Δεν είναι η πρώτη φορά που οι πολιτικοί μας δεν μπόρεσαν να εκφράσουν μια ενιαία θέση και γραμμή στα εθνικά μας θέματα. Άλλωστε, μια αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν αποδεικνύει ότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση χρησιμοποιούν τα εθνικά θέματα ως σημείο κεντρικής και επικοινωνιακής αντιπαράθεσης, αδιαφορώντας για την εικόνα διχασμού που παρουσιάζει η χώρα στο εξωτερικό. Κάτι που σίγουρα την καθιστά πιο ευάλωτη στο πλαίσιο της οποίας διαπραγμάτευσης μπορεί να προκύψει.

Το ζήσαμε με τη συμφωνία των Πρεσπών, όπου τελικά το πολυπόθητό συμβούλιο πολιτικών αρχηγών έγινε (καθυστερημένα κατά την αντιπολίτευση), όπου τελικά αμέσως μετά όλοι εξέφρασαν τη διαφωνία τους με τους χειρισμούς του Αλέξη Τσίπρα, πλην του Σταύρου Θεοδωράκη.

Την Τρίτη(10/12) συνέρχεται το συμβούλιο  εξωτερικής πολιτικής, υπό του Νίκου Δένδια, όπου μακάρι να διαψευστούμε αλλά και σε αυτή  τη συνάντηση εκτιμούμε ότι θα αναδειχθούν οι μικροπολιτικές διαφωνίες των κομμάτων και όχι η συναίνεση για την χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής.

Άλλωστε  στην πρόσφατη ελληνοτουρκική κρίση είδαμε την αξιωματική αντιπολίτευση, να βγάζει ανακοίνωση και να σχολιάζει τουρκικές διαρροές στον εγχώριο τύπο(ουσιαστικά υιοθετώντας τες) , ότι ο Ερντογάν είπε ότι οι Κούρδοι διωκόμενοι (τους χαρακτήρισε τρομοκράτες) βρίσκουν καταφύγιο στον ΣΥΡΙΖΑ και την Ελλάδα, για να εκφράσει την ανησυχία του αν ο Έλληνας πρωθυπουργός, έδωσε την κατάλληλα απάντηση στον Τούρκο πρόεδρο.

Σε αυτό το κλίμα, και με αυτήν καχυποψία, οι πιθανότητες για εθνική συναίνεση και χάραξη κοινής εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα είναι μηδαμινές. Κάτι που συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια στην Τουρκία, αλλά και στην Κύπρο. Εκεί, με κάποιον τρόπο -που δεν θα κρίνουμε- οι πολιτικοί βρήκαν τον τρόπο να παραμερίσουν τις οποίες κομματικές διαφωνίες και σε εθνικά ζητήματα να εκφράσουν από κοινού μια θέση και μια στρατηγική. Στην Ελλάδα τα ελληνικά κόμματα προτιμούν και σε αυτά τα ζητήματα να μην κάνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις αλλά να επιδίδονται σε αντιπαραθέσεις επιδιώκοντας να πλήξουν πολιτικά τους αντιπάλους τους.

Το χειρότερο όμως  είναι ότι με αυτήν την ανώριμη -κατά την άποψη  μου- στάση δεν μπορεί να χαραχθεί μια ενιαία και μακροχρόνια εθνική στρατηγική για τα κρίσιμα εθνικά ζητήματα, αλλά δεν μπορεί να ενημερωθεί και ο κόσμος.

Έτσι σήμερα ο Έλληνας πολίτης μπορεί να ξέρει γιατί ο Αλέξης Τσίπρας ασκεί κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη για τα ελληνοτουρκικά αλλά δεν ξέρει:

-Αν πρέπει ή όχι η Ελλάδα να προσφύγει στην Χάγη για την ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο;

-Γιατί μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις δεν υπέγραψαν ΑΟΖ με Κύπρο, Αίγυπτο, Ισραήλ και Λιβύη;

Και δυστυχώς ο Έλληνας πολίτης δεν θα μάθει πότε τις απαντήσεις σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα αν οι πολιτικοί μας δεν κάτσουν σε ένα τραπέζι για ώρες και μέσα από τις όποιες διαφωνίες και τους όποιους συμβιβασμούς καταλήξουν σε μια κοινή θέση και μακροχρόνια εθνική στρατηγική και αμέσως μετά ενημερώσουν τον λαό.
 

Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις