Επί 20 ημέρες από την έναρξη της αμερικανο-ισραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν, τα κράτη του Κόλπου βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα μπαράζ αεροπορικών επιδρομών από χιλιάδες ιρανικά drones και πυραύλους που πλήττουν αεροδρόμια, ξενοδοχεία, λιμάνια, στρατιωτικές βάσεις, οικονομικά κέντρα, κέντρα δεδομένων και πολυκατοικίες.
Αν και πρόκειται για ευθεία επίθεση κατά της κυριαρχίας, της ασφάλειας και της οικονομίας τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ντουμπάι, όπου κλονίστηκε η εικόνα ασφάλειας και λάμψης που έιναι κρίσιμη για την οικονομία του, οι χώρες του Κόλπου έχουν μέχρι στιγμής αντιδράσει μόνο αμυντικά.
Όπως αναφέρει σε ανάλυσή του ο Guardian, έχουν δαπανήσει δισεκατομμύρια για συστήματα αναχαίτισης, τα οποία έχουν καταφέρει να καταρρίψουν περίπου το 90% των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων.
Η βασική προτεραιότητα των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), της πολιτικής ένωσης των κρατών του Κόλπου, ήταν να αποφύγουν να παρασυρθούν σε έναν πόλεμο που δεν είναι δικός τους και τον οποίο είχαν προσπαθήσει με κάθε τρόπο να αποτρέψουν.
Ωστόσο, τις τελευταίες ημέρες καταγράφεται μία αυξανόμενη ανησυχία ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα, ακόμη πιο επικίνδυνη φάση, μια φάση που συνιστά υπαρξιακή απειλή για τα κράτη του Κόλπου, ενώ εντείνεται και η πίεση προς αυτά να απαντήσουν.
Μετά την επίθεση του Ισραήλ στο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars στο Ιράν, που επρόκειτο για τις πρώτες στοχευμένες επιθέσεις στην παραγωγή ορυκτών καυσίμων της χώρας από την έναρξη του πολέμου, το ιρανικό καθεστώς δεσμεύτηκε ότι θα επιδείξει «μηδενική αυτοσυγκράτηση» στα αντίποινα κατά ενεργειακών υποδομών στον Κόλπο, που αποτελούν τον πιο άμεσο και εύκολο στόχο του.
Το Ιράν φαίνεται να τηρεί τον λόγο του. Στο Κατάρ, σχεδόν το ένα πέμπτο της εξαγωγικής δυναμικότητας υγροποιημένου φυσικού αερίου τέθηκε εκτός λειτουργίας μετά από πλήγμα στο συγκρότημα φυσικού αερίου Ras Laffan. Στο Άμπου Ντάμπι των ΗΑΕ, οι αρχές αναγκάστηκαν να διακόψουν τη λειτουργία των εγκαταστάσεων φυσικού αερίου Habshan και του κοιτάσματος Bab, χαρακτηρίζοντας τις επιθέσεις «επικίνδυνη κλιμάκωση».
Η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία του Κουβέιτ (KPC) ανακοίνωσε ότι το διυλιστήριο Mina al-Ahmadi δέχθηκε πολλαπλές επιθέσεις με drones νωρίς το πρωί της Παρασκευής, ενώ η Σαουδική Αραβία γνωστοποίησε ότι δύο από τα διυλιστήριά της έγιναν επίσης στόχος.
Την ίδια ώρα, το Ιράν συνεχίζει τον αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ, μέσω του οποίου εξάγεται το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που παράγεται στον Κόλπο προς τον υπόλοιπο κόσμο.
«Από την οπτική των χωρών του GCC, αυτός ο πόλεμος έχει αναδείξει μια βαθιά ανησυχητική πραγματικότητα: και οι τρεις πλευρές που εμπλέκονται γίνονται ολοένα και πιο παράλογες και αποκομμένες από την πραγματικότητα, επιδιώκοντας η καθεμία τη δική της ατζέντα, που απειλούν να οδηγήσουν την περιοχή και τον κόσμο σε ένα πολύ σκοτεινό μέλλον», δήλωσε ο Άλι Μπακίρ, επίκουρος καθηγητής διεθνών σχέσεων, ασφάλειας και άμυνας στο Πανεπιστήμιο του Κατάρ.
Αν και μικρά, τα πετρελαιοπαραγωγά κράτη του Κόλπου είναι σε μεγάλο βαθμό πολύ πλούσια και βαριά εξοπλισμένα με προηγμένα οπλικά συστήματα και αεροσκάφη που έχουν αγοράσει από τις ΗΠΑ.
Ως σύνολο έξι κρατών -Σαουδική Αραβία, Κατάρ, ΗΑΕ, Κουβέιτ, Μπαχρέιν και Ομάν- οι χώρες του GCC διαθέτουν συνολικά περίπου 2.000 μαχητικά αεροσκάφη τύπου F-15 και F-18, ενώ και άλλες δυτικές δυνάμεις περιμένουν στη σειρά για να τους πουλήσουν επιπλέον οπλισμό. Ωστόσο, μόνο η Σαουδική Αραβία, και σε μικρότερο βαθμό τα ΗΑΕ, διαθέτουν εμπειρία σε μεγάλης κλίμακας αεροπορικές επιχειρήσεις.
Ο Μπακίρ δήλωσε ότι το Ιράν «παίζει με τη φωτιά», καθώς κλιμακώνει τις επιθέσεις του σε ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο. «Η πίεση θα αυξηθεί προς τα κράτη του Κόλπου να στραφούν από αμυντική σε επιθετική στάση, ειδικά καθώς τα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων μειώνονται», σημείωσε.
Από τότε που ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τους βομβαρδισμούς κατά του Ιράν, η Ουάσιγκτον ασκεί πιέσεις στα κράτη του Κόλπου να ενταχθούν «στο πλευρό του». Ωστόσο, όπως επισημαίνουν ο Μπακίρ και άλλοι αναλυτές, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας στρατιωτικής εμπλοκής ενδέχεται να αποδειχθούν υπερβολικά δαπανηρές για να δικαιολογηθούν από τα κράτη του Κόλπου, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος να εξελιχθεί σε μια επικίνδυνη γεωπολιτική παγίδα.
Οι αναλυτές τονίζουν ότι μια τέτοια κίνηση όχι μόνο θα νομιμοποιούσε έναν πόλεμο στον οποίο τα κράτη του Κόλπου είχαν αντιταχθεί σθεναρά, αλλά και ότι η δυσπιστία απέναντι στον Τραμπ είναι πλέον βαθιά ριζωμένη στις ηγεσίες των συγκεκριμένων κρατών. Παράλληλα, υπάρχει έντονος φόβος ότι μια στρατιωτική απάντηση των κρατών του Κόλπου κατά του Ιράν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τις ΗΠΑ ως πρόσχημα για αποχώρηση και ανακήρυξη νίκης.
«Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου θα βρεθεί αντιμέτωπο με έναν αιματηρό, ανοιχτό και μακροχρόνιο πόλεμο με το Ιράν, που θα αφήσει σημάδια για γενιές», ανέφερε ο Μπακίρ.
Η Σαουδική Αραβία συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο σκληρών στις αντιδράσεις της απέναντι στο Ιράν. Μιλώντας την Πέμπτη, ο υπουργός Εξωτερικών, πρίγκιπας Φαϊσάλ μπιν Φαρχάν, δήλωσε ότι η Σαουδική Αραβία «διατηρεί το δικαίωμα να αναλάβει στρατιωτική δράση, εφόσον το κρίνει αναγκαίο».
Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές εκλήφθηκαν από αναλυτές περισσότερο ως μια προσπάθεια του πρίγκιπα διαδόχου της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, που βρίσκεται αντιμέτωπος με τον αντίκτυπο από τις επιθέσεις των Χούθι στην Υεμένη, να προβάλει ισχύ στο εσωτερικό της χώρας. Λίγοι πιστεύουν ότι η Σαουδική Αραβία θα ενεργούσε μόνη της συμμετέχοντας στον πόλεμο, λόγω των κινδύνων για την ίδια αλλά και του ενδεχομένου να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση της σύγκρουσης. Παράλληλα, μια συμφωνία στο πλαίσιο του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου για συλλογική παρέμβαση φαίνεται δύσκολη.
Τα κράτη του Κόλπου παραμένουν επίσης καχύποπτα απέναντι στις ΗΠΑ, θεωρώντας ότι λειτουργούν ως «αντιπρόσωπος» του Ισραήλ και των επιδιώξεών του για ηγεμονία στη Μέση Ανατολή. Σε άρθρο του στον Economist αυτή την εβδομάδα, ο υπουργός του Ομάν, Μπάντρ Αλμπουσαΐντι, υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ έχουν «χάσει τον έλεγχο της εξωτερικής τους πολιτικής». Ένας ηγέτης του Κόλπου φέρεται μάλιστα να περιέγραψε ιδιωτικά τον Τραμπ ως «κανίς» του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
«Αμφιβάλλω πολύ αν οποιοδήποτε αραβικό κράτος του Κόλπου θα συμμετείχε ποτέ στον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο, γιατί, όπως έχουν επανειλημμένα δηλώσει: αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος», δήλωσε ο Φαουάζ Γκέργκες, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο London School of Economics. «Πιστεύουν ότι δεν είναι καν πόλεμος της Αμερικής».
Ωστόσο, όπως τόνισε ο Γκέργκες, οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται «σε μια αδιέξοδη θέση, ανάμεσα σε δύο εξαιρετικά δύσκολες επιλογές», προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη υπεράσπισης της κυριαρχίας τους και στη διασφάλιση της μελλοντικής περιφερειακής τους ασφάλειας.
Η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν πλέον οι ηγέτες του Κόλπου είναι ότι το καθεστώς του Ιράν παραμένει εδραιωμένο, ενώ οι δολοφονίες από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ του ανώτατου ηγέτη Αλί Χοσεΐνι Χαμενεΐ, του επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας Άλι Λαριτζανί και του υπουργού Πληροφοριών Εσμαήλ Χατίμπ, καθώς και δεκάδων ακόμη αξιωματούχων άμυνας και ασφάλειας, δεν έχουν μέχρι στιγμής οδηγήσει σε παράδοση.
«Το Ιράν έχει ξεπεράσει κάθε κόκκινη γραμμή», δήλωσε. «Όμως τα αραβικά κράτη του Κόλπου πρέπει να σκεφτούν το μέλλον και το πώς θα μοιάζει ένα μεταπολεμικό Ιράν. Ένα τραυματισμένο, εξοργισμένο Ιράν, που θα αιμορραγεί, θα μπορούσε να απειλήσει σοβαρά την ασφάλεια και τα οικονομικά συμφέροντα του Κόλπου στο ορατό μέλλον. Μια στρατιωτική επίθεση ενέχει τον κίνδυνο να τα φέρει σε περαιτέρω αντιπαράθεση».
Ο ίδιος εξέφρασε επίσης αμφιβολίες για το ενδεχόμενο τα κράτη του Κόλπου να ανταποκριθούν στο κάλεσμα του Τραμπ για αποστολή πολεμικών πλοίων με στόχο την ασφάλεια του Στενού του Ορμούζ, το οποίο ευννοεί γεωγραφικά το Ιράν και είναι γνωστό πως δύσκολα μπορούν να ελεγχθούν. «Το θεωρώ πολύ απίθανο, διότι δεν διαθέτουν τους απαραίτητους ναυτικούς πόρους, ενώ η αποστολή ναυτικών δυνάμεων στο Στενό του Ορμούζ αποτελεί παγίδα για εμπλοκή σε πόλεμο», δήλωσε ο Γκέργκες.
Καθώς, όμως, οι ελπίδες για μια άμεση διπλωματική λύση έχουν εξασθενήσει, παρατηρείται και σκλήρυνση της στάσης μεταξύ ηγετών και αναλυτών του Κόλπου απέναντι στο Ιράν, καθώς και αυξανόμενη πίεση προς τις ΗΠΑ να προχωρήσουν σε πλήρη αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του.
«Οι χώρες του GCC αντιλαμβάνονται ότι αυτό το καθεστώς είναι πλέον εξαιρετικά επικίνδυνο, ακόμη και ανεξέλεγκτο -δεν γνωρίζουμε καν ποιος πραγματικά κυβερνά τη χώρα», δήλωσε ο Μουχανάντ Σελούμ, επίκουρος καθηγητής διεθνούς πολιτικής και ασφάλειας στο Doha Institute for Graduate Studies και πρώην διπλωμάτης του Κατάρ.
«Ο οριστικός αποκεφαλισμός του ιρανικού καθεστώτος από τις ΗΠΑ είναι ίσως η μόνη επιλογή που απομένει. Διαφορετικά, κάθε φορά που το Ιράν βρίσκεται υπό πίεση, γνωρίζει ότι μπορεί να πλήξει τον Κόλπο και να αποκλείσει το Στενό του Ορμούζ και αυτό θα είναι αποτελεσματικό. Πρόκειται για υπαρξιακή απειλή για το GCC».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Αμπντουλχαλέκ Αμπντάλα, αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. «Η Αμερική το ήθελε αυτό», δήλωσε. «Ας το ολοκληρώσει».
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.