Στην παραδοχή ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 που αποφασίστηκε στη συμφωνία του Eurogroup της 15ης Ιουνίου είναι πολύ υψηλό προχώρησε την Πέμπτη ο Ευκλείδης Τσακαλώτος μιλώντας στο συνέδριο του Economist.

O υπουργός Οικονομικών επιχείρησε δε να υποβαθμίσει το γεγονός ότι η Ελλάδα μένει εκτός προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE), μετά και από άλλα κυβερνητικά στελέχη, λέγοντας ότι το πρόγραμμα «έχει συμβολική αξία». Ας σημειωθεί ότι η ένταξη στο QE και η άμεση ελάφρυνση του χρέους ήταν τα κυριότερα προτάγματα της κυβέρνησης. Το βράδυ στο συνέδριο του Economist θα μιλήσει και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας.

Επαίνους, αλλά και αιχμές για την κυβερνητική στάση, έκρυβε η ομιλία του επικεφαλής του ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης) Κλάους Ρέγκλινγκ, λέγοντας ότι η διαπραγμάτευση του 2015 «κόστισε πολλά δισεκατομμύρια» στην οικονομία.

«Στρατηγική για 2-3-4 εξόδους στις αγορές»

Eιδικότερα, αναφερόμενος στην πρόσβαση στις αγορές, ο υπουργός Οικονομικών δήλωσε πως «αυτό μπορεί να γίνει με ή χωρίς το QE». Σύμφωνα με τον ίδιο «αυτήν τη φορά το QE έχει συμβολική αξία και δεν θα την τοποθετούσα πολύ υψηλά». Συμπλήρωσε δε πως «δεν θα υπάρχουν πολλά ελληνικά ομόλογα για να αγορασθούν (από την ΕΚΤ), θα ήταν καλό για τις τράπεζες αλλά δεν το θεωρώ πολύ σημαντικό. Είναι χρήσιμο, σημαντικό, αλλά συμβολικό περισσότερο».

Είπε επίσης ότι «δεν θέλουμε να πάμε υπερβολικά γρήγορα, αλλά θέλουμε οι αγορές να ξέρουν ότι έχουμε στρατηγική που θα οδηγήσει σε 2-3-4 εξόδους», τοποθετώντας χρονικά τις κινήσεις σε βραχυπρόθεσμο έως μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. «Πολύ γρήγορα οι αγορές θα πάρουν τα σημάδια για το τι είναι πιθανόν να συμβεί. Και η πρόσβαση διευκολύνει την ΕΚΤ να δώσει νομισματική διευκόλυνση ή QE», συμπλήρωσε.

Σχετικά με τα πρωτογενή πλεονάσματα τα επόμενα χρόνια, ο υπουργός ανέφερε πως «το 3,5% του ΑΕΠ είναι πολύ υψηλό, δεν ήταν επιλογή μας. Το 2% του ΑΕΠ είναι κοντά ή λίγο καλύτερα από αυτό που αναμέναμε, είναι στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης».

Ο κ. Τσακαλώτος δήλωσε ότι «υπάρχουν στοιχεία για να στήσουμε μια καλή ιστορία επιτυχίας (success story) για την Ελλάδα» και χαρακτήρισε «λίγο περίεργη» τη θέση του ΔΝΤ για ανάπτυξη μόλις 1% σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. «Έχουν εμπλακεί σε όλο το πρόγραμμα. Γιατί τα έκαναν όλα αυτά, όταν προβλέπουν 1% μακροπρόθεσμα; Δεν έχουν εμπιστοσύνη στις δικές τους θέσεις ή προτάσεις;», είπε χαρακτηριστικά.

Ανέφερε πως στη μεσοπρόθεσμή δημοσιονομική στρατηγική «έχουμε ρίξει μεγάλο βάρος στη μείωση των φορολογικών συντελεστών κατά 3,5 δισ. ευρώ. Και αυτό μπορούμε να το κάνουμε, γιατί οι θεσμοί στους δημοσιονομικούς στόχους δεν προσμετρούν τα μη παραμετρικά νέα». Πρόσθεσε ότι «μεσοπρόθεσμα πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η ανάπτυξη είναι βιώσιμη και η άποψη της κυβέρνησης είναι ότι μπορούμε να βγούμε από την κρίση χωρίς να επιστρέψουμε στο 2008».

«Η Ελλάδα είχε βγει στις αγορές από το 2014»

Από την πλευρά του, ο επικεφαλής του ESM δήλωσε για τη β’ αξιολόγηση ότι αυτή ολοκληρώθηκε «πολύ μετά από το προγραμματισμένο», ωστόσο πρόσθεσε αξίζουν συγχαρητήρια «στους Έλληνες πολίτες και στις ελληνικές αρχές» για αυτά που πέτυχαν.

Ο γερμανός τεχνοκράτης επανέλαβε δε για ακόμα μια φορά ότι η Ελλάδα είχε βγει στις αγορές και το 2014 «πριν από την ατυχή αναστροφή των μεταρρυθμίσεων στην αρχή του 2015, η οποία καθυστέρησε την ανάκαμψη της χώρας για αρκετά χρόνια και κόστισε πολλά δισεκατομμύρια».

Ο Κλάους Ρέγκλινγκ υπενθύμισε ότι την επόμενη βδομάδα ο Μηχανισμός αναμένεται να εκταμιεύσει την υποδόση των 7,7 δισ. ευρώ από τα συνολικά 8,5 δισ. ευρώ της δόσης που αποφασίστηκε στο Eurogroup.

Εάν εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις, συμπλήρωσε, είναι εφικτή η έξοδος στις αγορές πριν από το τέλος του προγράμματος - στο τέλος του 2017 ή στις αρχές του 2018 - καθώς η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να γίνει ένα νέο success story.

Σχετικά με την ανάπτυξη, ο κ. Ρέγκλινγκ σημείωσε ότι «όλα εξαρτώνται από τις πολιτικές. Με σωστές πολιτικές, η ανάπτυξη μπορεί να είναι υψηλότερη των προβλέψεων». Έφερε ως πρόβλημα τους δημογραφικούς παράγοντες (μείωση γεννήσεων, γήρανση πληθυσμού), αλλά επισήμανε πως «όταν η κατάσταση βελτιωθεί, όταν ενισχυθεί η ανάκαμψη που βλέπουμε τώρα, αυτοί που έφυγαν στο εξωτερικό μπορεί να επιστρέψουν και αυτό θα είναι θετικό για την ανάπτυξη».

Πηγή: AΜΠΕ - skai.gr