Του Γιώργου Δασιόπουλου
 

Η Άγρια τάξη υπήρξε το κίνημα τέχνης που γεννήθηκε την δεκαετία του '50, λίγο μετά την αγριότητα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και έλαβε χώρα αρχικά στην Ιαπωνία. Το σοκ από την ρίψη της ατομικής βόμβας ήταν φρέσκο και η τέχνη δοκίμαζε τα όρια της σε έναν κόσμο γδαρμένο και τσαλακωμένο από τις ακρότητες του πολέμου. Το κίνημα υιοθετήθηκε από την Ευρώπη και κυρίως την Βόρεια Ευρώπη που αναμόχλευε τις ενοχές της και έφτασε στο απώτατο επίπεδο. Πάντοτε σε τέτοιες ακραίες περιστάσεις, όπως αυτές που ζει εδώ και μήνες ο πλανήτης, η λύτρωση φαίνεται να είναι το «τρομερό παιδί» της Άγριας Τάξης: Ο Αυστριακός Günter Brus. Ένα αγαπημένο παιχνίδι μετά την καραντίνα και με την σταδιακή και ολίγον ασαφή καθημερινότητα μετά την άρση των περιορισμών, είναι η έκθεση που παρουσίασε ο Brus στις 19 Ιουνίου του 1970 στο Kunstraum 1 του Μονάχου. Ονομάζεται ως Δοκιμασία Κατακρεούργησης:

Γονατίζει επάνω σε έναν λευκό καμβά, φορώντας ένα εσώρουχο, ζαρτιέρες και νάιλον κάλτσες, με ένα διαφανές πλαστικό τρίγωνο επάνω στους μηρούς του, κόβει με ξυράφι τη σάρκα κατά μήκους μιας πλευράς του τριγώνου. Έχοντας κατεβάσει το τρίγωνο στο γόνατο σου έως ότου γεμίσει αίματα, κυλιέται κατάχαμα, δένει δύο μικρά σχοινάκια στις κάλτσες του δίπλα στην πληγή την οποία ανοίγει, σηκώνεται και ζητά ήρεμα ένα ποτήρι, κόβει τις κάλτσες και το εσώρουχο με ένα ψαλίδι, βρίσκεται έτσι γυμνός, με την πλάτη γυρισμένη, μπροστά σε μια σόμπα, γλιστρά επάνω στον τοίχο έως ότου γονατίσει, κάνει χαρακιές με το ξυράφι στο κρανίο μέχρι το αίμα να κυλήσει ως τους γλουτούς του. Δένει τα σχοινάκια στους αστραγάλους και ανοίγει τα πόδια, γλιστρά στο πάτωμα, ζητά άλλο ένα ποτήρι, ζητά να κλείσουν τα παράθυρα, μαστιγώνει το πάτωμα, κλαίει στα οδοφράγματα, διασχίζει τον τυφλό αυστριακό που πολέμησε στο μικρό χωριό Grodnau και στο τέλος καταλήγει στην γενετήσια μήτρα. Πρόκειται για  μια καθημερινή άσκηση ενδυνάμωσης που καταλήγει, συνήθως σε μια ομιχλώδη κραυγής του Δάσους της Ανθρωπομετρίας.

Μετουσιωμένος πόνος και αγωνία σε μια γιορτή ανείπωτης χαρμολύπης για το Κακό που καταφθάνει με ορμή. Το Κακό που παραμονεύει έξω από την πόρτα με γυρισμένη την θηλιά σε όποιον ξεμυτίσει. Την ελαστικότητα της εργασίας, την απελευθέρωση του Είναι, τον φόβο της επόμενης ημέρας. Εικόνες ασύνδετες και μέγαιρες που κυκλώνουν φορεμένες με μάσκες και γάντια, από εδώ Τριστάνε, ακούγοντας τον φρικιαστικό ρυθμό της βιόλας, στασιμοπληθωρισμός σφετεριστικών χρωμοσωμάτων επί της αρχής της αβεβαιότητας, με φιλντισένιους αμφορείς στεγνούς από το αντισηπτικό στην πλάτη, μέσω της ερυθρόμορφης τεχνικής.

Με βάση τις μακρές γενεαλογίες των υιών του Αδάμ, όπως αυτές παρατίθενται στη Γένεση, ήδη τον 17ο αιώνα, η αρχή του κόσμου είχε χρονολογηθεί στο έτος 4004 π.Χ. Εκκλησιαστικές προσωπικότητες της Βρετανίας του 17ου αιώνα, προέβησαν μάλιστα σε υπολογισμούς σύμφωνα με τους οποίους η δημιουργία του κόσμου έλαβε χώρα την Κυριακή 23 Οκτωβρίου του 4004 π.Χ. Ο Αδάμ και η Εύα εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο στις 10 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, ενώ χρόνια μετά, στις 5 Μαΐου του 1491 π.Χ., ο Νώε σώθηκε από τον κατακλυσμό χάρη στην Κιβωτό του.

Το τέλος του Απο-κόσμου πλησιάζει και η πιθανότερη ημερομηνία- προφητεύω- θα είναι η Κυριακή 23 Οκτωβρίου (2022). Όπως, ακριβώς, ξεκίνησε.