Με τις "ουλές" του Ρουβίκωνα παραμένει την Τετάρτη το ιστορικό κτίριο της Βουλής των Ελλήνων. Την Τρίτη οι αντιεξουσιαστές επέλεξαν να πλήξουν το κτίριο που αντιπροσωπεύει τη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, για χάρη του αρχιεκτελεστή της 17 Νοέμβρη Δημήτρη Κουφοντίνα, ξεγυμνώνοντας παράλληλα τα μέτρα φύλαξης της εθνικής αντιπροσωπείας.

Είναι ενδεικτικό ότι ενώ στην καλά σχεδιασμένη καταδρομική επίθεση του Ρουβίκωνα, μετέσχαν περί τα 30 άτομα, ωστόσο συνελήφθη μόνο ένας, ιδρυτικό στέλεχος της ομάδας των αντιεξουσιαστών. Σημειώνεται δε, ότι ο Ρουβίκωνας έχει επανειλημμένα εκθέσει την Πολιτεία για τα μέτρα (μη) φύλαξης της Βουλής, ωστόσο αυτή τη φορά επέλεξε να προκαλέσει και καταστροφές στο κτίριο. Η επίθεση προκάλεσε την καταδίκη του πολιτικού κόσμου, αλλά και την αμηχανία της κυβέρνησης.

Ανέγερση επί Όθωνα

Ποια όμως είναι η ιστορία του κτιρίου της εθνικής αντιπροσωπείας στην πλατεία Συντάγματος που λατρεύουμε να μισούμε; Ποια είναι η ιστορία του κτιρίου που κάποιοι ήθελαν "να καεί" στα "αντιμνημονιακά χρόνια";

Τα Παλαιά Ανάκτορα είναι, από το 1929 μέχρι σήμερα, η έδρα της Βουλής. Τα Παλαιά Ανάκτορα σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται ως ανάκτορα και παράλληλα επίσημη κατοικία της βασιλικής οικογένειας το 1910, αφού είχαν υποστεί και αρκετές ζημιές από πυρκαγιά το 1909. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1922, χρησιμοποιήθηκαν σαν κέντρο υποδοχής και περίθαλψης των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το 1929 έγιναν έδρα του Ελληνικού Κοινοβουλίου, που προηγουμένως στεγαζόταν στο Βουλευτήριο της οδού Σταδίου (σήμερα γνωστό σαν Παλαιά Βουλή), και της Γερουσίας. Η μετατροπή του κτιρίου σε Κοινοβούλιο έγινε από τον αρχιτέκτονα Ανδρέα Κριεζή. Στις 25 Μαρτίου 1932 έγιναν και τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, που άρχισε να κατασκευάζεται το 1929.

Πρόκειται για νεοκλασικό κτίριο, σχεδιασμένο από τον Βαυαρό αρχιτέκτονα της Βασιλικής Αυλής της Βαυαρίας Φρειδερίκο φον Γκέρτνερ. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1836 και ολοκληρώθηκε το 1847. Χρησιμοποιήθηκε ως βασιλικό ανάκτορο πρώτα από τον Βασιλιά της Ελλάδος Όθωνα και στη συνέχεια από τον Βασιλιά των Ελλήνων Γεώργιο τον Α΄ μέχρι το 1910 οπότε ο Γεώργιος εγκαταστάθηκε σε νέα ανάκτορα, επί της οδού Ηρώδου Αττικού, το σημερινό Προεδρικό Μέγαρο.

Στη δυτική πλευρά του κτιρίου διαμορφώθηκε ο χώρος σε Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, ενώ οι εξωτερικοί χώροι τόσο της ανατολικής όσο και της νότιας πλευράς διαμορφώθηκαν σε μεγάλο ενιαίο εθνικό κήπο, που υφίσταται μέχρι σήμερα.

Το κτίριο κατασκευάστηκε στο διάστημα 1836 - 1847, προορισμένο να γίνει ανάκτορο του Όθωνα, μετά την μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1834. Ανεγέρθηκε με έξοδα του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, ως προσωπικό δάνειο προς τον Όθωνα. Η τελική επιλογή του χώρου για την ανέγερση των παλαιών ανακτόρων έγινε από τον ίδιο τον Γκέρτνερ στα τέλη του 1835 μετά την απόρριψη των προτάσεων των Κλεάνθη, Σάουμπερτ, Κλέντσε και Σίνκελ που προέβλεπαν στις θέσεις Ομόνοια, Κεραμεικό και Ακρόπολη αντίστοιχα, όπου στη τελευταία είχε αντιδράσει και ο ίδιος ο Λουδοβίκος, ο πατέρας του Όθωνα.

Η θεμελίωση του κτιρίου έγινε στις 25 Ιανουαρίου π.ημ./ 6 Φεβρουαρίου ν.ημ. του 1836 παρουσία του Λουδοβίκου Α΄ και των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων. 

Βασικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην ανέγερση του κτιρίου ήταν πέτρα, μάρμαρο και ξύλα τα οποία προέρχονταν η μέν πέτρα κυρίως από τον Υμηττό, τον Λυκαβηττό και από την περιοχή "Πινακωτά", περιοχή της Αθήνας κοντά στο λόφο Στρέφη, τα δε μάρμαρα προέρχονταν κυρίως από την Πεντέλη, λίγα από τον Υμηττό, επίσης λίγα από την Τήνο, την Πάρο και τη Νάξο και κάποια ελάχιστα από την Καρράρα και τη Γένοβα της Ιταλίας. Τέλος, τα ξύλα προέρχονταν από την Εύβοια.

Συγκινητική υπήρξε η προσέλευση πολλών κατοίκων, και ιδίως νησιωτών, που ζητούσαν να εργαστούν αφιλοκερδώς στην ανέγερση των ανακτόρων όπως Τήνιοι, Σιφναίοι, Παριανοί, Ναξιώτες κ.ά. Τελικά μόλις ολοκληρώθηκαν τα κτίσματα των τοίχων τον Νοέμβριο του 1840 ο Γκέρτνερ επέστρεψε στην Αθήνα για να επιβλέψει την συνέχεια της οικοδόμησης καθώς και τη ζωγραφική διακόσμηση των εσωτερικών χώρων φέρνοντας επί τούτου μαζί του τους περίφημους ζωγράφους ιστορικών παραστάσεων της εποχής, Γιόχαν Σράουντολφ, Ούλριχ Χαλμπρέιτερ και Ιωσήφ Κραντσμπούργερ οι οποίοι και ανέλαβαν τις μεγάλες τοιχογραφίες με παραστάσεις από την ελληνική μυθολογία, και την ελληνική επανάσταση του 1821, ειδικά στην αίθουσα των τροπαίων. Μετά από τρίμηνη παραμονή ο Γκέρτνερ επέστρεψε και πάλι στο Μόναχο αφήνοντας αυτή τη φορά στη θέση του τον μηχανικό Ριέντελ ο οποίος και αποπεράτωσε το κτίριο με επιτυχία, το 1847.

"Απομένει ένας στρατώνας!"

Για τις εξωτερικές όψεις των πτερύγων του κτιρίου ο Γκέρτνερ είχε εκπονήσει πολλά σχέδια με πλούσιες διακοσμήσεις εκ των οποίων τα περισσότερα αφορούσαν τη δυτική όψη της αντίστοιχης πτέρυγας που ήταν και η επισημότερη. Υποβάλλοντας τα σχέδια προς επιλογή στον Βασιλιά Λουδοβίκο, που ήταν και ο χρηματοδότης του κτιρίου, για λόγους οικονομίας αφενός και λόγους εκτροπής της κλασικής λιτότητας σε αναγεννησιακό ρυθμό δεν τα ενέκρινε. Στο σημείο δε αυτό όπως αναφέρει και ο Όσβαλντ Χέντερερ (Oswald Hederer) στο βιβλίο του Friedrich von Gaertner:

«...όταν ο Βασιλιάς Λουδοβίκος (της Βαυαρίας) διέγραψε με κόκκινο μολύβι όλα τα εξωτερικά διακοσμητικά στοιχεία των όψεων φέρεται ο Γκέρτνερ να είπε με κάποια αγανάκτηση "ε! τώρα Μεγαλειότατε απομένει ένας στρατώνας!"»







Πηγή: skai.gr με πληροφορίες από Wikipedia