Του Γιώργου Ευγενίδη

Η ιστορία του εκλογικού νόμου στη χώρα μας είναι πονεμένη. Αφήστε, δε, που τα εκλογικά συστήματα δεν είναι και μια sexy συζήτηση: ποιος ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πώς εκλέγονται οι βουλευτές;

Η λειτουργία των εκλογικών συστημάτων παγκοσμίως, η κατανομή εδρών, οι περιφέρειες κ.ο.κ. θεωρούνται προνόμια των ειδικών και των μανιακών της πολιτικής. Στην Ελλάδα, όμως, έχουμε άλλα, πιο θεμελιώδη προβλήματα. Και το βασικό μας ακούει στο όνομα «απλή αναλογική». Η απλή, «άδολη» όπως την έλεγαν, αναλογική, ήταν ένα από τα φετίχ του ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια. Η ρύθμιση που έφερε για απλή, απλούστατη αναλογική το 2016 είχε ψηφιστεί από ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Ένωση Κεντρώων, ενώ το ΚΚΕ που είναι ο διαχρονικός υπερασπιστής της απλής ψήφισε παρών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε προσπαθήσει τότε να δημιουργήσει μια δύσκολη συνθήκη για τη Δημοκρατική Συμπαράταξη (νυν ΚΙΝΑΛ), υιοθετώντας τη λογική του σκωτσέζικου ντους. Μια προσέγγιση, την άλλη επιχείρηση να πάρει τον κόσμο που ψήφιζε το κόμμα της κ. Γεννηματά. Περασμένα ξεχασμένα; Θα ήταν, αν δεν μας είχε μείνει ο σκελετός της απλής αναλογικής στα χέρια.

Ένα στοιχείο που είναι κρίσιμο για τα εκλογικά συστήματα είναι ότι το καθένα ανταποκρίνεται στην εποχή του. Η απλή αναλογική, λοιπόν, στην Ελλάδα, σε ένα πολυκομματικό σκηνικό, ακόμα και αν ο δικομματισμός «τσιμπάει», είναι συνθήκη ακυβερνησίας. Αφήστε, δε, που ο δικομματισμός και η εναλλαγή δύο κομμάτων, ως επί το πλείστον στην εξουσία, είναι ένα κεντρικό στοιχείο των δυτικών δημοκρατιών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Καλή ήταν η απλή αναλογική τη δεκαετία του ’60 και του ’70, αλλά έκτοτε αλλάξαμε πίστα. Και, επειδή καλό είναι να ομνύει κανείς στις κυβερνητικές συνεργασίες, αλλά πρέπει η επιδίωξη να ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα, η απλή αναλογική στη χώρα μας, με τις παρούσες συνθήκες, είναι ανεφάρμοστη.

Το να αλλάξει ο εκλογικός νόμος θα είναι μια άσκηση ωριμότητας για το πολιτικό σύστημα. Ήδη, η κυβέρνηση έκανε μια αναγκαία παρέμβαση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, μπας και διοικηθούν Δήμοι και Περιφέρειες, ικανοποιώντας πρωτίστως το αίτημα των ανθρώπων της αυτοδιοίκησης που είδαν το περιβόητο «Κλεισθένη» να δημιουργεί συνθήκες για εξόφθαλμο πολιτικό αλισβερίσι. Αυτό πρέπει να επεκταθεί και στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Και, επειδή η απόσταση από το 2016 ως σήμερα είναι μεγάλη, θα ήταν σημαντικό και για τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ να έμπαινε στο παιχνίδι της διαπραγμάτευσης για ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής. Διοτι, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα εξουσίας, με προοπτική ανάληψης της διακυβέρνησης εκ νέου σε κάποια χρόνια. Αφήστε, δε, που κανείς δεν έχει ιδιαίτερες προσδοκίες από το ΚΚΕ με την πάγια θέση του και από το ΜεΡΑ 25. Από την άλλη, το ΚΙΝΑΛ επιδεικνύει μια σώφρονα προσέγγιση, με την πρότασή του κλιμακωτό μπόνους, με χαμηλότερο «ταβάνι» σε σχέση με τις 50 έδρες.

Αν είμαστε τυχεροί, σε μερικά χρόνια θα θυμόμαστε την απλή αναλογική σαν μια απασφαλισμένη χειροβομβίδα που ευτυχώς δεν έσκασε στα χέρια μας. Οι διπλές εκλογές, αν τα πράγματα στη χώρα έχουν μπει σε μια σειρά, δεν θα είναι και δραματική εξέλιξη. Είναι σαφές, δε, ότι το πρώτο κόμμα θα έχει προβάδισμα τη δεύτερη Κυριακή, παίζοντας το χαρτί της κυβερνησιμότητας. Και αυτό το γνωρίζει ο κ. Μητσοτάκης, ο οποίος έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Η παγίδα, από την άλλη, για τον κ. Τσίπρα είναι μπροστά του. Και θα την έχει στήσει με τα ίδια του τα χέρια.