Εντείνονται οι φόβοι για ύφεση στις οικονομίες της ευρωζώνης εξαιτίας των επιπτώσεων της επιδημίας του κορωνοϊού. Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ να απαγορεύσει τα ταξίδια στις ευρωπαϊκές χώρες της Συνθήκης Σένγκεν και τα στοιχεία για την γερμανική οικονομία, η οποία είναι η «ατμομηχανή» της ευρωζώνης, προβληματίζουν έντονα αγορές και αξιωματούχους. 

Σύμφωνα με το ινστιτούτο Ifo του Μονάχου, περίπου το 56% των γερμανικών επιχειρήσεων υφίστανται αρνητικές επιπτώσεις από την επιδημία του κορωνοϊού με τους κλάδους του τουρισμού και των ξενοδοχείων να πλήττονται περισσότερο.

Οι φόβοι για ύφεση στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία έχουν αυξηθεί μετά την εμφάνιση του κορωνοϊού και η κυβέρνηση έχει προειδοποιήσει ότι οι εξαγωγικού προσανατολισμού κλάδοι θα έχουν προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Περίπου το 63% των επιχειρήσεων στον μεταποιητικό τομέα είπαν ότι επηρεάζονται αρνητικά, με τις περισσότερες να επικαλούνται ως λόγο τις ακυρώσεις ή τις αναβολές επιχειρηματικών ταξιδιών. Περίπου οι μισές εξ αυτών ανέφεραν προβλήματα με τις πρώτες ύλες ή τα εξαρτήματα.

Σχεδόν οι μισές από τις επιχειρήσεις στον κλάδο υπηρεσιών είπαν ότι έχουν πληγεί κυρίως λόγω της μείωσης στη ζήτηση και της ακύρωσης κρατήσεων, εκθέσεων και συνεδρίων.

Περίπου το 96% των επιχειρήσεων στον τουριστικό τομέα και το 79% των εταιριών στον κλάδο των ξενοδοχείων έχουν επηρεαστεί. Σύμφωνα με το Ifo, το 63% των εταιριών στο εμπορικό τομέα πλήττονται, κυρίως λόγω των καθυστερήσεων στις προμήθειες και της χαμηλότερης ζήτησης. Στην έρευνα του Ifo συμμετείχαν σχεδόν 3.400 επιχειρήσεις. Η Γερμανία έχει ανακοινώσει 1.567 κρούσματα και τρεις θανάτους.

Αβεβαιότητα για την παγκόσμια αγορά εξαγωγών
   
Παρά τη σταθερή ανάπτυξη κατά την τελευταία δεκαετία, οι προοπτικές για το παγκόσμιο εμπόριο υπηρεσιών ενδέχεται να μετριαστούν από την έξαρση του κορωνοϊού, τον πιθανό αντίκτυπο του στους τομείς παγκόσμιων ταξιδιωτικών και μεταφορικών υπηρεσιών και τη συνεχιζόμενη επιβράδυνση στο εμπόριο παγκόσμιων αγαθών, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση Global Economy Watch της PwC.

Οι υπηρεσίες αντιστοιχούν σε περίπου 23% των παγκόσμιων εξαγωγών και ενώ σε γενικές γραμμές εξαιρούνται των δασμών που επιβάλλονται λόγω των κλιμακούμενων εμπορικών πολέμων, ο ρυθμός ανάπτυξης τους αποτυπώνει τον άμεσο συσχετισμό με την ανάπτυξη στις εξαγωγές προϊόντων. Αναδεικνύεται έτσι, η άμεση σχέση μεταξύ του διασυνοριακού εμπορίου προϊόντων και της ζήτησης για παγκόσμιες υπηρεσίες μεταφορών.

Σε επίπεδο μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου ορίζοντα, οι προοπτικές για το εμπόριο παγκόσμιων υπηρεσιών είναι πιο θετικές λόγω των συνεχιζόμενων τεχνολογικών εξελίξεων, της βελτιωμένης πρόσβασης σε διαδίκτυο υψηλής ταχύτητας και την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος στις αναδυόμενες αγορές.

Τα αποτελέσματα της μετακίνησης της παγκόσμιας οικονομικής ισχύος από τη Δύση στην Ανατολή που ξεκίνησε με τον κλάδο μεταποιημένων προϊόντων πλέον διευρύνεται πλέον και στον κλάδο υπηρεσιών. Το μερίδιο των G7 έχει πέσει σταθερά από το 45% το 2005 στο 38% το 2018 ενώ το μερίδιο των Ε7 έχει αυξηθεί από το 9% στο 12%.

Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να αποτελούν τον κορυφαίο εξαγωγέα υπηρεσιών κατέχοντας μερίδιο που αντιστοιχεί σε 14% της παγκόσμιας αγοράς. Έπονται το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Γαλλία με ποσοστά 5-6%. Η Κίνα αποτελεί τον 5ο μεγαλύτερο εξαγωγέα υπηρεσιών, πάνω από την Ολλανδία, την Ισπανία και την Ιταλία με τις εξαγωγές να αυξάνονται ετησίως, από το 2010, κατά ένα μέσο ποσοστό της τάξης του 8% σε πραγματικά δολάρια ΗΠΑ. Επίσης, η Ινδία έχει ξεπεράσει την Ιαπωνία φτάνοντας στην 8η θέση στην παγκόσμια κατάταξη των εξαγωγέων υπηρεσιών το 2018, από την 14η το 2005.

Παγκοσμίως, ο ταχύτερα αυξανόμενος κλάδος από το 2005 είναι οι υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, υπολογιστών και πληροφοριών, με τις αναδυόμενες αγορές να κυριαρχούν. Το μερίδιο του συγκεκριμένου κλάδου στις παγκόσμιες εξαγωγές υπηρεσιών έχει αυξηθεί από 7% σε 10% τα τελευταία 15 χρόνια ενώ με την προβλεπόμενη αύξηση των χρηστών του διαδικτύου παγκοσμίως από 60% του παγκόσμιου πληθυσμού σε 90% το 2030, φαίνεται ότι η άνοδος θα συνεχιστεί.

Στην πλειοψηφία τους, οι αρχικές οικονομικές αναλύσεις για το δυνητικό αντίκτυπο του κορονοϊού επικεντρώθηκαν στη σύγκριση με την έξαρση του SARS το 2003, οπότε και η κινεζική οικονομία αναλογούσε λιγότερο από το 10% του παγκόσμιου ΑΕΠ σε όρους ισοτιμιών αγοραστικής δύναμης (PPP). Σήμερα, στην Κίνα αντιστοιχεί σχεδόν το 20%, καθώς και περίπου 11% των συνολικών παγκόσμιων εξαγωγών (προϊόντων και υπηρεσιών), επομένως ο οικονομικός αντίκτυπος ενδέχεται να είναι σημαντικά μεγαλύτερος σε σχέση με εκείνον του SARS.

Επιπλέον, σε συνέχεια της εισόδου της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, αυξάνεται ολοένα και περισσότερο η εξάρτηση των επιχειρήσεων από εφοδιαστικές αλυσίδες που σχετίζονται με αυτή, με τις εξαγωγές των οικονομιών της Νοτιοανατολικής Ασίας να εξαρτώνται ακόμη περισσότερο από την Κίνα ως πηγή εισροών, σε σύγκριση με άλλες προηγμένες οικονομίες της Δύσης.