Οφείλω να ομολογήσω πως μου άρεσε η Μάρθα. Είχε εκείνη την υποδόρια ειρωνεία που παραπέμπει στην αρχέγονη λατρεία της κανιβαλιστικής διέγερσης μεταξυ δυο εραστών. Δεν είχε κάτι αισθητικά όμορφο στην όψη της. Το πρόσωπο της ήταν τραχύ, το χαμόγελο της αποκάλυπτε μια ακανόνιστη οδοντοστοιχία σαν έναν ακρωτηριασμένο Λόρδο που οδεύει πρός την αυτοεξορία του, ματωμένος προσπαθώντας να συγκρατήσει στη θέση τους τα τραυματισμένα μέλη. Είχε όμως μια ερεθιστική εγωκεντρικότητα και μια ακόρεστη σεξουαλική διάθεση που δεν μπορούσε να την σταματήσει τίποτα, μια τερατώδη συνοχή υπολειμμάτων τεχνοκρατικών συνουσιών που συνήθως καταλήγουν να τονίζουν τα τρωτά σημεία την στιγμή που κάποιος Ενορατικός ζητάει αμοιβή για τις υπηρεσίες του στον τομέα της ανασυγκρότησης αναδιπλούμενης λίστας αερόψυξης. Η αλήθεια είναι πως το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό με εξίταρε περισσότερο. Το σημαντικότερο, όμως, όλων ήταν ότι εκείνη ήταν η κόρη του πρεσβευτή Γουΐλιαμ. Κεφάλι θυμωμένου κύκνου με σώμα καλοντυμένου επιβήτορα με δυο θηλυκά στήθη κι ένα αναμμένο κηροπήγιο στο χαλί, προσπαθεί να αποτινάξει το ξένο κεφάλι από π.

Σκεφτόμουν να τα παρατήσω και να ξενιτευτώ. Είχα ανακαλύψει και την δουλειά των ονείρων μου: Γανωματής σε τεντζερέδες που λειτουργούν με σπίρτο υδροχλωρικό οξύ. Δύσκολη, αλλά αναγκαία δουλειά που μετατρέπει το υδροχλωρικό οξύ σε φαντεζί και τάρσωμα, αποκύημα και θρυαλλίδα  με αποτέλεσμα η εγχυση σιδήρου να μετατρέπει την  καρδιά ως αναπόδραστα περιπλεγμένη στη μονή του Αγίου Λαυρεντίου στο Εσκοριάλ. Πού να βρίσκεται άραγε ο Κύριος Ρισάμπα ο έμψυχος καθοδηγητής των φυτών και των ζώων; Τιρθανκάρα! Την είδα μετά από χρόνια να κολυμπάει γυμνή ανάμεσα σε βάλτους και περιττώματα καρυδότσουφλων, γυμνή οδαλίσκη ως πόμολο εξώπορτας κοιτώντας τον άνεμο που έρχεται από τα δεξιά της, αντικείμενο ποδηγέτησης από κονδυλοφόρο- πρώην πόμολο- πρώιμο λιονταροκέφαλο που ετοιμάζεται με ένα εβένινο τσεκούρι, να την κόψει στα δύο! Ήταν φοβισμένη κυρά της στερημένης λιμνοθάλασσας γεμάτης από μπάκακες, τρέχει με το φθηνό της πρόσωπο στραμμένο προς τον λιονταροκέφαλο που την καταδιώκει μαινόμενος στρατηγός για να ξανακερδίσει την δυοχρυσοκουταλογεννημένη σου αγάπη. Την είδα να αυνανίζεται επάνω στα πυροφάνια που ανάβουν τα παιδιά για να καταδιώξουν το κακό πνεύμα, υπερωρίες κάτω από τους φανοστάτες, μύρα στα μαλλιά της, βρώμικα και άλουστα, γλύφοντας τον ομόηχο τίτλο της πανουργίας των απαρέγκλιτων συμβάσεων.

Αριστερό κροσέ, δεξί ντιρέκτ. Απολογισμός πεπραγμένων και εφησυχασμού κέρινων συσχετισμών, κυκλώνουν τα σωθικά της και εξαφανίζονται μετά από ένα λιτό και ανθρωποκεντρικό γεύμα. Μπρέχτ στην τερατώδη πρόνοια  στην σχολή αξιωματικών της Κέρκυρας. Υποτάσσει την αυλή της μονόφθαλμης κερασιάς σε απροσδιόριστα κύμβαλα αναπόδραστων Κυκλώπων και ακέραιων κυνηγών κουνουπιδιέρων καραμπινιέρι. Μυστακολουθεί των επί των ταγών, κυκλοθυμικοί υπανάπτυκτοι ντανταιστές την περικυκλώνουν ωσάν σε αμφίδρομο όνειρο παράκτις μεσημβρίας- αρχής γενομένης από τα γενοφάσκια- αποτάσσεται τις γεωφυσικές πριγκηποννησιακές κορόνες εις τοιαύτην αυθύ3agamb συναισθημάτων, ας είναι απρόσμενος ο θάνατος που μου πρέπει…

Λαβίδαμ, Λαβιδήσασι. Δυο κυρίες καθισμένες αναπαυτικά, σταυρώνοντας τις χείρες τους, καθισμένες πάνω σε έναν επίχρυσο καναπέ Λουδοβίκου IX, κάτω ακριβώς από έναν εξαίσιο πίνακα του Μπαλτύς.