Το πλήρες κείμενο

Το πλήρες κείμενο: Ορισμένες εθνικές ρυθμίσεις, μολονότι δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, είναι δυνατό να περιορίζουν αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Ο κοινοτικός νομοθέτης, προκειμένου να εξαλείψει αυτά τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, καθιέρωσε ένα σύστημα αναγνωρίσεως των προσόντων βασιζόμενο στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και προσέγγισε το θέμα αυτό κατά δύο τρόπους.

Η πρώτη προσέγγιση, επονομαζόμενη \"τομεακή\", καθιερώνει σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων για επτά νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα (ιατρός, νοσηλευτής υπεύθυνος για γενικές φροντίδες, οδοντίατρος, κτηνίατρος, μαία, φαρμακοποιός και αρχιτέκτονας).

Η δεύτερη προσέγγιση είναι πιο σφαιρική και στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων. Κατά την οδηγία 89/48, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, ως \"δίπλωμα\" νοείται κάθε δίπλωμα το οποίο έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους και πιστοποιεί την επιτυχή παρακολούθηση κύκλου σπουδών διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών μετά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει επίσης ότι οι σπουδές αυτές πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου.

Η αρχή αυτή συνοδεύεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, από την επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων από το κράτος μέλος υποδοχής.

Συγκεκριμένα, εφόσον υφίστανται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ του περιεχομένου της εκπαιδεύσεως στο κράτος μέλος προελεύσεως και του περιεχομένου της εκπαιδεύσεως στο κράτος μέλος υποδοχής, το δεύτερο έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον κάτοχο του διπλώματος να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας.

Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να προβλέψει είτε την εν λόγω πρακτική άσκηση είτε τη δοκιμασία αυτή, προκειμένου περί επαγγέλματος η άσκηση του οποίου απαιτεί επακριβή γνώση του εθνικού δικαίου.

Κατά την οδηγία, εφόσον ένα επάγγελμα κατοχυρώνεται νομοθετικά στο κράτος μέλος υποδοχής από ένωση ή οργάνωση οι υπήκοοι των κρατών μελών δικαιούνται να φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο ή τη σχετική σύντμηση που απονέμει η ένωση ή η οργάνωση αυτή, μόνον εφόσον αποδεικνύουν ότι είναι μέλη της.

Κατόπιν καταγγελιών που υπέβαλαν 37 ιδιώτες, η Επιτροπή έκρινε ότι η ελληνική νομοθεσία δεν είναι σύμφωνη, σε πολλά σημεία, με την οδηγία 89/48.

1. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν αναγνωρίζει τα διπλώματα που χορηγούνται κατόπιν σπουδών οι οποίες πραγματοποιούνται βάσει συμφωνιών δικαιοχρήσεως μεταξύ πανεπιστημίου ενός κράτους μέλους και ιδιωτικού εκπαιδευτικού ιδρύματος εγκατεστημένου στο ελληνικό έδαφος.

Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι δεν υποχρεούται να αναγνωρίσει δίπλωμα που έχει χορηγηθεί από αρχή άλλου κράτους μέλους, όταν με το δίπλωμα αυτό πιστοποιούνται σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος μέλος υποδοχής και οι οποίες, κατ’ αυτό το κράτος μέλος, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως.

Επίσης, επισημαίνει ότι κατά το άρθρο 16 του ελληνικού Συντάγματος η τριτοβάθμια εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από δημόσια ιδρύματα.

Η ιδιαιτερότητα ενός τέτοιου διπλώματος συνίσταται στο γεγονός ότι οι σπουδές δεν έχουν πραγματοποιηθεί στο έδαφος του κράτους μέλους χορηγήσεως του διπλώματος αυτού, αλλά σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

Κατά τον γενικό εισαγγελέα το επίπεδο του διπλώματος κρίνεται κατά το δίκαιο του κράτους μέλους χορηγήσεως.

Το γεγονός ότι οι σπουδές έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής δεν απαλλάσσει το κράτος αυτό από την υποχρέωση να αναγνωρίζει το δίπλωμα που χορηγείται μετά την ολοκλήρωση των σπουδών αυτών. Αν αναγνωριζόταν η ύπαρξη τέτοιας ευχέρειας του κράτους μέλους, θα ετίθετο εν αμφιβόλω η ίδια η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.

2. Το ελληνικό ΠΔ 165/2000 ορίζει όχι μόνον ότι το δικαίωμα επιλογής των αντισταθμιστικών μέτρων (πρακτική άσκηση προσαρμογής/δοκιμασία επάρκειας) δεν ισχύει για τα επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων απαιτείται επακριβής γνώση του εσωτερικού δικαίου, αλλά και ότι δεν ισχύει και για \"όσα άλλα επαγγέλματα ειδικές διατάξεις ορίζουν διαφορετικά\". Κατά τον γενικό εισαγγελέα, αυτή η εθνική διάταξη αντιβαίνει στην οδηγία 89/48.

3. Βάσει του ΠΔ 165/2000, στο Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΑΕΙΤΤΕ) έχει ανατεθεί η αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί των αιτήσεων αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/48 και είναι αρμόδιο να κρίνει αν το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο πραγματοποίησε τις σπουδές του ο αιτών ανήκει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αν ο αιτών διαθέτει την απαραίτητη επαγγελματική πείρα.

Κατά τον γενικό εισαγγελέα, το ΣΑΕΙΤΤΕ είναι αρμόδιο να εξακριβώνει αν ο κάτοχος του διπλώματος διαθέτει την απαραίτητη επαγγελματική πείρα, στην περίπτωση κατά την οποία η διάρκεια της εκπαιδεύσεως υπολείπεται κατά ένα τουλάχιστον έτος αυτής που απαιτείται στην Ελλάδα για την άσκηση του ιδίου επαγγέλματος. Στις άλλες περιπτώσεις παραβιάζεται η οδηγία 89/48.

4. Κατά τον ελληνικό νόμο 1486/1984, όλοι οι Έλληνες και κοινοτικοί υπήκοοι οι οποίοι είναι διπλωματούχοι μηχανικοί του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου της Αθήνας, των πολυτεχνικών σχολών της χώρας και των ισοτίμων σχολών του εξωτερικού εγγράφονται υποχρεωτικά στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ), προκειμένου να μπορούν να ασκούν το επάγγελμα του μηχανικού.

Οι κάτοχοι αλλοδαπών διπλωμάτων οφείλουν, προκειμένου να εγγραφούν στο ΤΕΕ, να υποβληθούν σε προφορικές εξετάσεις και να λάβουν βεβαίωση ισοτιμίας του διπλώματός τους από το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (ΔΙΚΑΤΣΑ).

Υπενθυμίζεται ότι, κατά την οδηγία, η Ελληνική Δημοκρατία όρισε το ΣΑΕΙΤΤΕ ως αρχή η οποία είναι αρμόδια να δέχεται τις αιτήσεις αναγνωρίσεως των επαγγελματικών προσόντων επίσης το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι, όταν η οδηγία 89/48 έχει εφαρμογή, ένας δημόσιος οργανισμός κράτους μέλους, που υποχρεούται να τηρεί τους κανόνες της συγκεκριμένης οδηγίας, δεν μπορεί πλέον να απαιτεί την αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Συνεπώς, η απαίτηση αφενός προσκομίσεως βεβαιώσεως του ΔΙΚΑΤΣΑ περί ισοτιμίας του διπλώματος και αφετέρου επιτυχούς συμμετοχής σε προφορικές εξετάσεις, όσον αφορά τους κατόχους αλλοδαπού διπλώματος το οποίο έχει αναγνωρισθεί από το ΣΑΕΙΤΤΕ, αντιβαίνει στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48.

Τέλος, κατά τον γενικό εισαγγελέα η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το ελληνικό σύστημα εξελίξεως της σταδιοδρομίας των δημοσίων υπαλλήλων εμποδίζει τους κατόχους διπλωμάτων, κατά την έννοια της οδηγίας 89/48, να επικαλούνται τον επαγγελματικό τίτλο τους προκειμένου να καταταγούν σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο.

Η πρόταση του γενικού εισαγγελέα:

Πρότεινε στο ΔΕΚ να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία:

– μη αναγνωρίζοντας τα διπλώματα που χορηγούνται από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους βάσει συμφωνιών δικαιοχρήσεως,

– στερώντας από τον αιτούντα τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας, προκειμένου περί επαγγελμάτων άλλων από αυτά για την άσκηση των οποίων απαιτείται επακριβής γνώση του εσωτερικού δικαίου,

– αναθέτοντας στο Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως την αρμοδιότητα να κρίνει αν το εκπαιδευτικό ίδρυμα, στο οποίο πραγματοποίησε την επαγγελματική του εκπαίδευση ο αιτών, ανήκει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και

– απαιτώντας από τους κατόχους διπλώματος, κατά την έννοια της οδηγίας 89/48, την προσκόμιση βεβαιώσεως του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής περί ακαδημαϊκής ισοτιμίας και την επιτυχή συμμετοχή τους σε εξετάσεις, προκειμένου να εγγραφούν στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος,

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, 3, 4, 8 και 10 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών.
Πηγή: skai.gr