Με τον άνεμο που φύσηξε, τα δέντρα σείστηκαν. Οι κρεμασμένοι στριφογύρισαν τρέμοντας, διαγράφοντας συνεώς μεγαλύτερο κύκλο. Οι χωρικοί σταυροκοπήθηκαν. Κοίταξαν γύρω τους να δουν τον θάνατο, ένιωθαν την ανάσα του στον αέρα. Τριγύριζε ανάμεσα στα κλαδιά των βαλανιδιών, άγγιζε απαλά τους κρεμασμένους, έπλεκε γύρω τους έναν ιστό με νήμα που έκλωθε από το διάφανο σώμα του. Ψιθύριζε απαλά λόγια στα αυτιά τους. Στάλαζε τρυφερά μια κρυάδα στην καρδιά τους και τους έσφιγγε τον λαιμό. Μας κοίταζε ερωτηματικά, μια τον έναν μια τον άλλον, λες και ειχε κάποιο βάρος η γνώμη μας. Τον παρηγορούσαμε πως τα κόκαλα κολλάνε εύκολα, πως το κρέας θρέφει και πως το νεύρο δεν πειράχτηκε, μια και μπορεί να κουνάει τα δάχτυλα. Αυτό τον καθησύχασε. Άρχισε μάλιστα να διηγείται για κάποια τελειοποίηση που είχε κάνει, πρίν τον πόλεμο ακόμα, στον τόρνο του. Το στόμα του έχασκε με ένα παράξενο χαμόγελο. Είχε απασμούς σε όλο του το σώμα. Τεντωνόταν σαν τόξο με τις πατούσες και τον σβέρκο ακουμπισμένο στη γη. Ούρλιαζε. Ήταν αδύνατο να του λυγίσεις το κορμί.

"Τέτανος" είπαμε ταυτόχρονα. Στεκόταν ακίνητος στο σκοτάδι, προσπαθώντας να πιάσει τον σκοπό του τραγουδιού και κοιτάζοντας ψηλά την γυναίκα του. Υπήρχε χάρη και μυστήριο στην στάση της, σαν να συμβόλιζε κάτι. Αναρωτήθηκε τι δουλειά έχει μια γυναίκα που στέκεται ψηλά στη σκάλα στο σκοτάδι και ακούει μια μακρινή μουσική. Έκανε έναν κύκλο στον αέρα με το άκαμπτο χέρι του και σταμάτησε. Γελάσαμε και οι δύο. "Τέτανος" είπαμε σχεδόν παράλληλα. Με την μύτη κολλημένη στο τζάμι κοίταζε την απέραντη εξοχή που απομακρυνόταν τρέχοντας. Η συγκομιδή είχε τελειώσει. Οι θημωνιές υψώνονταν κολοσσιαίες, οι κάμποι νωθροί, ανακάθισε πάλι επάνω στο άκαμπτο πόδι, ούρλιαξε, μαζεύτηκε σε εμβρυακή στάση και ξέρναγε στρουκτουραλιστικές φράσεις. Κοιταχτήκαμε στην στιγμή. "Τέτανος".

Η Πουλχερία θέλει αυτοκίνητο. Ακούει κάθε ημέρα το τάνγκο Ρεναθιμιέντο, το άγαλμα φιλάει τον άρρωστο στα βλέφαρα και κανείς δεν κοιτάζει, εκτός από ένα τυφλό παιδί που δείχνει με το δάχτυλο. Άρχισε να ξερνάει αίμα και να ρίχνει ένα ζευγάρι ζαριών που είχε μαζί του στην τσέπη. "Έξι και δύο!" αναφώνησε και άρχισε πάλι να σπαρταράει σαν κλαδί και να λυγίζει το κεφάλι. Ο κληρικός κάνει έναν αποκρουστικό μορφασμό και σέρνει δύο καλόγερους που έχουν γραπωθεί από ένα πιάνο. Σηκώνει στον αέρα το κεφάλι του και το κρατάει στα χέρια σαν καπέλο. Το τοποθετεί μέσα σε ένα όστρακο στρειδιού, το ρουφάει αργά και μετά από δύο ώρες το αφοδεύει στο πρόσωπο του αρρώστου. Η αναζήτηση της διαφορικής θνησιμότητας κατά φύλο και ηλικία παρουσιάζει κάτι περισσότερο από ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, καθώς άπτεται του τρόπου με τον οποίο οι πληθυσμοί θα ανασυγκροτηθούν μετά από μια περίοδο κρίσης. Ξαφνικά, θυμηθήκαμε το όνο όνο όνο μα του. Γεώργιος Πατρίκιος, φύλακας λοιμοκαθαρτηρίου. Ημέρα προσβολής: 26 Ιουνίου. Διάρκεια ασθένειας: 2 ημέρες. Ημέρα θανάτου: 28 Ιουνίου. Χτύπησα κωδικοποιημένα τον κιτρινωπό ασβέστη στον τοίχο του κελιού μου. Τ-ε-τ-α-ν-ν-ν-ν-ο-ς.