Του Φώτη Νάκου

Το δύσκολο στις μέρες που διανύουμε είναι να κατανοήσουμε στην πραγματικότητα, με πόση μεγάλη ταχύτητα αλλάζει ο κόσμος.

Η δοκιμασία της πανδημίας του κορωνοϊού, χτύπησε πολλά καμπανάκια.

Γίναμε όλοι μάρτυρες, πως σε μια εποχή που η επιστήμη αναπτύσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και δίνει απαντήσεις σε αναπάντητα ερωτήματα χρόνων, τελικά η ανθρωπότητα, παραμένει  αδύναμη στο ξέσπασμα μιας άκρως μεταδοτικής ασθένειας.

Τα θύματα χιλιάδες… Η οικονομία νέκρωσε για μήνες. Πολλοί εργαζόμενοι έχασαν τις δουλειές τους ή μεγάλος μέρος των εισοδημάτων τους και οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνθηκαν.

Το δίλημμα των πολιτικών, οικονομία ή αλληλεγγύη; ήταν τελικά αυτό που όπως αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος,  καθόρισε το τίμημα των θυμάτων σε κάθε χώρα.

Όσοι επέλεξαν να σταματήσουν τον χρόνο (μεταξύ αυτών και η Ελλάδα), και να επιλέξουν παραδοσιακές αξίες,  μέτρησαν λιγότερους νεκρούς. 

Όσοι επέμειναν να επενδύουν στο χρήμα και τον λαϊκισμό, σήμερα τουλάχιστον ηθικά είναι υπόλογοι και το συγκλονιστικό πρωτοσέλιδο των New York Times με τα χιλιάδες ονόματα νεκρών ανθρώπων, θα είναι οι Ερινύες τους.

Σήμερα πλέον καλούμαστε με φόβο και αίσθημα ατομικής και συλλογικής ευθύνης, να προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε σταδιακά σε ρυθμούς κανονικότητας.

Όμως όλο αυτό το διάστημα,  οι σκέψεις που κυριαρχούσαν μέσα μου είναι τι κόσμο θα παραδώσουμε στα παιδιά μας;

Όλοι βιώσαμε το φόβο και νιώσαμε απροστάτευτοι -και αν όχι εμείς οι παππούδες μας, οι γιαγιάδες μας και οι ευπαθείς ομάδες- σε μια ασθένεια που ήρθε από το πουθενά και σάρωσε τα πάντα.

Βιώνουμε όλοι μας, ήδη τι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, με τον πλανήτη να υπερθερμαίνεται και τα ακραία καιρικά φαινόμενα να εκδηλώνονται πιο συχνά. Άνθρωποι να χάνονται και περιουσίες να καταστρέφονται.

Οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται.

Η νέα γενιά έχει επιδοθεί σε ένα κυνήγι απόκτησης γνώσεων και δεξιοτήτων, σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, θυσιάζοντας τις εφηβικές χαρές του παιχνιδιού και άλλων όμορφων εμπειριών, για να καταλήξουν τις περισσότερες φορές, με μικρούς μισθούς και να μην μπορούν να ζήσουν χωρίς το σπίτι και το χαρτζιλίκι των γονιών.   

Οι μεγαλύτεροι (κάποιοι δεν το καταφέραμε ούτε αυτό),  έπρεπε να έρθει αυτή η πανδημία για να βρούμε χρόνο να μείνουμε σπίτι και να περάσουμε περισσότερο χρόνο με τους δικούς μας ανθρώπους. Λες και ξαναγνωριστήκαμε από την αρχή.

Και όμως τώρα που η ανθρωπότητα δοκιμάστηκε και πλέον προσπαθεί να βρει ξανά το βηματισμό της, έχοντας το άγχος εκδήλωσης  ενός δεύτερου κύματος της πανδημίας, νομίζω είναι η πιο κατάλληλη εποχή να διεκδικήσουμε σθεναρά από τους πολιτικούς, τον σχεδιασμό ενός καλύτερου κόσμου.

Ενός κόσμου, που θα σέβεται την ανθρώπινη ζωή, τον πλανήτη αλλά και ενός κόσμου που θα δώσει χαρές , ευκαιρίες και δυνατότητες στα παιδιά μας που θα ακολουθήσουν και θα κληθούν να συνεχίσουν αυτήν την νοοτροπία και για τα δικά τους παιδιά.

Ουτοπικό και δύσκολο σίγουρα, αλλά αν όχι τώρα πότε;