Το τελευταίο πλάνο του Θ. Αγγελόπουλου
Μάνια Ζούση28/01/2012 | 14:50Τελευταία Ενημέρωση: 15:49 28/01/2012

Κατά την τελετή πολλοί άνοιξαν μαύρες ομπρέλες, σηματοδοτώντας με τρόπο συγκινητικό το αγαπημένο μοτίβο του Αγγελόπουλου
Αυτή η ιστορία δεν θα τελειώσει ποτέ», είναι η φράση που επαναλαμβάνουν τα δυο αδέλφια, η Βούλα και ο Αλέξανδρος, στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Τοπίο στην Ομίχλη». Κι όμως, το μεσημέρι της Παρασκευής 27 Ιανουαρίου, η ιστορία με όρους ρεαλιστικούς, τελείωνε, καθώς στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών γυριζόταν το τελευταίο πλάνο.
Άλλωστε όπως και ο ίδιος έλεγε συχνά, «η πραγματικότητα ξεπερνά τα πάντα, τον κινηματογράφο, το θέαμα». Κανένας ωστόσο δεν άφηνε την ιστορία να τελειώσει, γιατί κανένας δεν ήθελε τέτοιο τέλος. Και γιατί, αφηγούμαστε για να παραμένουμε ζωντανοί.
Η κόρη του σκηνοθέτη, Ελένη, βοηθός στα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας «Η άλλη θάλασσα», όπως και ολόκληρο το συνεργείο του, είχαν στήσει ένα αυτοσχέδιο «τράβελινγκ», τις ράγες που απάνω τους κινείται η μηχανή, και με αυτήν κινηματογραφούσαν όλη την διαδικασία του τελευταίου αυτού αποχαιρετισμού, του τελευταίου πλάνου, τον κόσμο, το φέρετρο, τα χειροκροτήματα, την βουβή πομπή έως τον τάφο, ακόμα και όσους άνοιξαν μαύρες ομπρέλες, σηματοδοτώντας με τρόπο συγκινητικό το αγαπημένο μοτίβο του Αγγελόπουλου που επανέφερε σε πολλές από τις ταινίες του.
Λίγο πριν ένας από τους συνεργάτες του είχε εκφωνήσει αποχαιρετώντας τον, το ακόλουθο: «Στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα Νο 54, το τελευταίο που μας έστειλε, με πλήρεις οδηγίες, αναφερόταν: την Δευτέρα γύρισμα στο θέατρο, την Τρίτη αυτοκινητόδρομος και την Παρασκευή 27 Ιανουαρίου εικονική κηδεία! Δεν θέλουμε να ακούσουμε Rap( τέλος, στην κινηματογραφική γλώσσα).
Ήταν όλοι εκεί, η ελληνική διανόηση, η ελληνική τέχνη, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, τεχνικοί, ποιητές, συγγραφείς, ελάχιστοι πολιτικοί που δέχθηκαν έντονες φραστικές επιθέσεις, και ένας κόσμος ολόκληρος που ως θεατής ζούσε, θυμόταν και συγκινούνταν μέσα από τις ταινίες του. H επί χρόνια συνεργάτις του Μαργαρίτα Μαντά διαβάζει το μονόλογο του Χάρβεϊ Καϊτέλ από το τελευταίο πλάνο του «Βλέμματος του Οδυσσέα»: «Όταν γυρίσω, θα γυρίσω με τα ρούχα και τ' όνομα ενός άλλου. Κανείς δε θα με γνωρίσει…».
Οι φίλοι, οι συγγενείς και οι στενοί του συνεργάτες, βουβοί και θλιμμένοι πάνω από το κλειστό φέρετρο με τα βραβεία του και στολισμένο με τα λουλούδια του αγρού που τόσο αγαπούσε, διάβαζαν στίχους από ποιήματα που είχε γράψει. Δίπλα στο προσκεφάλι του, η γυναίκα του Φοίβη, ακούστηκε να του τραγουδά το αγαπημένο του «Αχ μωρή κοντούλα λεμονιά ».
Λίγο αργότερα, είχε σχεδόν σκοτεινιάσει, και το φέρετρο είχε μεταφερθεί στους ώμους των ομοτέχνων του και αποτεθεί στο χώμα, η Μαρίζα Κωχ τον αποχαιρέτησε με ένα μανιάτικο μοιρολόι που έλεγε για "μια πετροπέρδικα , μιαν αηδονολαλούσα, που όταν ο αετός της παίρνει τα παιδιά της, κάνει καιρό να πιεί νερό, καιρό να κελαηδήσει, κι όπου βρει μαύρο κούτσουρο, θα κάτσει να λαλήσει, κι όπου βρει γάργαρο νερό, θολώνει το και πίνει».