Του Γιώργου Δασιόπουλου
 

Όταν η Γερμανία έχανε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και όλα έδειχναν ότι θα μοιραστεί η γεωπολιτική «πίτα» και θα αναδιπλωθούν οι παίχτες στην παγκόσμια καριέρα, οι ήρωες του πολέμου Πάουλ φον Χίντεμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφ- ο πατέρας του «ολοκληρωτικού πολέμου»- είχαν μια φαεινή και συνάμα καθοριστική για το μέλλον της Γερμανίας ιδέα: βλέποντας την ήττα να είναι κοντά, έπειτα και από την σωρεία δικών τους στρατηγικών λαθών και την ανακωχή να είναι μονόδρομος, σκέφτηκαν ότι θα ήταν έξυπνο να μην εμπλακούν ενεργά και ιστορικά στην ήττα της Γερμανίας, αλλά να στείλουν ένα εξιλαστήριο θύμα που θα μπορούσαν την επαύριον της ειρήνης να συκοφαντήσουν ως «προδότη». Αυτός ήταν ο Ματίας Έρτσμπέργκερ, πολιτικός της κεντρώας παράταξης και μάλιστα αριστερών καταβολών. Ο Έρτσμπέργκερ αρχικά ήταν υπέρ του πολέμου, αλλά αηδιασμένος από το σφαγείο που εξελισσόταν ο «Μεγάλος Πόλεμος» έγινε ένθερμος υποστηρικτής της ειρήνης. Δέχτηκε την πρόταση με ενθουσιασμό, όπως ήταν φυσικό, τέθηκε επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας που υπέγραψε την Ανακωχή σε μια ντροπιαστικά ενορχηστρωμένη τελετή για τους ηττημένους στο δάσος της Κομπιένης. Έπειτα, ως υπογράφων της Ανακωχής, έγινε στόχος των ακροδεξιών και ειδικά των Χίντεμπουργκ- Λούντεντορφ για την προδοτική του στάση..., λοιδορήθηκε εντέχνως και επειδή ήταν πολιτικός έγινε συνώνυμο του ακροδεξιού μύθου περί «πισώπλατης μαχαιριάς». Έγινε συνώνυμο της προδοσίας στους φλογερούς λόγους που έβγαζε στις μπυραρίες ο υποδεκανέας Χίτλερ, ακόμη και η κατάληξη του επιθέτου του χρησιμοποιήθηκε ως «εβραϊκή», χωρίς ο ίδιος να έχει εβραϊκή καταγωγή. Συνέπεια όλων αυτών, ήταν να δολοφονηθεί το 1921 στα λουτρά του Μέλανα Δρυμού. Μάλιστα, λίγες ημέρες πριν η συντηρητική εφημερίδα «Tägliche Rundschau» έγραψε για τον Έρτσμπέργκερ: «...μπορεί να είναι στρογγυλός όπως μια σφαίρα, αλλά δεν είναι αλεξίσφαιρος.»

Η θλιβερή ιστορία με τον κορωνοϊό δείχνει να είναι στο τέλος του δρόμου, αν αναλογιστούμε και το «όπλο» των εμβολιασμών και όλοι ανυπομονούν την επιστροφή στην κανονικότητα. Σε ποια, όμως, κανονικότητα; Η μάχη με τον ιό υπήρξε σκληρή και διαρκής και όπως είναι επόμενο θα αφήσει την επόμενη ημέρα πολλές ανοιχτές πληγές: στην κοινωνία, την οικονομία και την κουλτούρα ενός λαού που έχει μάθει να τον νταντεύει ο Πατέρας- Κράτος και δεν θέλει να απογαλακτιστεί. Η κοινωνία θα βγει τρομαγμένη, διχασμένη και απαλλοτριωμένη από τις συμβάσεις που γνώριζε, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν άντεξαν τους μήνες του λουκέτου με αποτέλεσμα να βγουν από την καραντίνα χιλιάδες νέοι άνεργοι που ζούσαν με το κορωνο-επίδομα, την στιγμή που η φιλελευθεροποίηση της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων να βρίσκεται προ των πυλών. Βγαίνοντας από το τούνελ, υπάρχει ένα κομμάτι που μένει ξεχασμένο. Ένα «ορφανό» κομμάτι του κοινωνικού και του εκλογικού συνόλου που ακολούθησε επί χρόνια τα θρασύδειλα παλικάρια της Χρυσής Αυγής, ανέχτηκε τους τσαμπουκάδες στους αδύναμους και τις κεφαλαιοκρατικές «πλάτες» των χρήσιμων τραμπούκων. Αυτό το, μη αμελητέο, κοινωνικό σύνολο, αφού κουράστηκε με την εθνοπροδοτική και θολοκουλτουριάρικη αριστερά ειδικά στο θέμα της ονομασίας της γείτονας χώρας και των λαθραίων προσφύγων που απομυζούν τους πόρους της χώρας, ψάχνει τη νέα πρόκληση, το νέο εξιλαστήριο θύμα και τον νέο Ταμερλάνο που θα δείξει το μονοπάτι της μοναδικής αλήθειας που συνήθως κρύβεται ως μέρος του σχεδίου μιας παγκόσμιας συνωμοσίας. Αυτό το κομμάτι της πίτας, θα γίνει ανάρπαστο, όταν τελειώσει και αυτή η υγειονομική περιπέτεια. Το ζητούμενο είναι ποιος θα έχει την διάθεση να γίνει ο Ματίας Έρτσμπέργκερ της μετα-πανδημίας εποχής;