σε πλείστες όσες αντίστοιχες εκδηλώσεις της Αποκριάς είναι βέβαιο και καταγεγραμμένο. Εκείνο που αγνοεί η Ιστορία είναι αν αποτόλμησε να επαναλάβει παρόμοιο ατόπημα, αλλά μάλλον όχι.
Η γκαμήλα του Βγέλα και τα όσπρια στα παράθυρα των κοριτσιών
Γενικά, πάντως, στην άρτι απελευθερωθείσα Αθήνα οι Αποκριές δεν περνούν αθόρυβα στα αριστοκρατικά σαλόνια, αλλά ούτε και στα απλά αστικά σπίτια. Και καθώς η αρχαιολατρία αυτήν την περίοδο είναι εμφανής, οι αποκριάτικες φορεσιές παραπέμπουν συνήθως στους κλασικούς και τους ελληνιστικούς χρόνους.
Οι ξένοι περιηγητές της Ελλάδας αφιερώνουν πάντα μία μικρή ή μεγάλη αναφορά στον εδώ εορτασμό του Τριωδίου. Τη δεκαετία του 1860 ο Γάλλος ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος Εντμόντ Αμπού παρατηρεί πως «το καρναβάλι στην Αθήνα γιορτάζεται όπως σε κάθε μικρή πόλη στον κόσμο. Οι μασκοφόροι που κυκλοφορούν στην πόλη είναι άσχημοι και βρόμικοι. Προτιμούν μεταμφιέσεις από την αρχαιότητα με περικεφαλαίες από χαρτόνι και ασπίδες από χαρτί ταπετσαρίας· οι δρόμοι γεμίζουν με ήρωες του Ομήρου...».
Ο ιστορικός Δημήτρης Γατόπουλος, συνεργάτης αυτήν την εποχή της εφημερίδας «Βραδυνή», εξηγεί ότι το έθιμο της Αποκριάς, που τηρείτο και τα χρόνια της τουρκοκρατίας, μετά την απελευθέρωση αναμειγνύεται με ευρωπαϊκά στοιχεία. Το δεύτερο μισό του 19ου αι. ο εορτασμός εντοπίζεται κυρίως στα σπίτια και στα σοκάκια γύρω από την Ακρόπολη, όπου, άλλωστε, είναι συγκεντρωμένος στην πλειονότητά του ο αθηναϊκός πληθυσμός. Τα αγόρια, μασκαρεμένα, περιδιαβάζουν τους δρόμους και πετούν φασόλια, ρύζι, καλαμπόκι και κουκιά στα παράθυρα και τα μπαλκονάκια των σπιτιών, απ' όπου συνήθως κάνουν χάζι τα κορίτσια. Ο χαρτοπόλεμος (κομφετί), που αποτελεί ιταλικό έθιμο, αλλά και η σερπαντίνα, που εφευρέθηκε στη Γερμανία, θα μπουν αργότερα στον ελληνικό εορτασμό. Εδώ για την ώρα γιορτάζουμε με «ιπτάμενα» φαγώσιμα από τους νεαρούς στα παράθυρα των κοριτσιών και με ζαχαρωτά γεμισμένα με πιπέρι, που πετούν στα παιδιά οι μασκαράδες όλων των ηλικιών τις Κυριακές του Τριωδίου.
Στο βιβλίο του «Αι Αθήναι του 1850» ο Μπάμπης Άννινος αναφέρει ότι σε αντίθεση με τους οίκους της φαναριώτικης αριστοκρατίας, όπου μεταμφιεσμένοι προσκεκλημένοι (κατά κανόνα ξένοι αξιωματούχοι) λικνίζονται στους ρυθμούς κάποιου ευρωπαϊκού μουσικού συνόλου ή συνομιλούν γαλλιστί, στα αρχοντικά των ντόπιων Αθηναίων η Αποκριά γιορτάζεται κατά την «ευλαβή τήρηση των πατρίων εθίμων» με τους συνδαιτημόνες να περνούν τις ώρες τους σε μία «μετριόφρονα βεγγέρα», παίζοντας αθώα ομαδικά παιχνίδια.
Στους δρόμους της πόλης έχουν την τιμητική τους τα ρόπαλα (από αληθινό ελαφρύ ξύλο, σκαλισμένο με φροντίδα από τους καρναβαλιστές) και το γαϊτανάκι κι από κοντά η αντιαισθητική γκαμήλα, «το αίσχος του πολιτισμού» όπως την αποκαλούν πολλοί, που περιφέρεται κυρίως στα στενά της Πλάκας τραβώντας ρούχα, αρπάζοντας καπέλα, σπρώχνοντας και ενίοτε δαγκώνοντας... Πρόκειται για έμπνευση ενός Πετραλωνίτη, του Βαγγέλα. Την έστησε σε κάποια μάντρα της γειτονιάς του από σανίδες, κουρέλια, μία προβιά προβάτου και μία μασέλα αλόγου. Μπαίνουν κάτω από το δημιούργημα του Βαγγέλα τα φιλαράκια του και το ζωντανεύουν τις μέρες της Αποκριάς, προκαλώντας φόβο, γέλια, αλλά και θυμό. Όταν ο εμπνευστής της γκαμήλας αποβιώσει, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Τίμος Μωραϊτίνης θα σκαρώσει το ποίημα, που θα κρατήσει στη συλλογική μνήμη και τον εκλιπόντα και το «ζωντανό» του: «Κι ο Βαγγελάρας πέθανε! Κι οι φίλοι του τον κλάψανε μ΄ αληθινό τους δάκρυ. Μουτζούρη τον επήγανε, μουτζούρη τον εθάψανε κι εγράψανε στην άκρη: Εδώ κοιμάται ήσυχα ένας μεγάλος φουκαράς, που η δουλειά του ήτανε να είναι μασκαράς μία φορά τον χρόνο. Μόνο!».
Κι αν η γκαμήλα απεβίωσε μετά του κύρη της, μένουν τα ταράματα και τα ξόανα να γιορτάζουν την αποκριά, όπως καταμαρτυρεί ο ιστορικός Δ. Καμπούρογλου(ς). Βγαίνει κάποιος μεταμφιεσμένος σε ζώο και «ταράζει» τις γειτονιές τρέχοντας σαν δαιμονισμένος στα σοκάκια, προκαλώντας τις κραυγές των θεατών του και τους ήχους από τα κρόταλα που κρατούν. Βακχικά κατάλοιπα, φυσικά, όπου άλλωστε τοποθετείται και η ρίζα της Αποκριάς. Κι είναι και τα ξόανα, κάτι ξύλινα ανδρείκελα που κατασκευάζουν στο πλάτωμα του Ψυρρή κι αυτά «παρελαύνουν» στους δρόμους «για το καλό», που λένε. Λειτουργούν περίπου σαν λιβανιστήρια, που διώχνουν τα κακά πνεύματα.
«Να οργανωθούμε, παιδιά»
Ύστερα από μία μακρά περίοδο οθωμανικής κατοχής, τα χρόνια προσαρμογής είναι δύσκολα. Η χώρα προσπαθεί να βρει τα ελεύθερα πια πατήματά της και Αθήνα παλεύει να συγκροτηθεί σε πρωτεύουσα. Ένας οικοδομικός οργασμός διευρύνει με ταχείς ρυθμούς τα όρια της πόλης. Οι πολίτες αντιμετωπίζουν αντικειμενικές δυσκολίες, με βασικότερη τη στέγαση, αλλά οι Αποκριές αποτελούν μία μοναδική ευκαιρία να ξεχάσουν για λίγο τα προβλήματά τους. Τις Κυριακές του Τριωδίου ξεχύνονται στους σκαμμένους δρόμους, ντυμένοι μασκαράδες κατά τις επιταγές της κάθε εποχής.
Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το ενδιαφέρον επικεντρώνει η πολιτική σκηνή. Η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση μετάβασης προς τον κοινοβουλευτισμό. Η συνταγματική μοναρχία του Όθωνα έχει οδηγήσει σε σχηματισμό 16 διαφορετικών κυβερνήσεων και το Σύνταγμα που κατακτήθηκε το 1843 με την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου μετατράπηκε σε «παίγνιο των υπουργών», βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την περίφημη «λαϊκή κυριαρχία». Κι είναι κι αυτό το ευρωπαϊκό άρωμα των αριστοκρατών της βασιλικής Αυλής που έχει ανακατευτεί με τη βαριά μυρωδιά, που άφησαν στο φευγιό τους οι Οθωμανοί...
Η συνείδηση των πολιτών, η διαμορφωμένη στους αιώνες της τουρκοκρατίας, δεν είναι εύκολο να αποδεσμευτεί από τις συνθήκες του παρελθόντος. Οι ενδυματολογικές επιλογές της περιόδους της Αποκριάς προδίδουν τη σύγχυση. Οι Αθηναίοι βγαίνουν στους δρόμους ντυμένοι ευτραφείς πασάδες και χανούμισσες, περήφανοι φουστανελοφόροι ήρωες της επανάστασης, αλλά και κομψευόμενοι κύριοι με ρεντικότα και μονόκλ και κυρίες με κρινολίνα. Η βαρύτερη πολιτική σάτιρα είναι η παρωδία των διπλωματικών διακοινώσεων με τις οποίες βομβαρδίζουν τις κυβερνήσεις οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων: Ένα τσούρμο μεταμφιεσμένων κουρελήδων με τα στήθη γεμάτα χάρτινα και τενεκεδένια παράσημα βγαίνει θορυβωδώς στους δρόμους. Υποκρίνονται στην σκηνή (σσ: την καρότσα του κάρου που τους μεταφέρει) τους σοβαρούς εντολοδότες με μπάσα φωνή και υψωμένα χέρια. Η παράταξη των έφιππων χωροφυλάκων εκατέρωθεν της αυτοσχέδιας παρέλασης των καρναβαλιστών, μία από τις χρονιές της γιορτής, θα προκαλέσει τα αιχμηρά σχόλια του αντιπολιτευόμενου Τύπου, που θα σπεύσει να εντάξει τα όργανα της τάξεως στην παράσταση του καρνάβαλου. Οι έφιπποι χωροφύλακες δεν θα ξαναβγούν... Είναι σαφές ότι λείπει η οργάνωση.
Το 1887, στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων φιλοξενείται μία ιστορική προκήρυξη:
«Το ΚΟΜΙΤΑΤΟΝ επί των μεταμφιέσεων των Απόκρεω, το συσταθέν προς κανονισμόν και αναζωπύρησιν των εορτών των Απόκρεω προκηρύττει δια την προσεχήν Κυριακήν, 15 Φεβρουαρίου, διαγωνισμόν μεταμφιέσεων και διακοσμήσεως εξωστών...». Το κομιτάτο είναι μία επιτροπή, που έχει δημιουργηθεί για να δώσει ευρωπαϊκό χρώμα στη γιορτή της Αποκριάς και να θέσει όρια στη χονδροειδή σάτιρα και τη χυδαία διακωμώδηση. Τέτοιες πρωτοβουλίες αναπτύσσονται σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας. Στην Αθήνα, πάντως, τον Ιανουάριο του 1887 συγκεντρώνονται στο δημαρχείο λόγιοι, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, εκπρόσωποι σωματίων κ.ά., προκειμένου να προχωρήσουν στην ίδρυση αυτού του οργάνου, που θα βάλει σε τάξη τις εορταστικές εκδηλώσεις όχι μόνον θέτοντας όρους, αλλά και οργανώνοντας διαγωνισμούς με βραβεία και χρηματικό έπαθλο, για την καλύτερη αμφίεση και για τον καλύτερο αποκριάτικο στολισμό μπαλκονιού.
Η επιτροπή, που θα ανανεώνεται κάθε χρόνο, θα αποφασίζει για την οργάνωση της κίνησης των καρναβαλιστών και των παρελάσεων, θα καταγράφει τους στολισμούς στους εξώστες της πόλης και θα συνέρχεται κάθε προτελευταία Κυριακή της Αποκριάς σε αίθουσα του ξενοδοχείου «Λουξεμβούργο», απ' όπου θα περνούν όλοι, μασκαράδες και μασκαράτες, για να κριθούν.
«Η πόλις εκοιμήθη το βράδυ ήσυχος, αμέριμνος, αθόρυβος, βουτηγμένη εις την σκόνη όπως πάντοτε, αρκουμένη εις έναν δύο δημοσίους χορούς, εις πέντε εξ τετριμμένα ντόμινα, εις εικοσάδα σπιθαμιαίων Μακεδόνων με κράνος από χαρτόνι κι εξύπνησε μεταμορφωμένη ως δια μαγείας. Εφαίνετο κάτι σαν Νίκαια, σαν Βενετία, σαν Παρίσι, σαν Ρώμη» θα γράψει, μετά τον πρώτο διαγωνισμό καλύτερου αποκριάτικου εξώστη, ο ιστορικός Α. Φούφας στο περιοδικό «Θεατής».
Τον επόμενο χρόνο κάνει το ντεμπούτο της στην Αθήνα η «βασίλισσα της Αποκριάς». Φορτωμένη σε ένα καταστόλιστο άρμα μπαίνει στην πόλη και ξεσηκώνει τους συγκεντρωμένους καρναβαλιστές που ανοίγουν μαζί της διάλογο! Καλωσορίζοντάς την ο Σουρής σκαρώνει:
«... Εμπρός! Να παίξει ο καθείς του μασκαρά τον ρόλον κι εδώ το κέντρον να γενή των μασκαράδων όλων. Να γίνεται συνάθροισις, βοή και φασαρία, να έρχονται από παντού και από την Καισαρεία. Και με το Κομιτάτον σου το Παναχαϊκόν να λύσωμεν το ζήτημα το ανατολικόν!»
Και η βασίλισσα του απαντά: «... Εις ταύτην της Ανατολής την ένδοξον γωνίαν τα πάντα θα συντελεσθούν με τάξιν και αρμονίαν... Και τώρα των Απόκρεω την έναρξιν κηρύττω και ανακράζω μεθ΄ υμών “το καρναβάλι ζήτω”!».
Βασιλιάς Καρνάβαλος: Δεν τον ήθελαν οι Κυριακές, βγήκε την Τσικνοπέμπτη
Μία δεκαετία μετά, γεννιέται το ταίρι της βασίλισσας, ο βασιλιάς καρνάβαλος. Μόνο που αυτή η εμφάνιση είναι επεισοδιακή! Δεν γίνεται την Κυριακή που ανοίγει το Τριώδιο, αλλά Πέμπτη! Η έναρξη της αποκριάτικης περιόδου αυτήν τη χρονιά, το 1899, «πέφτει» 7 Φεβρουαρίου, ημέρα εκλογών! Η πρώτη εμφάνιση του καρνάβαλου αναβάλλεται για την επόμενη Κυριακή, αλλά και πάλι ατυχεί, επειδή αυτήν τη μέρα εκπνέει ο εθνικός ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός. Ο Καλλιφρονάς, δήμαρχος και συνάμα πρόεδρος του αποκριάτικου Κομιτάτου, εισηγείται δεύτερη αναβολή.
Με τούτα και με κείνα, χάνονται ήδη δύο Κυριακές της Απόκρεω και ο βασιλιάς καρνάβαλος αρχίζει να... ασφυκτιά στη φορεσιά του. Το Κομιτάτο αποφασίζει να τον βγάλει στους δρόμους την Τσικνοπέμπτη και μάλιστα με επίμονες κοινοποιήσεις κηρύκων («Αθηναίοι και Αθηναίισες! Να κλείσετε τα σπίτια σας, τις πόρτες σας και να τρέξετε να υποδεχθείτε στις 2 το απόγευμα τον Καρνάβαλο, τον βασιλέα του γέλωτος, όστις θα μας κάνει τη μεγάλη τιμή να επισκεφθεί τον τόπο μας»), που γίνονται αφορμή να πλημμυρίσουν οι δρόμοι της πόλης από νωρίς το πρωί!
Το άρμα του βασιλιά ξεκινά από την πλατεία Ομονοίας και ανηφορίζει τη Σταδίου. Είναι τριώροφο! Το σέρνουν οκτώ άλογα με αναβάτες ντυμένους ομοιόμορφα. Στο πρώτο επίπεδο βρίσκονται 20 μασκαράδες, που ρίχνουν στο πλήθος λουλούδια και χαρτοπόλεμο (του οποίου η μόδα έχει, στο μεταξύ, καταφθάσει και στην Ελλάδα, μαζί με τις σερπαντίνες), στο δεύτερο επίπεδο δέκα μεταμφιεσμένες γυναίκες εκσφενδονίζουν σερπαντίνες και μοιράζουν φιλιά. Στο τελευταίο επίπεδο, βασίλισσα και βασιλιάς, ντυμένοι με εντυπωσιακές πολύχρωμες φορεσιές, χαιρετούν με θέρμη τον κόσμο.
Ο Τύπος υποδέχεται το γεγονός με σκωπτική διάθεση. Καλωσορίζει με όλες τις... τιμές το ταίρι της βασίλισσας, αλλά δεν είναι δυνατό να αφήσει ασχολίαστη την «πρώτη» του ανήμερα της κρεοφαγίας.
Στο σπίτι του Σουρή
Το ευφυές πειραχτήρι της εποχής, ο χιουμορίστας πλακατζής Σουρής, κάθε Αποκριά μεταβάλλει το σπίτι του σε κέντρο διερχομένων με την προϋπόθεση ότι οι «διερχόμενοι» θα είναι μασκαράδες. Το ορθάνοιχτο κατώφλι του, λοιπόν, διαβαίνουν γνωστοί και άγνωστοι και υποβάλλουν τα σέβη τους στον οικοδεσπότη, προς αγωνίαν της οικοδέσποινας, που ανησυχεί για την ασφάλεια των αντικειμένων του σπιτιού... Ο γιος του ποιητή, Κρίτων Σουρής, θα γράψει: «ενώ υπήρχε τόση εξαιρετική ελευθερία εισόδου, γιατί ούτε ονόματα εζητούντο, ούτε ηξιούτο η αποβολή της μάσκας μέλους της συντροφιάς προς αναγνώρισιν, εντούτοις δεν συνέβη ποτέ ουδέ το ελάχιστον επεισόδιον. Νομίζει κανείς ότι και οι λωποδύται τον εσέβοντο, αφού ουδέποτε έλειψε το ελάχιστον αντικείμενον, αντιθέτως μάλιστα, εις μίαν Αποκριάν, μετά την αναχώρησιν και του τελευταίου μασκαρά, ευρέθη κρεμασμένο περισσεύον εν ημίψηλον!». Το «περίσσευμα» της γιορτής γίνεται αφορμή για τον έτερο χιουμορίστα, Καμπούρογλου, να δώσει τη δική του... μαύρη εξήγηση. Αυτές τις μέρες έχει αποκαλυφθεί ένα ειδεχθές έγκλημα στον Πειραιά, όπου σε εργαστήριο αρτοποιείου εντοπίζονται ακέφαλα πτώματα! «Σε κανένα από αυτά τα κεφάλια θ΄ ανήκει το καπέλο, που ξώμεινε στου Σουρή!» λέει ο Καμπούρογλου.
Το Τριώδιο του 1906 η πόλη βιώνει έναν πρωτόγνωρο αποκριάτικο οργασμό. Η αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας ετοιμάζεται για τον χορό των συντακτών που θα δοθεί την τελευταία Κυριακή. Ουδείς εκ των προσκεκλημένων, βεβαίως, γνωρίζει πως οι δημοσιογράφοι του Συνδέσμου Συντακτών έχουν περάσει τα μαρτύρια του Ταντάλου έως ότου βρουν τα χρήματα τόσο για την ενοικίαση του Δημοτικού Θεάτρου, όπου θα διεξαχθεί ο πολυδιαφημισμένος χορός, όσο βέβαια και για το σύνολο τω εξόδων της διοργάνωσης.
Ο ευκατάστατος επιχειρηματίας πίλων Σπύρος Δαμηλάς δανείζει στους διοργανωτές 7.500 δρχ κάνοντας μαζί τους και μία εξαιρετικά επικερδή συμφωνία. Εφόσον ο χορός επιτύχει, θα του επιστραφούν τα δανεικά μαζί με τα μισά από τα κέρδη. Αν δεν επιτύχει, θα του επιστραφούν απλώς τα δανεικά (στη διάρκεια της προετοιμασίας προκύπτουν και άλλοι χρηματοδότες, που δεν αξιώνουν επιστροφή χρημάτων ούτε φυσικά και κέρδη).
Τη διακόσμηση της αίθουσας έχουν αναλάβει προσωπικά, σκαρφαλώνοντας σε σκάλες και καρφώνοντας γιρλάντες, οι ίδιοι οι διοργανωτές δημοσιογράφοι και δημοσιογραφούντες, ανάμεσά τους ο Θ. Καλογερίκος (ιδρυτής του πρακτορείου Τύπου «Άργος»), ο πρέσβης Β. Δενδράμης και ο νομάρχης Γ. Μαραγκόπουλος.
Τα εισιτήρια ορίζονται στις 150 δρχ για την πρώτη σειρά στα θεωρεία, στις 75 για τη δεύτερη, στις 50 για την τρίτη και στις 11 δρχ για τις θέσεις της πλατείας. Το πράγμα πάει ανέλπιστα καλά. Τα έσοδα αυτού του χορού φτάνουν τις 12.500 δρχ και φυσικά ο πιο κερδισμένος από όλους είναι ο πιλοπώλης, που εισπράττει 10.000 δρχ.
Με εξαίρεση τα χρόνια των πολέμων, ο χορός των συντακτών θα διεξάγεται κάθε τελευταία Κυριακής της Αποκριάς, αποτελώντας σημείο αναφοράς και μέγα κοσμικό γεγονός κάθε αθηναϊκού καρναβαλιού. Μάλιστα, το 1914, προς ενίσχυσιν της τότε νεότευκτης Ένωσής τους (ΕΣΗΕΑ), οι δημοσιογράφοι εκδίδουν το σατιρικό αποκριάτικο έντυπο υπό τον τίτλο «Ο Φανός των Συντακτών» και το κυκλοφορούν στον χορό τους. Η διάθεση πάει ανέλπιστα καλά. Στο εξής, το έντυπο θα εκδίδεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα και θα πωλείται στους συμμετέχοντες στη διοργάνωση.
Η Πάτρα κάνει ντεμπούτο
Στο μεταξύ, παράλληλα με την πρωτεύουσα που -εκ του τίτλου της- παίρνει... κεφάλι στους αποκριάτικους εορτασμούς, ζωηρή κινητικότητα παρατηρείται αυτές τις μέρες και στην περιφέρεια της Ελλάδας, όπου η ανάγκη υπέρβασης των ορίων τής καθωσπρέπει καθημερινότητας είναι αντίστοιχη και ίσως ισχυρότερη από αυτή της Αθήνας. Για παράδειγμα, με ιδιαίτερο ενθουσιασμό γιορτάζεται το Τριώδιο σε αγροτικές περιοχές, όπου στην πραγματικότητα παρεισφρέει και μία... πονηρή σκοπιμότητα του εορτασμού. Στόχος είναι να... εξευμενιστούν Θεός και φυσικά φαινόμενα για την προστασία των καλλιεργειών. Χαλαρή, αλλά παρούσα, είναι η αποκριάτικη ατμόσφαιρα στις μεγάλες πόλεις της χώρας και δη στα λιμάνια, απ' όπου η διακίνηση ανθρώπων και αγαθών μειώνει προοδευτικά την απόσταση ανάμεσα στην ανατολίτικη Ελλάδα και τις χώρες της Δύσης.
Ωστόσο, κάτι ιδιαίτερο φαίνεται να συμβαίνει από το πρώτο κιόλας μισό του 19ου αι. στην Πάτρα. «Οι Πατρινοί, αρκετοί από τους οποίους ταξιδεύουν για συναλλαγές, σπουδές ή απλώς για αναψυχή, έρχονται σε επαφή γρηγορότερα από τους άλλους Έλληνες με τα φώτα της Εσπερίας, τα οποία ήδη λάμπουν στα επί σειρά αιώνων ενετοκρατούμενα Επτάνησα» θα επιχειρήσει να ερμηνεύσει, δύο αιώνες μετά, ο νομικός και δημοσιογράφος Κ. Μαγνής, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι δεδομένης της απουσίας επαρκούς προφορικού ή γραπτού πληροφοριακού υλικού, δεν γίνεται γνωστό πότε ακριβώς «δημιουργήθηκε η πεποίθηση στους Πατρινούς ότι δεν διασκεδάζουν απλώς, αλλά ‘καρναβαλίζονται..’.».
Τα σίγουρα είναι ότι το 1829 ο Πατρινός έμπορος Μωρέτης δίνει στην οικία του μία αποκριάτικη χοροεσπερίδα, που συζητιέται για καιρό, και ότι ο κλασικός τύπος μασκαρά στην πόλη είναι η μπούλα. Δηλαδή, η μεταμφίεση με ό,τι ρούχο υπάρχει διαθέσιμο. Οι μπούλες τριγυρίζουν στους δρόμους, πειράζουν τους περαστικούς και σκορπίζουν ευθυμία. Εντονότερη εορταστική διάθεση παρατηρείται τη δεκαετία του 1860 και ειδικά το 1864, όταν τα Ιόνια ενώνονται με την Ελλάδα και το επτανησιακό στοιχείο εισβάλλει δυναμικά στην Πάτρα. Στο γύρισμα του αιώνα, όταν πια έχουν εμφανιστεί και τα πρώτα αποκριάτικα κομιτάτα, οι Πατρινοί συνειδητοποιούν ότι αξίζει τον κόπο να στοχεύσουν σε ένα καρναβάλι που θα αφήνει εποχή. Χρόνο με τον χρόνο θα το πετύχουν και με το παραπάνω.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.